Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρτάκια από το σακούλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χαρτάκια από το σακούλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009

Το κλειστό παράθυρο




Η Νίκη καθόταν στην αγαπημένη της θέση. Δίπλωσε να πόδια της και αγκαλιάζοντάς τα, ακούμπησε το πιγούνι στα γόνατά της. Έτσι κουβαριασμένη , κοίταξε έξω από το κλειστό παράθυρο.
Ήταν βράδυ κι όπως πολλά βράδια δεν μπορούσε και δεν ήθελε να κοιμηθεί. Της άρεσε αυτή η ώρα, που η πόλη ησύχαζε και τα όνειρα βγαίνανε βόλτα στους έρημους δρόμους. Της άρεσε να ακούει τους θορύβους και να τους αποκωδικοποιεί πριν κοιτάξει έξω για να επιβεβαιώσει την προέλευσή τους. Μα πιο πολύ απ’ όλα της άρεσε η αίσθηση εγγύτητας και απόστασης με τους άλλους συνταξιδιώτες του ονείρου, όπως αποκαλούσε τις σκιές στα φωτισμένα παράθυρα των πολυκατοικιών.
Σήμερα είχε διάθεση για κρυφτούλι. Δεν άναψε φως. Το φως του φεγγαριού έμπαινε από το παράθυρο και την γέμιζε με νοσταλγία για την χαμένη μαγεία. Την μαγεία που χάθηκε μαζί του και ξεκίνησε τον εκούσιο εγκλεισμό της στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της, στους τέσσερις τοίχους , που φυλάκιζαν την ψυχή της. Θα μπορούσε να δραπετεύσει. Θα μπορούσε να αντισταθεί στην διάθεση της παραίτησης. Αλλά δεν ήταν έτοιμη. Ήθελε να επανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό και στα αισθήματά της.
Άναψε το κερί, που είχε πάντα κοντά της και το ακούμπησε δίπλα της. Η μουσική που είχε βάλει να παίζει μόλις που ακουγόταν , αλλά αυτή άκουγε ξεκάθαρα την μουσική και τους στίχους των τραγουδιών, που είχε επιλέξει για το σημερινό ξενύχτι. Κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να αδειάσει το κεφάλι της από τις σκέψεις, να λυτρωθεί για λίγο από το βάσανο της λογικής. Τράβηξε τις κουρτίνες και κλείνοντας τα μάτια έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, τυλίγοντας τα χέρια της ακόμα πιο σφιχτά γύρω από τα γόνατα.
Τότε άκουσε τον θόρυβο . Κάτι βρισκόταν έξω από το παράθυρο. Κάτι που η προσγείωση στο περβάζι του παραθύρου διέκοψε την ονειροπόλησή της. Κάτι που σερνόταν θαρρείς προσπαθώντας να φτάσει κοντά της. Άνοιξε τα μάτια και κόντρα στο φως του φεγγαριού, είδε την σκιά μιας γάτας. Με αργές κινήσεις για να μην την τρομάξει, ανασηκώθηκε και τράβηξε τις κουρτίνες.
Βρέθηκε μπροστά σε έναν μαύρο γάτο που την κοιτούσε κατάματα με τα κίτρινα μάτια του να φέγγουν. Με μια ξαφνική παρόρμηση, άνοιξε το παράθυρο και περίμενε να δει τις αντιδράσεις του. Εκείνος , αφού δίστασε μια στιγμή, πήδηξε ανάλαφρα μέσα στο δωμάτιο. Αφού περπάτησε για λίγη ώρα με την ουρά σηκωμένη, νιαουρίζοντας περίεργα , σε όλο το δωμάτιο, σταμάτησε την εξερεύνηση της μικρής της φυλακής και έκατσε δίπλα της.
Η Νίκη είχε πάρει την προηγούμενη στάση της μπροστά στο παράθυρο και δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Άπλωσε το χέρι της μόνο και τον χάιδεψε. Της άρεσε η απαλή γούνα κάτω από τα δάχτυλά της, η ζεστασιά που ανέδινε, το απαλό γουργουρητό. Η σιωπή της νύχτας γέμισε με την παρηγοριά της συντροφιάς. Σε λίγη ώρα ένιωσε τα μάτια της να κλείνουν. Αισθανόταν χαλαρή και νωχελική σαν γάτα. Χαμογέλασε στην σκέψη και πήγε για ύπνο, αφήνοντας τον απρόσμενο επισκέπτη μπροστά στο μισάνοιχτο παράθυρο.
Ξύπνησε το πρωί χωρίς τον γνωστό πονοκέφαλο, γεμάτη ενεργητικότητα και σιγοτραγουδώντας πήγε στο σαλόνι. Ο γάτος είχε φύγει. Χαμογέλασε μαζεύοντας το γεμάτο καφέ ακόμα φλιτζάνι , άδειασε το τασάκι, αντικατέστησε το λιωμένο κερί και έκλεισε το ανοιχτό παράθυρο. Δεν ήταν σίγουρη πως δεν το ονειρεύτηκε , αλλά ήταν σίγουρη πως κάτι είχε αλλάξει. Και αυτή η αλλαγή την γέμισε αισιοδοξία.
Το βράδυ την βρήκε με μια αίσθηση προσμονής. Έκατσε στην γνωστή της θέση, αλλά ένιωθε πως κάτι έλειπε από την συνήθεια. Σηκώθηκε κρατώντας στο χέρι το κερί και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο γάτος ήταν ξαπλωμένος στο περβάζι της και κοιμόταν. Άνοιξε το παράθυρο και στο άκουσμά του, αυτός ξύπνησε και τεντώθηκε. Αμέσως μετά πήδηξε μέσα στο δωμάτιο και κουλουριάστηκε στην θέση, που πέρασε την προηγούμενη βραδιά.
Κάθισε δίπλα του οκλαδόν κι άρχισε να τον χαϊδεύει. Οι λέξεις που κρυμμένες μέσα της την έπνιγαν βγήκαν επιτέλους από τα χείλη της. Μιλούσε για ώρα, εκμυστηρευόμενη όλα όσα είχε στην καρδιά της, όλα όσα φίμωναν μέχρι τώρα τα αισθήματά της, όλα όσα δεν είχαν ειπωθεί. Κι ακούγοντας την φωνή της να λέει τα ανομολόγητα , ένιωθε το βάρος στο στήθος της να υποχωρεί και τον πόνο να απομυθοποιείται.
Κατάλαβε πως ο εγκλεισμός της είχε πάρει τέλος. Έτσι απλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, ένιωσε πως θα μπορούσε να προχωρήσει. Να ανοίξει και πάλι την καρδιά και τις αισθήσεις της. Να εμπιστευτεί , εμπιστευόμενη τις οδηγίες της ψυχής της. Να απλώσει το χέρι και να χαϊδέψει τον μαύρο γάτο , που θα ερχόταν όταν δεν τον περίμενε.
Δεν έκλεισε το παράθυρο πηγαίνοντας για ύπνο. Δεν θα προσπαθούσε να κρατήσει την συντροφιά του γάτου, δεσμεύοντάς τον. Ήξερε πως θα ερχόταν ξανά. Και πως θα τον άφηνε να φύγει ξανά χωρίς πικρία. Ο έρωτας θα ερχόταν σαν απροσδόκητο δώρο , όπως ο γάτος, κι αυτή θα δεχόταν το δώρο αυτό, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο .


Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Τα μάτια της ψυχής



Τελευταίες μέρες του Οκτώβρη κι ο καιρός βάλθηκε να θυμίσει πως ξεκινάει ο χειμώνας. Μαύρα σύννεφα σκέπαζαν τον ουρανό κι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Ο Σπύρος άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου και μύρισε την βροχή που ερχόταν.

Τότε την είδε. Προχωρούσε ανάμεσα στα σταματημένα αμάξια και τα μαύρα μαλλιά της της σκεπάζανε το πρόσωπο. Οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν όταν πλησιάσε το αυτοκίνητο Εκείνη την στιγμή σήκωσε το χέρι της και τράβηξε τα μαλλιά που της σκέπαζαν το πρόσωπο Κι είδε τα μάτια της λίγο πιο μακριά από τα δικά του.

Αυτά τα μάτια θα τα αναγνώριζε όπου και να τα έβλεπε, όποτε και να τα έβλεπε. Είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά μόλις ένα δευτερόλεπτο από τον χρόνο της καρδιάς του. Στο τρελό του καρδιοχτύπι , αναγνώρισε τον έφηβο , που ζούσε ακόμα μέσα του, τον έφηβο εκείνου του καλοκαιριού.

Τα καλοκαίρια της εφηβείας του είχαν το ίδιο χρώμα, την ίδια μυρωδιά, το ίδιο πάντα παρασκήνιο. Χρόνια πήγαιναν με τους γονείς του σ' ένα παραλιακό χωριό της Χαλκιδικής. Περίμενε όλη την χρονιά εκείνες τις μέρες, που θα βρισκόταν και πάλι εκεί, χωρίς υποχρεώσεις , χωρίς διάβασμα, μέρες γεμάτες ξεγνοισιά και την προσμονή του έρωτα.

Το καλοκαίρι που την συνάντησε ήταν δεκεπέντε χρονών. Ήταν ρομαντικός τότε κι όχι ιδιαίτερα τολμηρός, δεν ήξερε να ελίσσεται και να υποκρίνεται. Κάποτε αυτός ο συνδυασμός τον βοηθούσε κι άλλοτε τον χαντάκωνε, αλλά δεν του έκοβε την φόρα για καινούριες περιπέτειες καρδιάς.

Την πρώτη φορά που την είδε ήταν με τους γονείς και τον μικρό της αδερφό, περπατώντας νωχελικά κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγουστιάτικου πρωινού. Έπεσε σχεδόν επάνω της τρέχοντας με το ποδήλατό του για να προλάβει τους φίλους του, που είχαν ήδη πάει για μπάνιο στην θάλασσα. Φρενάρισε απότομα, βάζοντας τα πόδια του κάτω και στρίβοντας το τιμόνι, με αποτέλεσμα τελικά να βρεθεί πεσμένος μπροστά στα πόδια της με το ποδήλατο επάνω του.

Ενώ ο πατέρας της σήκωνε το ποδήλατο και το κρατούσε όρθιο, ένιωσε τα μακριά μαλλιά της να τον χαϊδεύουν , καθώς έσκυψε και του έδωσε το χέρι της για να σηκωθεί. Σηκώθηκε κατακόκκινος από κάτω για να βρεθεί στην ίδια ευθεία με τα υπέροχα μαύρα της μάτια, που τον κοιτούσαν με ανησυχία.

Ένιωσε να ζαλίζεται καθώς έπιανε μηχανικά το τιμόνι του ποδηλάτου, που κρατούσε υπομονετικά ο άγνωστος άντρας και ψελλίζοντας ένα βιαστικό συγνώμη, καβάλησε το ποδήλατο για να φύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά τις πρώτες πεταλιές , γύρισε και κοίταξε πίσω του, είδε την πλάτη της , που στεφάνωναν τα μαύρα της μαλλιά και πριν προλάβει να αντιδράσει, αυτή έστρεψε το κεφάλι της κοιτάζοντάς τον για μια ατέλειωτη στιγμή.

Παραδόθηκε σ’ εκείνο το βλέμμα, όπως θα παραδινόταν και κάθε μέρα, όλες εκείνες τις μέρες του μακρινού καλοκαιριού, μέχρι την τελευταία στιγμή. Το χωριό ήταν μικρό και ήταν φυσικό να συναντιούνται κάθε μέρα στα ίδια μέρη. Και κάθε μέρα περίμενε τις κλεφτές στιγμές , που θα ξέφευγε από την προσοχή των φίλων και θα έβρισκε την ευκαιρία να βυθιστεί στα μάτια της και με τα δικά του να αστράφτουν να της διηγείται τον έρωτά του.

Κάθε μέρα ετοίμαζε την φράση που θα της έλεγε όταν θα την πλησίαζε, προετοίμαζε τις απαντήσεις του στους φανταστικούς διαλόγους, ονειρευόταν την στιγμή που θα έβλεπε εκείνα τα μάτια από τόσο κοντά , ώστε να διακρίνει την κόρη που χανόταν στο μαύρο τους. Όταν όμως την αντίκρυζε την επομένη το πρωί, τα λόγια εξανεμίζονταν κι έμενε να την κοιτάει σιωπηλός, περιμένοντας την επόμενη φορά, το επόμενο πρωινό, την επόμενη μέρα.

Εκείνη την μέρα έβρεχε από νωρίς το πρωί. Η γλυκειά καλοκαιρινή βροχή, προάγγελος του φθινοπώρου που πλησίαζε, γέμισε με μελαγχολία την καρδιά του. Καθόταν κάτω από ένα υπόστεγο, με το ποδήλατο δίπλα του ακουμπισμένο στον τοίχο, περιμένοντας την βροχή να σταματήσει , όταν είδε το ξέχυλο από πράγματα αυτοκίνητο.

Έφευγε. Δεν είχε προλάβει να της πει τίποτα και τώρα ήταν αργά. Την είδε να κοιτάζει από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου καθώς περνούσε από μπροστά του. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά και αγνοώντας την βροχή που συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα, καβάλησε το ποδήλατο και το ακολούθησε .

Το ακολούθησε για δύο περίπου χιλιόμετρα κάνοντας πετάλι σαν τρελός, βλέποντας το πρόσωπό της κολλημένο στο τζάμι του αυτοκινήτου, τα μάτια της καρφωμένα επάνω του, και συνέχισε μέχρι που κόπηκε η ανάσα του, για να συνεχίσει να βλέπει εκείνα τα μάτια για όσο περισσότερο μπορούσε.

Σταμάτησε κοντανασαίνοντας με την καρδιά του να βροντοχτυπάει στο στήθος του. Μουσκεμένος τριπλά, από ιδρώτα , βροχή και δάκρυα, είδε το όνειρο να ξεμακραίνει και κλείδωσε την στερνή ματιά της στην ψυχή του, μαζί με τα ανείπωτα λόγια και τα συναισθήματα. Δεν έκλαψε ξανά από τότε.

Στα χρόνια που περάσαν, κλείδωσε κι άλλα στην ψυχή του, βάζοντας για φύλακες τον αυτοσαρκασμό και την τσουχτερή γλώσσα του, την λογική και την υπευθυνότητα. Ο θησαυρός του παρελθόντος τον περίμενε κάθε φορά που δεν τα έβγαζε πέρα με τα συναισθήματά του, τον περίμενε να κρυφτεί και σαν φιλάργυρος τοκογλύφος να μετρήσει αυτά που είχαν μείνει.

Ένιωθε συχνά σαν δέντρο που έμεινε δίχως φύλλα, γιατί οι ρίζες των συναισθημάτων του είχαν αποδυναμωθεί και δεν μπορούσαν να ρουφήξουν ζωή από τον σημερινό συμβιβασμένο του εαυτό και πως τα όνειρα είχαν πεθάνει μαζί με την τελευταία βροχή των δακρύων του χθες.

Και να που σήμερα εμφανιζόταν μπροστά του μετά από τόσα χρόνια αυτή η σκιά από το παρελθόν του για να τον καλέσει πίσω. Ο σημερινός Σπύρος ήταν αρκετά εύγλωττος και ετοιμόλογος γενικά . Δεν είχε καμιά σχέση με τον ρομαντικό δεκαπεντάχρονο έφηβο. Έπρεπε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς.

Οι λέξεις που δεν της είχε πει τότε και που στοίχειωναν το μυαλό του όλα αυτά τα χρόνια, ζητούσαν δικαίωση. Ενώ τα αυτοκίνητα ξεκινούσαν και πίσω του οργισμένοι οδηγοί κορνάριζαν βρίζοντας, βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε πίσω της. Θέλησε να την φωνάξει και συνειδητοποίησε πως δεν ήξερε το όνομά της, πως δεν το είχε μάθει ποτέ, κι αυτό τον ακινητοποίησε.

Την είδε να μπαίνει σ’ ένα άλλο αυτοκίνητο στην θέση του συνοδηγού και να κλείνει την πόρτα. Την είδε να σκύβει και να δίνει ένα πεταχτό φιλί στον οδηγό του. Την άκουσε λίγα μέτρα μπροστά του να γελάει για κάτι που της είπε. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε κι αυτή δεν στράφηκε ούτε μια στιγμή να κοιτάξει πίσω της.

Γύρισε στάζοντας στο αυτοκίνητο , που τον περίμενε με την πόρτα ανοιχτή και την μηχανή ακόμα αναμμένη. Σωριάστηκε στο κάθισμα και σκούπισε αφηρημένα το μουσκεμένο του πρόσωπο .Όταν ένιωσε την αλμύρα των ξεχασμένων δακρύων στα χείλη του κατάλαβε πως ξεκινούσε από την αρχή.


Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Το καράβι



Η Νατάσσα στάθηκε στην κορφή του βράχου και κοίταξε το καράβι που ξεμάκραινε. Ο αέρας που φυσούσε έριχνε τα μακριά μαλλιά της στο πρόσωπό της και της έκοβε την ορατότητα. Το φουστάνι της φούσκωνε και σηκωνόταν ανάλογα με την φορά του ανέμου.

Τράβηξε τα μαλλιά της ανυπόμονα και κοίταξε το καράβι , που είχε γίνει μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Δάγκωσε τα χείλη της που είχαν αρχίσει να ξεραίνονται από τον αέρα και τα ένιωσε να ματώνουν. Τα έγλυψε μηχανικά νιώθοντας την αλμύρα των δακρύων της να μπερδεύεται με της θάλασσας, που αν και μακριά, έφτανε κοντά της σαν ψιλοβρόχι ,καθώς τα κύματα έσκαζαν στον βράχο.
Έβγαλε από την τσέπη της ένα χαρτομάντιλο και αφού σκούπισε τα μάτια της, το πίεσε απαλά ,αλλά σταθερά στα χείλη για να σταματήσει το αίμα. Το ένιωσε να κολλάει κι ανατρίχιασε στην ιδέα του γλυκού πόνου, που θα ένιωθε τραβώντας το. Κι αυτή είχε κολλήσει. Εδώ και χρόνια. Κι ο πόνος ήταν εξίσου γλυκός.
Είχε μήνες να έρθει εδώ. Αλλά ήρθε χθες .Και σήμερα ξανά. Κάποτε ερχόταν κάθε μέρα και καθόταν για ώρες. Μόνη και με παρέα. Και για αρκετά χρόνια μαζί του. Με τον παιδικό της φίλο και πρώτο της έρωτα. Τον έρωτα που δεν πρόλαβε να εξομολογηθεί. Και που τον αποχαιρέτησε κλαίγοντας κρυφά , από τούτο εδώ το σημείο.
Γνωριζόταν από παιδιά. Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαν στα ίδια σχολεία, είχαν τις ίδιες παρέες. Παρά τις διαφορές τους, τους ένωνε η κοινή αγάπη για την θάλασσα και τα ταξίδια. Τα ταξίδια που ονειρευόταν να κάνουν μεγαλώνοντας. Θαλασσινά ταξίδια με πυξίδα την φαντασία τους.
Τα χρόνια που περνούσαν από πάνω τους δεν άλλαζαν την αγάπη και την συνενοχή που τους έδενε. Δέσανε τα όνειρά τους στο ίδιο καράβι και περίμεναν να μπαρκάρουν. Αυτός έφυγε πρώτος. Αυτή θα ακολουθούσε. Δέκα χρόνια μετά , αυτή ήταν ακόμα εδώ.
Όταν έφυγε πήρε το πρώτο ξύλινο καραβάκι. Το έβαψε κόκκινο , να ξεχωρίζει σαν σημαδούρα στην θάλασσα των ονείρων κι έγραψε με πινέλο την λέξη έρωτας στο πλάι του. Το τοποθέτησε στην βιβλιοθήκη της , σ’ ένα ράφι που άδειασε γι’ αυτόν τον σκοπό, στριμώχνοντας βιβλία και περιοδικά, ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα , από μακριά κι από κοντά, ο στόχος και το όνειρο.
Στα χρόνια που πέρασαν , δημιούργησε έναν μικρό στόλο. Ένα καραβάκι για κάθε ανεκπλήρωτο όνειρο. Το καθένα με διαφορετικό χρώμα, ένα χρώμα από ουράνιο τόξο της ελπίδας. Πίστευε πως κάποτε θα έφευγαν από το λιμάνι, που προσάραξαν προσωρινά, ότι κάποτε θα άνοιγαν πανιά και αυτή θα ταξίδευε μαζί τους. Το καθένα με το δικό του όνομα, σύμβολο του συναισθήματος που γέννησε την ανάγκη για ταξίδι.
Όλα της τα καράβια είχαν άσπρα πανιά. Συχνά έσκυβε επάνω τους και φυσούσε μέχρι να φουσκώσουν τα πανιά, να δείχνουν πως είναι έτοιμα να σαλπάρουν. Χαμογελούσε τρυφερά και χάιδευε με το δάχτυλα τις λέξεις , ειδικά στα σημεία , που άρχιζαν να ξεθωριάζουν. Μέχρι αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα..
Εμφανίστηκε μπροστά της σαν φάντασμα από τα παλιά. Είχε έρθει για λίγο στην πόλη τους και θα έφευγε ξανά. Ήταν εύκολο να την βρει. Έμενε ακόμα στο ίδιο σπίτι απέναντι από το πατρικό του. Κι όλοι την ήξεραν. Τώρα αναρωτιόταν αν είχε μείνει περιμένοντας αυτήν την στιγμή. Την επιστροφή του Οδυσσέα της.
Παρά το αρχικό ξάφνιασμα, η χαρά της ήταν μεγάλη. Μίλησαν στην αρχή μουδιασμένα και μόλις άρχισε η ατμόσφαιρα να ζεσταίνεται της ζήτησε να πάνε μια βόλτα. Τα βήματά τους οδήγησαν στον αγαπημένο τους βράχο. Κι έκατσαν ώρες συζητώντας για όλα τα θαυμαστά που είχε δει αυτός, που είχε κάνει, για τις θάλασσες και τα ταξίδια. Τότε ένιωσε το πρώτο σκίρτημα.
Τα ταξίδια που δεν έκανε, οι θάλασσες που δεν αρμένισε, οι στεριές που δεν γνώρισε, όλα της ζητούσαν τον λόγο. Κοιτάζοντας τα θαλασσιά του μάτια, κατάλαβε πως δεν ήταν αυτός που περίμενε. Και πως το μόνο που τους έδενε ήταν η ανάμνηση των εραστών, που θα μπορούσαν να γίνουν. Τότε. Όσο τα όνειρά τους είχαν κοινό σημείο αναφοράς.
Γυρίζοντας σπίτι έκατσε για ώρα μπροστά στο ράφι της βιβλιοθήκης με τον ξύλινο στόλο. Πήρε στα χέρια της το κόκκινο καράβι κι είδε πως ο καιρός είχε σβήσει το πρώτο και το τελευταίο γράμμα του ονόματός του. Ένα περήφανο «ρωτα» φαινόταν να της χαμογελά. Κι ας ήταν αργά για ερωτήσεις.
Πήρε την τσάντα της και την γέμισε με τα μικρά καράβια. Και κίνησε για τον βράχο. Είδε το καράβι που έφευγε και το παρακολούθησε μέχρι που έγινε μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Τράβηξε με μια αποφασιστική κίνηση το ματωμένο χαρτομάντιλο, που είχε κολλήσει στα χείλη της.
Χωρίς να σκουπίσει τα δάκρυα που της αυλάκωναν το πρόσωπο, έβγαλε χωρίς να κοιτάξει το πρώτο καραβάκι από την τσάντα. Το κοίταξε για μια στιγμή και πηγαίνοντας στην άκρη του βράχου, το πέταξε στην φουρτουνιασμένη θάλασσα . Το επανέλαβε μέχρι που η τσάντα άδειασε.
Τα ανεκπλήρωτα όνειρα θα μάθαιναν να επιπλέουν ή θα βούλιαζαν οριστικά. Δεν θα τα ντάντευε χαϊδεύοντας τα άλλο πια. Είχε ήδη αργήσει, αλλά δεν σκόπευε να χάσει το υπόλοιπο ταξίδι. Στο επόμενο καράβι , θα ήταν μέσα.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009

Ο σελιδοδείχτης



Ο Μίλτος πήρε στα χέρια του το βιβλίο. Ήταν μια παλιά συλλεκτική έκδοση με παραμύθια, με σκούρα καλαίσθητη δερματόδετη βιβλιοδεσία, κιτρινισμένα ελαφρώς φύλλα και πλούσια εικονογράφηση . Ήταν δώρο από τον φίλο του τον Χρήστο, που τον ξάφνιασε ευχάριστα και τον συγκίνησε.
Δεν του το είπε φυσικά. Αλλά από το μπινελίκι που του έριξε, γιατί ξοδεύτηκε χωρίς λόγο , από την ερώτηση αν τον περνούσε για γυναικωτό ή πιτσιρίκι, και άλλα ευτράπελα , ενώ τα μάτια του έλαμπαν, ο Χρήστος ήξερε πόσο τον ενθουσίασε και η σκέψη και η πράξη. Όπως για πολλούς άντρες της γενιάς τους, τα συναισθήματα ήταν πάντα κωδικοποιημένα.
Σύντομα έγινε το αγαπημένο του βιβλίο. Δεν ήταν το περιεχόμενο που τον γοήτευε , αλλά το βάρος του όταν το κρατούσε, το απαλό και συνάμα σκληρό εξώφυλλο, το τρίξιμο των σελίδων όταν τις γυρνούσε, η ιδιαίτερη μυρωδιά του, η εικονογράφηση μιας εποχής ξεχασμένης και τόσο κοντινής ταυτόχρονα. Τον ηρεμούσε να το ξεφυλλίζει ταχτικά και το πρόσεχε ιδιαίτερα.
Στην αρχή του φαινόταν παράξενο που επιλέχθηκε ένα τόσο σοβαρό και βαρύ εξώφυλλο για να ντύσει παραμύθια, αλλά στην συνέχεια συνειδητοποίησε πως τα περισσότερα από τα παραμύθια που φιλοξενούσε το βιβλίο, μιλούσαν για τον ανεκπλήρωτο έρωτα.. Διάβαζε ένα παραμύθι κάθε εβδομάδα περιμένοντας να βρει σε κάποιο το γνωστό τέλος «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά δεν το είχε συναντήσει ακόμα.
Παρατηρώντας πως το δέρμα άρχισε να σπάει , επειδή συχνά άφηνε το βιβλίο ανοιχτό ανάμεσα σε δύο παραμύθια, αποφάσισε να αγοράσει έναν καλό σελιδοδείχτη. Αντισυμβατικός και λάτρης του ωραίου, δεν ήθελε έναν χάρτινο ή πλαστικό σελιδοδείχτη , απ’ αυτούς που κυκλοφορούσαν με το κιλό. Ήθελε κάτι ιδιαίτερο που να ταίριαζε στο ιδιαίτερο ύφος του βιβλίου.
Ρωτώντας διάφορους γνωστούς, κατέληξε σε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο, φιλικό και καλαίσθητο, κρυμμένο θαρρείς σε ένα στενοσόκακο της πόλης. Δυσκολεύτηκε να το βρει, αλλά όταν μπήκε τελικά μέσα , πίστεψε πως άξιζε την ταλαιπωρία. Απαλή instrumental μουσική, ξύλινες βιβλιοθήκες και πάγκοι φορτωμένοι με βιβλία, ετερόκλιτος κόσμος που ξεφύλλιζε βιβλία και συζητούσε χαμηλόφωνα, η ιδιαίτερη μυρωδιά των βιβλίων διάσπαρτη στον αέρα.
Βρήκε εύκολα αυτό που έψαχνε. Στο βάθος του μαγαζιού είχε μια βιβλιοθήκη, που τα ράφια της δεν ήταν φορτωμένα με βιβλία, αλλά με διάφορα άλλα αντικείμενα. Βιβλιοστάτες, αναλόγια, φακοί και σελιδοδείχτες, σε μεγάλη ποικιλία σχεδίων και υλικών, ήταν τοποθετημένοι στα ράφια της. Μπροστά στο ράφι με τους σελιδοδείχτες έστεκε μία γυναίκα με γυρισμένη την πλάτη, απόλυτα αφοσιωμένη στην αναζήτησή της.
Ο Μίλτος κοίταξε τη λεπτή σιλουέτα, τα μακριά μαύρα μαλλιά, τα δάχτυλα που περνούσαν χαϊδεύοντας τους σελιδοδείχτες καθώς τους σήκωνε για να τους δει και την πλησίασε. Λάτρης του ωραίου φύλλου, πάντα είχε τον τρόπο του να πλησιάζει τις γυναίκες που τον ενδιέφεραν, και τις περισσότερες φορές πετύχαινε το στόχο του. Ήταν έτοιμος να της μιλήσει , όταν αυτή απότομα γύρισε .
Τα μάτια της ήταν θλιμμένα , όμως χαμογέλασε αμέσως μόλις την κοίταξε. Το χαμόγελό της , φωτεινό και αυθάδικο, φώτισε το πρόσωπό της και έκανε την αντίθεση με τα μάτια της ακόμα πιο έντονη. Ήταν ντυμένη στα μαύρα και ο κόκκινος σελιδοδείχτης που κρατούσε τρυφερά στα χέρια της, φαινόταν από μακριά φαν φάρος. Την είδε να κοκκινίζει λες και διάβασε την σκέψη του και γύρισε αφήνοντας πίσω στο ράφι τον κόκκινο φάρο.
Βρέθηκε δίπλα της κοιτώντας τους σελιδοδείχτες, που ήταν παρατεταγμένοι στο ράφι. Σελιδοδείχτες από δέρμα, χαρτί, ύφασμα, μέταλλο, ξύλο, σε πολλά χρώματα και σχέδια, περίμεναν να επιλεχθούν ως σημάδια αναφοράς σε βιβλία αγαπημένα, και μ’ αυτή την επιλογή να τονίσουν κάποια σημεία της προσωπικότητας του αναγνώστη.
«Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Σπάνια χρησιμοποιώ σελιδοδείχτες. Αλλά το βιβλίο που διαβάζω τώρα είναι ιδιαίτερο και πιστεύω πως του αξίζει «, είπε χωρίς να την κοιτάει , έτσι σαν να μονολογούσε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια και τον ρώτησε χωρίς περιστροφές «Τι βιβλίο διαβάζεις;» ενώ τα χέρια της άρχισαν πάλι να τρέχουν πάνω στους σελιδοδείχτες, χαϊδεύοντας τους όπως πριν.
«Ένα βιβλίο με παραμύθια» της απάντησε, περίεργος να δει την αντίδρασή της. Εκείνη του χαμογέλασε ξανά κι αυτή τη φορά το χαμόγελο έφτασε στα μάτια της. «Πάντα τα παραμύθια θέλουν ιδιαίτερη μεταχείριση» του απάντησε «ειδικά αυτά που γράφουμε εμείς». Ήταν έτοιμος να την ρωτήσει τι εννοούσε , όταν χτύπησε το κινητό του. Καθώς άρχισε να μιλάει την είδε να απομακρύνεται διακριτικά. Μέχρι να κλείσει το τηλέφωνο είχε φύγει από το μαγαζί.
Κοίταξε ξανά το ράφι με τους σελιδοδείχτες και πήρε στα χέρια του τον κόκκινο σελιδοδείχτη, που είχε αφήσει η γυναίκα εσπευσμένα πριν. Ήταν απλός, φαρδύς, με το γνωστό κόψιμο στο τέλος κι είχε κάτι σοβαρό και προκλητικό ταυτόχρονα. «Όπως το βιβλίο με τα παραμύθια» σκέφτηκε και μειδιώντας περιπαιχτικά με τον συνειρμό τον πήγε στο ταμείο.
Είχαν περάσει έξι εβδομάδες από την μέρα που πήρε τον σελιδοδείχτη και αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό διάβαζε το τελευταίο παραμύθι. Συχνά έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται την γυναίκα του βιβλιοπωλείου και να δανείζει το πρόσωπό της στις ηρωίδες των παραμυθιών. Φτάνοντας στο τέλος του παραμυθιού, έστρωσε μηχανικά τον σελιδοδείχτη μπροστά στην λευκή σελίδα, όταν πρόσεξε ότι ακολουθούσαν κι άλλες σελίδες, λευκές κι αυτές.
«Έχει αρκετές σελίδες για το δικό μου παραμύθι» μονολόγησε και σηκώθηκε απότομα. Ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο μικρό βιβλιοπωλείο, ακολουθώντας την παρόρμηση της στιγμής, μην ξέροντας και ο ίδιος τι ακριβώς έψαχνε. Κοίταζε γύρω του ερευνητικά μέχρι που εντόπισε το τμήμα με τα παραμύθια. Στον ξύλινο πάγκο μπροστά από την βιβλιοθήκη είδε αυτό που τον οδήγησε ως εκεί.
Ανάμεσα σε άλλα βιβλία εντόπισε κατευθείαν το μικρό κόκκινο βιβλιαράκι. Στο εξώφυλλό του είχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία σε πλαίσιο, που έδειχνε την γυναίκα που είχε συναντήσει να διαβάζει μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Ο Μίλτος το πήρε βιαστικά στα χέρια του κι άρχισε να το ξεφυλλίζει.
«Το δικό μου παραμύθι ξεκίνησε σ’ ένα βιβλιοπωλείο, όταν έψαχνα βρω έναν σελιδοδείχτη για το αγαπημένο μου βιβλίο. Εκεί τον είδα για πρώτη φορά.» διάβασε στις πρώτες γραμμές. Με την καρδιά να χτυπάει δυνατά το έκλεισε και το ξανάνοιξε αμέσως μετά για να διαβάσει το τέλος. Όταν είδε την φράση ««και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» χαμογέλασε και το χαμόγελο μεγάλωσε μόλις είδε τον ζωγραφισμένο κόκκινο σελιδοδείχτη με τα περίεργα σχέδια.
Φέρνοντας τη σελίδα πιο κοντά στα μάτια του, κατάλαβε πως δεν ήταν σχέδια, αλλά αριθμοί, δέκα συνεχόμενοι αριθμοί. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε το νούμερο. Μόλις άκουσε την φωνή της , της είπε «Έχω τον σελιδοδείχτη σου. Κι άρχισα να γράφω το δικό μου παραμύθι».

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Ανάμεσα σε δύο κόσμους


Ο Δημήτρης στάθηκε στο φυσικό πλάτωμα, στην ράχη του βουνού και κοίταξε το ποτάμι που ορμητικό κυλούσε προς τα ριζά του, ακολουθώντας το δικό του φιδωτό μονοπάτι.
Εκεί υπήρχαν δύο χωριά, αντικριστά στις όχθες του ποταμού, φυσικό σύνορο και εμπόδιο ανάμεσά τους. Ο ήλιος που έδυε, είχε ήδη αφήσει το ένα χωριό στο σκοτάδι, τονίζοντας τις διαφορές τους. Γιατί τα δύο χωριά , διέφεραν όπως η μέρα με την νύχτα, κι ο Δημήτρης το ήξερε καλύτερα από τον καθένα.
Έκατσε σε μια πλατειά πέτρα κι άναψε τσιγάρο. Πήρε βαθιές ρουφηξιές μέχρι να νιώσει τον καπνό να του καίει τα σωθικά και κοίταξε ξανά τα δύο χωριά. Η κόλαση κι ο παράδεισός του ήταν εκεί, μπροστά του . Η πίκρα από το τσιγάρο που αργόσβηνε στα χείλη του, απλώθηκε στην καρδιά του.
Δύο χωριά, δύο γυναίκες, δύο αγάπες τον έφεραν σήμερα εδώ πάνω. Πέρασαν από την ζωή του αφήνοντας το ανεξίτηλο σημάδι τους χωρίς να κατορθώσουν να γεμίσουν την μοναξιά του. Και δεν ήξερε αν έφταιγε αυτός, που ζητούσε πολλά ή αυτές που δεν μπορούσαν να τα δώσουν.
Η πρώτη , η Αλεξάνδρα, ήταν ήρεμη, λογική, σταθερή στις απόψεις και στον έρωτα, ένα λιμάνι στις φουρτούνες. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες μαζί της για όλα τα θέματα και να νιώθει την κατανόησή της να τον σκεπάζει σαν ζεστό πάπλωμα. Τον εμπιστευόταν τυφλά και δεν έχανε ευκαιρία να του δείχνει τον θαυμασμό και την αγάπη της. Κι ενώ ήταν η γυναίκα που ήθελε μαζί της να χουζουρέψει το πρωί στο κρεβάτι, ο λόγος δεν ήταν η κούραση του έρωτα της περασμένης βραδιάς. Δεν υπήρχε ο ηλεκτρισμός, το πάθος, ο αναγκαίος ερωτισμός.
Η δεύτερη , η Μερόπη, είχε όλο το πάθος και την φλόγα που έλειπε από την Αλεξάνδρα. Και μόνο ο ήχος της φωνής της, τον έκανε τρελό από πόθο. Την ήθελε κάθε στιγμή και λεπτό, αλλά η έντασή της σχέσης τους δεν περιοριζόταν στο κρεβάτι. Διαφωνούσαν σχεδόν στα πάντα. Από την μουσική που άκουγαν μέχρι τους ανθρώπους που συναναστρέφονταν .Έπαιζε συνεχώς με τα συναισθήματά του, δοκίμαζε την υπομονή και την αγάπη του και παραπονιόταν ότι την παραμελούσε όταν δεν είχε την αποκλειστική προσοχή του. Η κακία της όταν θύμωνε και η ανυπόφορη ζήλια της, τον εγκλώβιζαν σ’ ένα κλουβί, που ήθελε απεγνωσμένα να δραπετεύσει. Ήταν η φουρτουνιασμένη θάλασσα που τον έλκυε με την άγρια ομορφιά της , αλλά που η φρόνηση τον κρατούσε μακριά .
Και οι δύο είχαν κάτι που ήθελε, που συμπλήρωνε τα θέλω και τις ανάγκες του. Και οι δύο είχαν κάτι που απεχθανόταν και που δεν μπορούσε να προσπεράσει.. Και τις δύο τις έδιωξε από την ζωή του και τώρα ήταν μόνος. Τώρα περίμενε κάτι να συμβεί. Να έρθει ο πραγματικός έρωτας να τον ξεσηκώσει. Με το ένα πόδι στην γη και το άλλο στον ουρανό να περπατήσει και να έρθει κοντά του. Και να τον λυτρώσει.
Ο ήλιος είχε δύσει εδώ κα ώρα. Έσβησε προσεχτικά το τσιγάρο στο βράχο, έβαλε το αποτσίγαρο στο άδειο πακέτο μαζί με τις υπόλοιπες γόπες και επιθεώρησε το καταφύγιό του. Όταν βεβαιώθηκε πως η παρουσία του εκεί το άφησε ανέγγιχτο, άρχισε να κατηφορίζει το γνωστό μονοπάτι, που οδηγούσε στο πρώτο χωριό. Για να φτάσει στο σπίτι του, έπρεπε να περάσει από την μικρή γέφυρα, που ένωνε τα χωριά πάνω από το ποτάμι. Ήταν επικίνδυνη όταν τα νερά ήταν ανεβασμένα από τις βροχές, όπως σήμερα. Έπρεπε να βιαστεί.
Διέσχισε το μικρό χωριό κι έφτασε στην άκρη της μικρής γέφυρας. Προχώρησε προσεχτικά , κοιτώντας κάτω για να μην γλιστρήσει στα νερά , που κάλυπταν πολλά σημεία της, όταν φτάνοντας στη μέση της είδε κάτι να γυαλίζει κάτω από το φως του φεγγαριού. Γεμάτος περιέργεια έσκυψε να δει το παράξενο αντικείμενο που επέπλεε σε μια νερολακούβα. Ήταν ένα μικρό άσπρο κουτί, τυλιγμένο με κόκκινη κορδέλα.
Το κράτησε στα χέρια του. Ήταν πολύ ελαφρύ σαν να ήταν άδειο. Το κούνησε δίπλα στο αυτί του κι ένιωσε παρά άκουσε ότι υπήρχε κάτι μέσα. Έμεινε αναποφάσιστος για μια στιγμή, αλλά η περιέργεια νίκησε κι έλυσε την κόκκινη κορδέλα . Άνοιξε το κουτί με προσοχή και ξαφνιασμένος ,καθώς η πεταλούδα βγήκε πετώντας ορμητικά από μέσα , άφησε να του πέσει κάτω μαζί με την κόκκινη κάρτα , που περιείχε.
Έσκυψε για δεύτερη φορά και το σήκωσε και γύρισε προς το φεγγάρι για να διαβάσει τα χρυσά γράμματα στην κάρτα. «Σ’ ευχαριστώ που με ελευθέρωσες. Σου κάνω δώρο μία ευχή για ανταμοιβή. Πρόσεξε όμως καλά τι θα ευχηθείς, γιατί θα γίνει πραγματικότητα. Δεν θα μπορέσεις να την αλλάξεις, ούτε θα έχεις δεύτερη ευκαιρία. Η νεράιδα του ποταμού»
Ο Δημήτρης έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Δεν πίστεψε στιγμή ότι αυτό που κρατούσε στα χέρια του ήταν κάτι παραπάνω από μία φάρσα, αλλά η καρδιά του σκίρτησε. Του φάνηκε σαν κάποιος να απαντούσε την αγωνία και στην μοναξιά του κι αυτό τον γέμισε με μια περίεργη χαρά και αυτοπεποίθηση.
Έκλεισε τα μάτια και είπε «Θέλω την γυναίκα-σύζευξη των δύο γυναικών που αγάπησα, την Αλεξάνδρα και την Μερόπη σε ένα, την τέλεια γυναίκα για μένα». Ανοίγοντας τα μάτια είδε μπροστά του μια μικρή νεράιδα που τον κοιτούσε αυστηρά. «Πήγαινε σπίτι σου. Η ευχή σου έχει πραγματοποιηθεί. Να θυμάσαι πάντως , πως εγώ σε προειδοποίησα».
Ένα μήνα μετά καθόταν στην μέση της γέφυρας , με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από τα άγρια νερά του ποταμού και μια έκφραση παραίτησης στο πρόσωπο. Φώναζε για ώρα καλώντας την νεράιδα να εμφανιστεί και να πάρει πίσω το δώρο της. Αυτή εμφανίστηκε μ’ ένα βαριεστημένο ύφος στο πρόσωπό της και τον ρώτησε τι πήγε στραβά.
«Είναι τόσο τέλεια που δεν μπορώ να την αγαπήσω. Σε όλα κρίνομαι ανεπαρκής, μια που εγώ παρέμεινα άνθρωπος με αδυναμίες και ελαττώματα. Δεν αφήνει μια χαραμάδα ανοιχτή στο όνειρο, γιατί δεν αναζητά τίποτα. Στο ταξίδι της ζωής δεν είναι συνταξιδιώτισσα, είναι παρατηρητής. Και μαζί της αισθάνομαι περισσότερο μόνος.»
Η νεράιδα του απάντησε «Έχασες δυο αγάπες γιατί δεν κάθισες να πολεμήσεις για αυτές. Δεν κατάλαβες πως τις αγαπούσες για τα ελαττώματά τους, παρά για τα προτερήματα. Σκέφτηκες μόνο τον εαυτό σου και τις δικές σου ανάγκες. Θα σου δώσω μία δεύτερη ευκαιρία, αν και δεν ξέρω αν την αξίζεις. Έλα αύριο πάλι εδώ να με βρεις, αυτή την ώρα». Και λέγοντας την τελευταία φράση πέταξε μακριά.
Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης την πέρασε κοιτώντας ανυπόμονα το ρολόι του. Την συμφωνημένη ώρα ξεκίνησε για την γέφυρα. Είδε μια άγνωστη γυναίκα να διασχίζει την γέφυρα. Την είδε από μακριά, καθώς ερχόταν από την απέναντι όχθη. Έφτασε στη μέση της γέφυρας λίγο πριν απ’ αυτόν κι έσκυψε να πάρει κάτι από το έδαφος. Έτρεξε για να βρεθεί κοντά της και αρπάζοντας το άσπρο κουτάκι με την κόκκινη κορδέλα , το πέταξε στο ποτάμι.
Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε με έκπληξη και απορία. Τα ελαφίσια μάτια της είχαν κάτι πονεμένο και σκληρό συνάμα. Ο Δημήτρης χαμογέλασε..

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Μήνυμα σε μπουκάλι


Η Μάρθα ζούσε σε ένα μικρό ορεινό χωριό, που μετά βίας μετρούσε διακόσιες ψυχές. Το διέσχιζε ένα μικρό ποτάμι που κατέληγε στην λίμνη, που βρισκόταν σε μικρή απόσταση από το χωριό και αποτελούσε το φυσικό σύνορο τριών χωρών.
Η πόλη δεν ήταν μακριά χιλιομετρικά, οι χειμώνες όμως ήταν βαρείς και συχνά έκαναν την μετακίνηση αδύνατη.
Ήταν το στερνοπούλι της οικογένειας κι η μοναχοκόρη τους. Αγαπημένη και χαϊδεμένη από γονείς και αδερφούς, μεγάλωνε στα πούπουλα, χωρίς να κάνει τις δουλειές που τις αναλογούσαν και μαθημένη να περιμένει τα πάντα στα πόδια της. Οι γονείς της ήταν δουλευταράδες , σκληραγωγημένοι και μαθημένοι χρόνια να δουλεύουν από τα χαράματα ως αργά το βράδυ χωρίς να ζητούν τίποτα για τον εαυτό τους. Το μόνο τους μέλημα ήταν τα παιδιά τους να έχουν το μέλλον που τους αξίζει, να μην στερηθούν όσα έλειψαν από τους ίδιους και κυρίως να φύγουν μακριά .
Η Μάρθα ξεχώριζε ανάμεσα στα άλλα παιδιά, που όλα ήταν μεγαλύτερα, για την ανέμελη συμπεριφορά της και για τα ονειροπόλα μάτια της. Καθόταν με τις ώρες χαμογελώντας μόνη της, καθώς ονειροβατούσε, ειδικά τις κρύες μέρες και νύχτες του χειμώνα, που το δριμύ κρύο τους έκλεινε μέσα και δεν υπήρχε τίποτα να κάνει για να σπάσει την μονοτονία.
Ο επίσημος πωλητής ψεύτικων ονείρων, η τηλεόραση, την έκανε να πιστεύει πως έξω από το χωριό και πέρα από τα χιόνια και τους πάγους, βρίσκεται ένας λαμπερός κόσμος, στον οποίο συμβαίνουν θαύματα κάθε μέρα. Ήταν βέβαιη πως εκεί έξω την περίμεναν οι νέοι πρίγκιπες, γοητευτικοί και επιτυχημένοι στην δουλειά τους, άνετοι με το κουστούμι και την αθλητική τους φόρμα, ρομαντικοί και γενναιόδωροι με τις γυναίκες, έξυπνοι και διασκεδαστικοί.
Φανταζόταν πως ήταν κι η ίδια από αυτές τις γυναίκες των τηλεοπτικών σειρών , που κατάφερναν να ισορροπούν ανάμεσα σε μια επιτυχημένη καριέρα, ήταν άψογες νοικοκυρές, μητέρες και ερωμένες, καλοντυμένες, φρεσκοχτενισμένες και αψεγάδιαστα βαμμένες όλες τις ώρες τις ημέρας, ιδανικές σύντροφοι των σύγχρονων πριγκίπων. Κοιτούσε γύρω της και το δεκατετράχρονο μυαλό της δεν μπορούσε να χωρέσει πως οι γονείς και τα αδέρφια της δεν ακολουθούσαν τα πρότυπα της τηλεόρασης.
Άρχισε να γράφει γράμματα σε έναν φανταστικό σύντροφο του λαμπερού κόσμου, που περίμενε πως σύντομα θα γινόταν μέλος του. Τα έγραφε ξημερώματα, την ώρα που οι γονείς της πήγαιναν στο χωράφι, καθισμένη στην τουαλέτα της μαμάς της, φορώντας τις ψηλοτάκουνες γόβες και το καλό της φουστάνι, αρωματισμένη και βαμμένη προσεκτικά. Αντί για υπογραφή, ακουμπούσε τα κατακόκκινα χείλη της στο τέλος κάθε επιστολής και τύλιγε τα φύλλα σε λεπτό ρολό και τα τύλιγε με κόκκινες κορδέλες.
Έβαζε στην συνέχεια τα τυλιγμένα φύλλα σε μπουκάλια μπύρας, που έκρυβε όταν πήγαινε στον μπακάλη για επιστροφή, στα οποία ξεκολλούσε με προσοχή τις ετικέτες και εξαφάνιζε τα ίχνη της κόλλας με οινόπνευμα. Τα σφράγιζε με φελλούς και κερί και τύλιγε στις άκρες τους τις ίδιες κόκκινες κορδέλες, που μάζευε με από τα τυλιγμένα κουτιά ζαχαροπλαστείων και έκοβε με προσοχή. Ντυμένη και στολισμένη, παραπατώντας στο ακατάλληλο έδαφος για τις ψηλοτάκουνες γόβες, τα έριχνε στα κλεφτά στο ποτάμι που περνούσε δίπλα από το σπίτι.
Παρακολουθούσε την πορεία τους βγάζοντας τα εμπόδια από το πέρασμά τους , αναγκασμένη πολλές φορές να μπει ξυπόλυτη στα κρύα νερά κρατώντας τις άκρες από το φουστάνι με το ένα χέρι για να μην το βρέξει και φανερωθεί. Γυρνούσε σπίτι τουρτουρίζοντας από το κρύο, με τα μάγουλα κόκκινα από τον ενθουσιασμό και την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Πέρασε ένας χρόνος και τα μπουκάλια της μπύρας δεν σταμάτησαν να ταξιδεύουν προς το άγνωστο μέχρι που ήρθε η ώρα να πάει στο λύκειο.
Το μοναδικό λύκειο βρισκόταν στην πόλη, όπου οι γονείς της νοίκιασαν ένα διαμέρισμα. Η πόλη, αν και μικρή, ήταν ένας διαφορετικός κόσμος για την Μάρθα. Κόσμος που κυκλοφορούσε έξω μέχρι αργά, πολλά μαγαζιά και ξενυχτάδικα, πολλούς νέους στην ηλικία της και μεγαλύτερους, που δεν γνώριζε. Είχε και πανεπιστήμιο, και οι φοιτητές από διάφορα μέρη της Ελλάδας, είχαν έναν άλλο αέρα και συμπεριφορά.
Όταν γνώρισε τον Αντώνη, πρωτοετή φοιτητή από την συμπρωτεύουσα, πίστεψε πως το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Την κάλεσε στο δωμάτιό του κι εκεί είδε πάνω στην βιβλιοθήκη του, ένα μπουκάλι μπύρας, σφραγισμένο με κερί, τυλιγμένο με ξεφτισμένες κόκκινες κλωστές. Προσπαθώντας να συγκρατήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή , τον ρώτησε πως βρέθηκε στα χέρια του και γιατί ήταν ακόμα κλειστό.
Αυτός της απάντησε πως το βρήκε την άνοιξη ,που είχε πάει στην λίμνη και πως πίστευε πως πρέπει να ανοιχτεί μόνο σε κάποια εξαιρετική περίπτωση, όπως αξίζει στα μυστικά μηνύματα ,που ταξιδεύουν να βρουν τους αποδέκτες τους και στους έρωτες που αφορούν. Την ίδια μέρα η Μάρθα αποφάσισε να του δοθεί μ’ όλο το πάθος του έρωτα που ένιωσε να φουντώνει στην εφηβική καρδιά της.
Ο Αντώνης ήταν τρυφερός μαζί της, καταλαβαίνοντας τον φόβο και τον ενθουσιασμό της, αλλά ήταν άπειρος και φάνηκε βιαστικός και άξεστος, όταν έφτασε η κατάλληλη στιγμή. Η Μάρθα έκρυψε την απογοήτευσή της, πιστεύοντας πως έφταιγε η δική της απειρία κι ο Αντώνης το δέχτηκε σαν απρόσμενο δώρο. Για να καλύψει την σιωπή και να νιώσουν κι οι δύο καλύτερα, της είπε πως ήταν η πλέον κατάλληλη στιγμή να σπάσουν το μπουκάλι.
Κι ενώ η Μάρθα ντυνόταν, έσπασε το μπουκάλι με μια αποφασιστική κίνηση κι έβγαλε έξω το τυλιγμένο χαρτί. Έκοψε τις κόκκινες κορδέλες και άρχισε να διαβάζει δυνατά το γράμμα. Εξίσου δυνατά ήταν και τα γέλια του για το περιεχόμενο του μηνύματος. Αυτή τον παρακολουθούσε αμίλητη να γελάει μέχρι δακρύων και να σχολιάζει , ώσπου γύρισε και την κοίταξε ξαφνιασμένος από την σιωπή της.
Του ζήτησε να της δώσει το γράμμα, πράγμα που αυτός έκανε μηχανικά. Πιστεύοντας πως φταίει το απογοητευτικό σεξ , έγινε ειρωνικός και επιθετικός κι άρχισε να της ζητάει εξηγήσεις για την περίεργη συμπεριφορά της. Αυτή, κοιτώντας τον λάθος αποδέκτη του μηνύματος, του έρωτα και των ελπίδων της, απάντησε πως ήθελε να μείνει λίγο μόνη και πως θα του τηλεφωνούσε σύντομα.
Δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί του ξανά. Ένα μήνα αργότερα μετρούσε τις μέρες και η αγωνία της έσφιγγε το στήθος. Πήγε στο φαρμακείο και πήρε ένα τεστ εγκυμοσύνης, το οποίο βγήκε θετικό. Δεν τόλμησε να επισκεφτεί γυναικολόγο από φόβο μήπως μαθευτεί κάτι, αλλά κάθε μέρα που περνούσε βεβαιωνόταν για την αλήθεια του τεστ.
Γυρίζοντας στο χωριό για τις διακοπές του Πάσχα, πρόσεξε για πρώτη φορά, πως ο Χρήστος, φίλος του αδερφού της και κοντοχωριανός, την κοιτούσε μ’ ένα ονειροπόλο βλέμμα. Του χαμογέλασε και τον είδε να κοκκινίζει. Τον ήξερε μια ζωή κι ήταν σίγουρη για δύο πράγματα γι’ αυτόν: ότι ήταν άντρας ακέραιος και τίμιος κι ότι δεν θα έφευγε ποτέ από το χωριό.
Παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της , που ονειρευόταν ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτήν, τον παντρεύτηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα . Έξι μήνες μετά το γάμο τους γεννήθηκε η κόρη της. Αν και δεν το περίμενε, αγάπησε με όλη της την καρδιά, αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα, νιώθοντας τόσο γεμάτη από αυτήν την αγάπη, που δεν έμειναν περιθώρια για πικρίες.
Ο Χρήστος την κακομάθαινε, όπως άλλοτε οι γονείς της, φροντίζοντας να μην της λείπει τίποτα, την καμάρωνε , όπως και την κόρη της, στάθηκε τρυφερός σύζυγος και πατέρας και ποτέ του δεν ρώτησε τι είχε συμβεί. Η ανιδιοτελής αγάπη του έκανε την Μάρθα να αρχίσει πάλι να ονειρεύεται όχι πλέον για τον εαυτό της , αλλά για το μέλλον της κόρης της.
Η μικρή ήταν τριών χρονών όταν παίζοντας στην αυλή του σπιτιού ανακάλυψε ένα μπουκάλι με κόκκινη κορδέλα. Το πήγε στην μαμά της χαρούμενη για το εύρημά της και περίεργη για το περιεχόμενό του. Η Μάρθα έμεινε για μια στιγμή ακίνητη βλέποντας το γνώριμο μπουκάλι. Κοίταξε την κόρη της που την παρατηρούσε παραξενεμένη και χαμογέλασε. Την φώναξε κοντά της και αγκαλιασμένες μπήκαν στην κουζίνα, όπου έπλυναν μαζί με προσοχή το μπουκάλι και του έβαλαν καινούρια κορδέλα.
Βγήκαν μαζί από το σπίτι και με τα χέρια ενωμένα το έριξαν στο ποτάμι…

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Μ' ένα σύννεφο για προσκεφάλι



       Τα δύο κορίτσια γέλασαν δυνατά κοιτάζοντας τις ανοιγμένες παπαρούνες που κρατούσαν στα χέρια τους. Η μία ξάπλωσε στο έδαφος πάνω τους βάζοντας τα χέρια που κρατούσαν την ανοιγμένη παπαρούνα στο στήθος και κοίταξε τον ουρανό χαμογελώντας προκλητικά. Η άλλη έκατσε διακριτικά δίπλα της και κοίταζε την δική της παπαρούνα μ’ ένα χαμόγελο Μόνα-Λίζας στον πρόσωπο.
Ήταν κι οι δύο είκοσι χρονών γεμάτες θέληση για ζωή, όνειρα κι ελπίδες για το μέλλον. Ήταν διαφορετικές τόσο εμφανισιακά όσο και σαν χαρακτήρες, αλλά αυτό δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στην φιλία τους , που είχε τις ρίζες της στα παιδικά τους χρόνια.
Η Φένια ήταν μελαχρινή, ψηλή και κύρια χαρακτηριστικά της ήταν τα σκανδαλιάρικα μαύρα μάτια της και το αστραφτερό χαμόγελό της, που δεν έχανε σχεδόν ποτέ. Η Αλίκη ήταν ξανθιά, μικροκαμωμένη και κύρια χαρακτηριστικά της ήταν το στρογγυλό, παιδικό πρόσωπό της και τα τριανταφυλλένια χείλη της σαν κούκλας, που τόνιζαν σαν παράταιρο το αινιγματικό της χαμόγελο.
Έπαιζαν ένα παιχνίδι που το είχαν αρχίσει από μικρές. Άνοιγαν τις κλειστές παπαρούνες και ανάλογα με το χρώμα , που άλλες φορές ήταν κόκκινο, άλλες ροζ και σπάνια άσπρο, λέγανε τι θα συναντήσει η καθεμία στη ζωή της έρωτα, αγάπη ή αγνότητα. Μπορεί να ήταν παράξενο παιχνίδι, κι ίσως χωρίς νόημα, αλλά με το παιδικό τους μυαλό όμως, νομίζανε πως μπορούνε να πάρουν ένα στοιχείο για το μέλλον τους.
Αυτήν την μέρα αποφάσισαν να το παίξουν πάλι , επιλέγοντας η καθεμία , από μία παπαρούνα. Η Φένια βρήκε την άσπρη και η Αλίκη την κόκκινη. Τους φάνηκε τόσο αστείο ώστε δεν σταμάτησαν να γελάνε για πολλή ώρα.
Η Φένια πάντα ενθουσιώδης, ονειροπόλα και παθιασμένη κυνηγούσε να βρει τον έρωτα από την εφηβεία τους και αν και δεν τον είχε συναντήσει μέχρι τώρα, όλα έδειχναν ότι θα ήταν η πρώτη επιλαχούσα. Εύκολα γνώριζε κόσμο, έμπαινε σ’ ένα μαγαζί κι έβγαινε χαιρετώντας τους μισούς με το όνομά τους, εύκολα πλησίαζε τις καρδιές, μάζευε τις εξομολογήσεις και τα μυστικά από την πρώτη γνωριμία, εύκολα την ερωτευόταν.
Η Αλίκη από την άλλη ήταν συνεσταλμένη, τον έρωτα τον περίμενε σχεδόν αφηρημένα , σίγουρη όμως πως θα βρεθεί στο κατώφλι της κάποια στιγμή. Παρά το γλυκό του χαρακτήρα της, ήταν απόλυτη στις απόψεις της, κλειστή σαν στρείδι στις νέες γνωριμίες, με το χαρακτηριστικό χαμόγελο, που πολλοί το θεωρούσαν ειρωνεία. Πίστευε πως ήταν σπατάλη να ξοδεύει τον χρόνο της με ανθρώπους, που δεν ήξερε αν θα έβλεπε αύριο και πάντα διαφωνούσε για την ανοιχτή αγκαλιά της φίλη της.
Εκείνη την ημέρα θα κοιμόταν στο σπίτι της Φένιας, όπως συνήθιζαν να κάνουν από παλιά. Μοναχοπαίδια και οι δυο, μεγάλωναν σε δύο σπίτια, που τα αισθανόταν το ίδιο οικεία , όπως το δικό τους και μοιραζόταν τα πάντα με χαρά. Γύρισαν στο σπίτι , η Φένια κρατώντας ακόμα την παπαρούνα, που είχε μαδήσει στο χέρι σαν τρόπαιο, ενώ η Αλίκη την κοιτούσε γελώντας ακόμα για τα μούτρα της- την δική της την είχε πετάξει εδώ και ώρα.
Ετοίμασαν κάτι πρόχειρο για να φάνε, πήρανε από το ψυγείο ένα μπουκάλι άσπρο κρασί και πήγαν στο δωμάτιο της Φένιας. Μέχρι τα μεσάνυχτα μιλούσαν ενώ το μπουκάλι είχε πλέον αδειάσει.
«Μερικές φορές θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα», είπε η Φένια. «Εγώ κοιμάμαι με το κεφάλι στα σύννεφα κι εσύ κάτω στην γη με φωνάζεις να γυρίσω. Και καθώς δεν έχω βγάλει φτερά , προσγειώνομαι απότομα κοντά σου και καταλαβαίνω πως δεν είναι καλό να έχω ένα σύννεφο για προσκεφάλι».
«Μακάρι να μπορούσα λοιπόν, να κάνω κι εγώ αυτό που κάνεις»., απάντησε η Αλίκη, «να έβαζα στην άκρη τη λογική και να άφηνα το παιδί που έχω μέσα μου να κινηθεί χωρίς να το τραβάω συνέχεια από το χέρι. Όμως δεν μπορώ».
Εκείνο το βράδυ η Φένια ονειρεύτηκε τον Έρωτα. Ξαπλωμένη σ’ ένα σύννεφο, τον είδε να πετάει προς το μέρος της και να της τραγουδάει. Κάθισε δίπλα της και της μίλησε Το πρόσωπό του ήταν στο σκοτάδι, τα μάτια του όμως έφεγγαν και τα λόγια του ζωγράφιζαν τον παράδεισο του. Ήξερε πως θα τον αναγνώριζε μόλις τον συναντούσε.
Στα επόμενα πέντε χρόνια, η Αλίκη γνώρισε τον πρώτο και τελευταίο έρωτά της. Παντρεύτηκε κι έκανε δύο παιδιά και εξακολουθούσε να είναι ευτυχισμένη και ερωτευμένη με τον πατέρα των παιδιών της, όπως τον πρώτο καιρό.
Η Φένια έψαχνε σε σχέσεις χωρίς αντίκρισμα να βρει τον έρωτα των ονείρων της. Κάθε σχέση όμως, την οδηγούσε πιο μακριά από τον φτερωτό της ιππότη. Κοιτούσε τις παπαρούνες με πίκα κι άρχισε να πιστεύει πως όλα ήταν γραμμένα από την αρχή.
Όταν η Αλίκη την ρώτησε αν συνάντησε τον έρωτα στα σύννεφα που τριγυρνούσε κάθε βράδυ απάντησε « Τον συνάντησα πολλές φορές, αλλά ήταν πάντα απασχολημένος»

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Το κεντρί της μέλισσας



Μεσημέρι καλοκαιριού κι ο ιδρώτας κολλούσε επάνω της σαν δεύτερο δέρμα.
Ένιωθε να βυθίζεται σ’ έναν γλυκό λήθαργο ακούγοντας τα τζιτζίκια έξω από το παράθυρο και μυρίζοντας ακόμα την θάλασσα , που έβγαινε σαν αλμυρός ιδρώτας από τους πόρους της. Από το μισόκλειστο πατζούρι μια ακτίνα ήλιου της χάιδευε το χέρι κι αυτό το ζεστό χάδι την χαλάρωνε.
Η σκέψη της ξεστράτισε πάλι κι η αγωνία την πλημμύρισε . Δεν θα τα κατάφερνε να κοιμηθεί. Και το βράδυ είχε μόνο στιγμές ανάπαυλας, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Το προηγούμενο βράδυ και το βράδυ πριν από αυτό κι όλα τα βράδια από την μέρα που τον γνώρισε. Ένα μικρό βογγητό βγήκε από τα χείλη της, που αμέσως τα δάγκωσε με μανία.
Σηκώθηκε εκνευρισμένη από το κρεβάτι και πήγε ξυπόλυτη στην μικρή κουζίνα. Έκλεισε τα χέρια της σε γροθιές μπήγοντας τα νύχια βαθιά στην παλάμη, μήπως ο πόνος την συνεφέρει. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα ανήμπορης λύσσας. Τίποτα δεν βοηθούσε να κατανικήσει αυτό το αίσθημα του πανικού, της ανυπόφορης αγωνίας του έρωτα. Που να ήταν τώρα, γιατί δεν επικοινώνησε μαζί της τόσες μέρες, σε ποια αγκαλιά κοιμόταν, τι όνομα φώναζε στα όνειρά του;
Από την αρχή της σχέσης τους κατάλαβε πως έτσι κι έμπαινε στην καρδιά της, θα σημάδευε την αρχή μιας άλλης εποχής στην ζωή της. Αν και ο συναγερμός χτύπησε από την πρώτη φορά που την αγνόησε επιδεικτικά , αυτή άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά της κι αφέθηκε στο μεθυστικό συναίσθημα του έρωτα, που την συγκλόνιζε. Τώρα , τόσους μήνες μετά, μετρούσε τις πληγές , που άφησε τόσο με την παρουσία όσο και με την απουσία του.
Άνοιξε το ψυγείο κι ήπιε το παγωμένο νερό από το μπουκάλι μέχρι που ένιωσε την κοιλιά της να τεντώνει . Η δίψα παρέμεινε κι το κάψιμο στα σωθικά της έγινε πιο έντονο , αντί να καταλαγιάσει. Πώς να κορέσει αυτήν την αχόρταγη δίψα, πώς να ξεγελάσει το κάψιμο, όταν αυτός ήταν μακριά; Πώς να γιατρέψει αυτήν την πληγή , που έχασκε ορθάνοιχτη μπροστά της και το βάθος της χανόταν στο παράπονο της ύπαρξης; Πώς να μην τον ψάξει ξανά, παρά τις υποσχέσεις που έδινε στον εαυτό της, όταν η έλλειψη του, σκοτείνιαζε τον κόσμο της;
Γύρισε στο δωμάτιο και πήρε το βιβλίο που είχε αφήσει στο κομοδίνο. Χωρίς να μπει στον κόπο να βάλει τις παντόφλες της, βγήκε στο μικρό μπαλκόνι με το βιβλίο αγκαλιά και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Έβγαλε τον σελιδοδείκτη από την έκτη μόλις σελίδα, την οποία είχε διαβάσει τουλάχιστον δέκα φορές χωρίς να καταφέρει να καταλάβει λέξη. Πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν μπορούσε να βρει παρηγοριά ούτε και στα βιβλία. Δεν μπορούσε να συγκεντρώσει την σκέψη της και να μεταφέρει την πληροφορία στον εγκέφαλό της, που ο Μάριος είχε κάνει κατάληψη.
Έβγαλε την διπλωμένη στα τέσσερα σελίδα, που είχε κρυμμένη ανάμεσα στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου και διάβασε ξανά το μισοτελειωμένο γράμμα. «Αγαπημένε μου, αναρωτιέμαι πως θα ήταν να σε γνώριζα τώρα δα και να αρχίζαμε πάλι από την αρχή. Να με συντροφεύεις ξανά σε άσκοπες περιπλανήσεις. Να κυνηγιόμαστε στους δρόμους σαν μικρά παιδιά. Να χαμογελώ βλέποντας το πρώτο μήνυμα της ημέρας. Να σου λείπω και να μου το γράφεις με έμφαση. Να με παρηγορείς και να με μαλώνεις. Να γελώ με τους καυγάδες μας. Να με θέλεις και να μου το λες. Να είσαι εδώ και να το ξέρω πως σύντομα θα σ’ ανταμώσω. Αναρωτιέμαι…».
Τα μάτια της πλημμύρισαν με δάκρυα που τ’ άφησε να κυλίσουν πάνω στο χαρτί μουτζουρώνοντας τις λέξεις, εξαφανίζοντας τα «να», αφήνοντας μόνο την ερώτηση. Και το παράπονο. Δίπλωσε ξανά το χαρτί στα τέσσερα και το έκοψε στην μέση , και ξανά στην μέση, και ξανά , μέχρι που έμεινε με μια χούφτα κομφετί στο χέρι. Έτσι κομμάτια έγινε κι άμυνά της, το χιούμορ κι αυτοσαρκασμός, που επιστράτευε πάντα στα δύσκολα, η περηφάνια της και το πείσμα της ,που της έδιναν την δύναμη να σηκώνεται πάντα όρθια, η εμμονή και η προσήλωση σε ότι θεωρούσε σημαντικό, που την έκαναν να αγαπάει τα λάθη της. Έγειρε το χέρι και τα άφησε να πέσουν στο γεμάτο αποτσίγαρα τασάκι.
Γνωρίστηκαν χάρη στην αλλεργία της στις μέλισσες και την δική του προστατευτική φύση. Αν και η αλλεργία της ήταν γνωστή από τα παιδικά της χρόνια, ποτέ δεν θυμόταν να προστατεύσει τον εαυτό της. Της άρεσε να φοράει χαρούμενα, πολύχρωμα ρούχα όταν ήταν στην εξοχή, να κυλιέται στις παπαρούνες, να τριγυρνάει από λουλούδι σε λουλούδι μυρίζοντας , αγγίζοντας, χοροπηδώντας σαν παιδί, ενώ συχνά χανόταν στις μικρές περιπλανήσεις της λόγω της μειωμένης αίσθησης προσανατολισμού , που την χαρακτήριζε..
Έτσι κι εκείνη την ημέρα απομακρύνθηκε από την παρέα ακολουθώντας τα χωμάτινα μονοπάτια που οδηγούσαν σε λαβυρίνθους μέσα κι γύρω από το πευκόδασος, που είχαν πάει για πικνίκ. Άπλωσε το χέρι για να χαϊδέψει το ροζ λουλούδι που αντίκρισε κι η μέλισσα που κρυβόταν μέσα του, βρέθηκε δίπλα στο χέρι της. Πριν καλά καλά το καταλάβει ένιωσε τον οξύ και ραγδαία αυξανόμενο πόνο, που ακολουθεί το τσίμπημα, ενώ σύντομα η οδυνηρή φαγούρα και το σταδιακό οίδημα της θύμισαν πως δεν είχε μαζί της τα αντισταμινικά της κι ότι δεν θυμόταν πώς να γυρίσει πίσω.
Τότε, σαν από μηχανής θεός, εμφανίστηκε ο Μάριος με την μηχανή του. Σταμάτησε δίπλα της , άκουσε το πρόβλημα, έβγαλε το κεντρί με το νύχι του, από κάτω προς τα επάνω, όπως ακριβώς έπρεπε, έβγαλε το φουλάρι που φορούσε κι έδεσε σφιχτά το χέρι της ώστε να επιβραδυνθεί η κυκλοφορία του δηλητηρίου κι όσο τα έκανε αυτά της μιλούσε ήρεμα προσπαθώντας να την εμψυχώσει. Την ρώτησε αν ζαλίζεται κι αν μπορεί να ανέβει στην μηχανή για να την μεταφέρει στο πλησιέστερο ιατρικό κέντρο και την κοίταξε στα μάτια για πρώτη φορά.
Ένιωσε την καρδιά της να χτυπά άτακτα και κατάλαβε πως το δηλητήριο της μέλισσας ήταν το λιγότερο που έπρεπε να την απασχολεί. Την περίμενε έξω από το ιατρικό κέντρο μέχρι να της κάνουν την ένεση κορτιζόνης. Την συνόδεψε σπίτι της και μιλήσανε μέχρι αργά, όταν τον κάλεσε για καφέ. Κι η γλυκιά ζάλη της πρώτης εκείνης μέρας, έγινε η αιτία για τον ίλιγγο του σήμερα.
Κοίταξε την μέλισσα που τριγυρνούσε από τις γλάστρες με τα λουλούδια στο τραπέζι της. Πήρε στα χέρια της το άχρηστο βιβλίο και με μια κοφτή και αποφασιστική κίνηση την χτύπησε μ’ αυτό. Ένα περίεργο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της όταν μάζεψε το βιβλίο και την σκοτωμένη μέλισσα και τα πέταξε στα σκουπίδια μαζί με το περιεχόμενο από το τασάκι..

Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

Στην άκρη του γκρεμού



Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ. Ο Γιάννης ανηφόριζε με δυσκολία το φιδωτό μονοπάτι , που οδηγούσε στην κορυφή του βουνού.
Έφτασε με κομμένη την ανάσα μπροστά στην παλιά εκκλησία. Έστριψε αριστερά και κατέβηκε τα σκαλιά με τρεμάμενα βήματα. Γύρω του δέντρα που ρίχνανε απειλητικά την σκιά τους τον έκαναν να προχωρήσει πιο γρήγορα. Έστριψε δεξιά και σταμάτησε.
Μπροστά του ήταν ο γκρεμός. Προχώρησε στην άκρη του και κοίταξε γύρω του. Τα φώτα της πόλης πρόβαλαν σαν πυγολαμπίδες κι έδειχνε παράξενα όμορφη από δω ψηλά. Έκανε ακόμα ένα βήμα και σταμάτησε. Μέσα από τα σύννεφα είδε να ξεπροβάλλει η μορφή μιας γυναίκας, τόσο οικείας και τόσο μακρινής, η μορφή της γυναίκας του.
Ξύπνησε μούσκεμα στον ιδρώτα και νιώθοντας ένα παγωμένο χέρι να του σφίγγει την καρδιά. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Ήταν ακόμα τρεις η ώρα. Κι ήξερε πως δεν θα μπορούσε να ξανακοιμηθεί όσο κι αν το προσπαθούσε.
Επί δύο χρόνια επαναλαμβανόταν αυτό κάθε βράδυ. Όσο κι αν προσπαθούσε να ξεγελάσει το κορμί του εξαντλώντας το με γυμναστική και ναρκώνοντάς το με ποτό, κάθε βράδυ έβλεπε το ίδιο όνειρο και ξυπνούσε την ίδια ώρα , πάντα στις τρεις το πρωί, την ώρα που έφυγε η Στέλλα από την ζωή του για πάντα.
Πέρασαν κι άλλες γυναίκες από την ζωή του και πριν και μετά, αλλά το σημάδι που του άφησε σαν τατουάζ πάνω στην καρδιά του, δεν έσβηνε με τίποτα. Και για όλα έφταιγε εκείνο το βράδυ στον γκρεμό. Δεν την αγαπούσε πια , ήταν σίγουρος γι’ αυτό, αλλά δεν μπορούσε να προχωρήσει γιατί κάτι εκείνην την μέρα έσπασε μέσα του κι άδειασε από έρωτα και συναισθήματα.
Δεν ήταν ποτέ του ιδιαίτερα κοινωνικός. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως είναι απλά επιλεκτικός, αλλά τα χρόνια απέδειξαν πως απλά φοβόταν να ανοιχτεί, να μοιραστεί, να εκμυστηρευτεί, να ζήσει. Χρυσό κλουβί η επιφυλακτικότητά του τον προστάτευε από τις κακοτοπιές, αλλά τον κλείδωνε έξω από την χαρά.
Η Στέλλα ήταν ακριβώς το αντίθετο. Γεμάτη ζωή και ενθουσιασμό μιλούσε με όλους για τα πάντα. Ήταν ανοιχτή στην ζωή , στις συγκινήσεις, στον πόνο και στην χαρά κι ήταν τόσο αυθόρμητη, που θύμιζε παιδί. Η γνωριμία τους στάθηκε καταλύτης στην ζωή και των δύο.
Ο Γιαννης έβαζε φρένο στον αυθορμητισμό της κι αυτή τον παρέσυρε με τον ενθουσιασμό της. Στην αρχή θεώρησαν πως αυτό ήταν σημάδι πως ο ένας θα συμπλήρωνε τον άλλο, στην συνέχεια πίστεψαν ο καθένας από την πλευρά του, πως με την αγάπη τους θα νικούσαν τις διαφορές, στα χρόνια που πέρασαν προσπάθησε ο ένας να προσηλυτίσει τον άλλο και λίγο πριν τον τέλος θεωρούσαν και οι δύο τους εαυτούς του αδικημένους.
Από την αρχή της σχέσης τους συνήθιζαν να πηγαίνουν στον γκρεμό και να κάθονται να συζητάνε καθισμένοι εκεί στην άκρη , όλα όσα τους προβλημάτιζαν Εκεί της ζήτησε να τον παντρευτεί, εκεί του είπε πως είναι έγκυος, εκεί χωρίσανε. Κι ο Γιάννης δεν ξαναπήγε. Τουλάχιστον , όχι ξύπνιος.
Ήθελε χρόνια να της ζητήσει να κάνουν έρωτα εκεί, στην άκρη του γκρεμού, αλλά φοβόταν μήπως του αρνηθεί και το απέφευγε. Πάντα πίστευε πως έχουν χρόνο, πως θα γίνει μια άλλη στιγμή, μια άλλη μέρα, μια άλλη χρονιά. Και ο θυμός για το ανεκπλήρωτο όνειρο τον στοίχειωνε.
Εκείνην την ημέρα αποφάσισε πως έπρεπε να τελειώνει και με τα όνειρα και με τους εφιάλτες. Πήγε σε έναν γιατρό και κατάφερε να του γράψει υπνωτικά. Πήρε δύο χάπια πριν ξαπλώσει και χαμογέλασε.
Μπροστά του ήταν ο γκρεμός. Προχώρησε στην άκρη του και κοίταξε γύρω του. Μέσα από τα σύννεφα είδε να ξεπροβάλλει η μορφή μιας γυναίκας, τόσο οικείας και τόσο μακρινής, η μορφή της γυναίκας του. Την κάλεσε κοντά του κι άρχισε να μιλάει. Της είπε όλα όσα φύλαγε στην καρδιά και στο μυαλό του όλα τα χρόνια που ήταν μαζί. Κι αυτή τον άκουγε και του χάιδευε τα μαλλιά. Όταν τελείωσε κάνανε έρωτα εκεί στην άκρη του γκρεμού όπως το ονειρευόταν.
Την Στέλλα την ξύπνησε το τηλέφωνο. Σαν σε όνειρο άκουσε να της λένε για τον θάνατο του Γιάννη. Τον είχαν βρει γυμνό, στην άκρη του γκρεμού Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και χαμογελούσε. Ο ιατροδικαστής είπε πως η καρδιά του σταμάτησε να χτυπάει στις τρεις τα ξημερώματα.