Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εναλλακτικά παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εναλλακτικά παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Η ωραία κοιμωμένη




        Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία κοντινή χώρα , ζούσε ένα ζευγάρι πολύ αγαπημένο, που όλοι τους ζήλευαν και τους είχαν για παράδειγμα προς μίμηση.

       Δεν ήταν όμως ευτυχισμένοι, γιατί δεν είχαν παιδιά.
Δοκίμασαν τα πάντα, γιατρούς και γιατροσόφια, εξαντλώντας τα χρήματα , την υπομονή και την αγάπη τους, μέχρι που στο τέλος αποφάσισαν να κάνουν τάμα σε κάποιον άγιο ό,τι τους είχε απομείνει ,ως τελευταία κίνηση απελπισίας.

       Αφού πέρασαν από όλα τα μοναστήρια και τις εκκλησίες χωρίς αποτέλεσμα, κι ενώ το κομπόδεμά τους έφτανε στο τέλος του, κάποιος φίλος τους μίλησε για τον Άγιο Έρωτα. Δεν θα χρειαζόταν να δώσουν τίποτα υλικό ούτε χρήματα, ούτε λαμπάδες, ούτε χρυσάφια και μαλάματα. Μόνο έπρεπε να τάξουν πως το παιδί που θα γεννιόταν θα είχε πάντα την πόρτα και την καρδιά του ανοιχτή , όποτε το ζητούσε ο άγιος. Ανακουφισμένοι, δέχτηκαν ανεπιφύλακτα το τάμα.

      Έτσι έγινε κι ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι, την ώρα που ο ήλιος έλαμπε, ήρθε στην ζωή τους , πρόωρο, βιαστικό να γνωρίσει τον κόσμο, ένα κοριτσάκι. Μικροκαμωμένο, φωνακλάδικο, με λαμπερά μάτια και πυκνά μαύρα μαλλιά, μπήκε στην ζωή τους και την άλλαξε για πάντα.
Είχαν ξεχάσει το τάμα και τον άγιο , μέχρι που η κόρη τους μπήκε στην εφηβεία. Ο πρώτος έρωτας ήρθε και την συνεπήρε σαν κύμα άγριο και αγνόησε επιδεικτικά όλες τις συμβουλές και τις νουθεσίες των γονιών και των φίλων. Στο διάβα του έμαθε πως μέσα της κατοικούσε κι ένα άλλο πλάσμα, διψασμένο, πεινασμένο κι άγριο, που ζητούσε να δίνει συνεχώς, μέχρι που εξαντλημένη να λιποθυμήσει.

      Κι ενώ βίωνε μέσα της τόσο έντονα το πάθος και τον πόθο , παρατήρησε έκπληκτη, πως όλοι την κοιτούσαν με οίκτο και περίεργη τρυφερότητα. Προσπάθησε να τους μιλήσει, αλλά ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να κινήσει τα χείλη της κι ότι όλοι γύρω της αιωρούνταν σαν σε όνειρο. Έκπληκτη , κατάλαβε πως για τους άλλους, φαινόταν πως κοιμάται με έναν ύπνο βαθύ κι ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους.

      Οι γονείς της πανικόβλητοι έτρεξαν στον παλιό τους φίλο να ρωτήσουν αν υπάρχει κάποιος τρόπος να βοηθήσουν την κόρη τους. Αυτός τους απάντησε χωρίς δισταγμό, πως μόλις φύγει ο άγιος, το κορίτσι θα συνέλθει. Η μόνη περίπτωση να μείνει σε αυτήν την κατάσταση, είναι άμα την δαγκώσει το φίδι της προδοσίας.

     Τα χρόνια περνούσαν και το κορίτσι , που έγινε γυναίκα, εξακολουθούσε να πέφτει στον ύπνο του άγιου έρωτα για μερικούς μήνες, μερικά χρόνια, αλλά πάντα ξυπνούσε μετά κεφάτη και γεμάτη όρεξη για ζωή. Κανείς πλέον δεν ανησυχούσε για αυτήν την παράδοξη συμπεριφορά , κανείς δεν ξαφνιαζόταν και η ίδια θεωρούσε πως έτσι συμβαίνει με τον περισσότερο κόσμο και ενώ ο άγιος την τυραννούσε, αυτή πάντα το διασκέδαζε και πίστευε πως αυτός ο ύπνος την αναζωογονούσε και της έδινε δυνάμεις.

     Οι επισκέψεις σιγά σιγά αραίωσαν. Σπάνια πια κοιμόταν και η διάρκεια του ύπνου ήταν πιο σύντομη, κάποια λεπτά, κάποιες ώρες. Μην ξέροντας τι κάνει όλες αυτές τις μέρες, που περνούσε ξύπνια, άρχισε να βρίσκει καθησυχαστικές ρουτίνες, που τις επέτρεπαν να ονειρεύεται ξύπνια, και να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά.

     Πίστευε πως το τάμα είχε πληρωθεί και ότι δεν θα ξανασυναντούσε τον άγιο, όταν εμφανίστηκε άξαφνα μπροστά της. Χωρίς δισταγμό αφέθηκε να παρασυρθεί από την οικεία αίσθηση του πόθου, ένιωσε πάλι ζωντανή καθώς έπεφτε για πολλοστή φορά στο λήθαργο του έρωτα.

     Τον ένιωσε να φεύγει από κοντά της και προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της, έτοιμη για την επάνοδο. Τότε ήταν που ένιωσε την δαγκωνιά στο πόδι. Αισθάνθηκε το κορμί της να μυρμηγκιάζει καθώς το δηλητήριο προχωρούσε προς την καρδιά της.

     Κάθε προσπάθεια να ξυπνήσει την έριχνε σε ολοένα και πιο βαθύ ύπνο. Και μόλις άνοιγε τα μάτια της, αντίκριζε το φίδι απέναντί της. Ο έρωτας ξανάρθε κι έφυγε με τον ίδιο τρόπο, αφήνοντάς την να κοιμάται, χωρίς να βρίσκει πλέον ανάπαυλα στην ζωή.

     Πανικόβλητοι οι γονείς έτρεξαν πάλι στον παλιό τους φίλο .Εκείνος τους είπε πως δεν γνωρίζει ποια είναι η θεραπεία. Έπεσαν στα γόνατα και τον παρακάλεσαν να μεσολαβήσει στον θεό , τάζοντας ότι είχαν και δεν είχαν. Τους είπε ότι θα το προσπαθούσε.
Μερικές μέρες αργότερα πήγε να τους επισκεφτεί. Βρήκε την γυναίκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι της να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, έχοντας αγκαλιά το φίδι, να της δαγκώνει τα χείλη. Οι γονείς τον κοίταξαν γεμάτοι προσμονή.

     «Το μόνο αντίδοτο στον δάγκωμα του φιδιού της προδοσίας είναι να βρεθεί αυτός , που ξεπερνώντας το φόβο του, θα την αγκαλιάσει, μαζί με το φίδι, και θα της δώσει ένα βαθύ φιλί , ρουφώντας από τα χείλη της το δηλητήριο», τους είπε. «Έτσι και γίνει αυτό, η κόρη σας θα είναι ελεύθερη για πάντα και από το τάμα και από τον άγιο.»

      Οι γονείς του φίλησαν τα χέρια και άρχισαν αμέσως να ψάχνουν τον άντρα αυτόν, που θα έφερνε σε πέρας την αποστολή. Βάλανε παντού αγγελίες και ανακοινώσεις, έταξαν μεγάλη αμοιβή για όποιον τα κατάφερνε και περίμεναν.

     Πέρασε καιρός. Πολλοί ήρθαν να δοκιμάσουν, αλλά έκαναν πίσω όταν αγκαλιάζοντας την , νιώθανε την κρυάδα του φιδιού να τους παγώνει το κορμί και αντίκριζαν τα δαγκωμένα χείλη της.

     Μία μέρα εμφανίστηκε μπροστά τους ένας νεαρός άντρας. Αφού κοίταξε καλά την γυναίκα, ζήτησε από τους γονείς την άδεια να δοκιμάσει κι αυτός, λέγοντας πως το μόνο που ήθελε ως ανταμοιβή ήταν η αγάπη της κόρης τους. Οι γονείς του την έδωσαν και τον κοίταξαν με ελπίδα καθώς την πλησίασε.

     Έσκυψε χωρίς δισταγμό, την αγκάλιασε και την φίλησε στα χείλη για πολύ ώρα, μέχρι που το φίδι εξαφανίστηκε . Η γυναίκα ανακάθισε στο κρεβάτι και κοίταξε γύρω της με περιέργεια. Σηκώθηκε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στον νεαρό άντρα και πήγε στον καθρέφτη. Κοίταξε τα πρησμένα χείλη της και τα χάιδεψε με νοσταλγία.

     Γύρισε και τον κοίταξε με μίσος. «Ποιος σου ζήτησε να με ξυπνήσεις; Ποιος σου είπε πως θέλω να λυτρωθώ; Χίλιες φορές στην αγκαλιά του ύπνου του φιδιού, παρά ξύπνια να προχωρώ στο πλευρό σου δίχως έρωτα».

Ο άντρας έφυγε.
Ο έρωτας δεν ξανάρθε.
Το φίδι δεν την ξαναεπισκέφτηκε.
Κι η γυναίκα έμεινε ξύπνια και μόνη.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Ραπουντζέλ






Η μικρή Ραπουντζέλ μεγάλωνε έχοντας για ευχή και κατάρα να αγαπάει και να δίνει. Κάθε φορά που έδινε λίγη από την φλόγα της καρδιάς της, κάθε φορά που αγαπούσε, κάθε φορά που παθιαζόταν , τα μαλλιά της μάκραιναν και γυάλιζαν. Κάθε φορά που έπαιρνε για αντάλλαγμα πίκρα, υποκρισία και δάκρυα,μπαινε γύρω από την καρδιά της ένα μικρό λιθαράκι.
Τα χρόνια περνούσαν και τα μαλλιά της Ραπουνζέλ ήταν τόσο μακριά ,που αναγκαζόταν να τα πλέκει σε πλεξούδες, ενώ το βάρος τους την είχε καθηλώσει. Τα λιθαράκια είχαν χτίσει έναν ψηλό πύργο γύρω της κι αυτή καθισμένη στην κορυφή έβλεπε τον κόσμο από ένα μικρό παράθυρο, που μετά βίας κρατούσε ανοιχτό.
Μία μέρα άκουσε κάποιον να τραγουδάει έξω από το παραθύρι της. Έσκυψε και είδε ένα νεαρό άντρα, που χαμογελαστός της έγνεφε «Καλή μου Ραπουντζέλ, είναι κρίμα να κάθεσαι μόνη σου. Έλα να γνωριστούμε, να παίξουμε, να αγαπηθούμε» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν καθώς την κοιτούσε . «Δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να κατέβω, δεν μπορώ να σε φτάσω» του απάντησε στεναχωρημένη .«Μην στεναχωριέσαι γλυκιά μου. Ρίξε τις πλεξούδες από το παράθυρο κι εγώ θα τις κάνω σκάλα για να βρεθώ κοντά σου».
Έτσι κι έγινε. Κι ο έρωτας που δεν γύρεψε, που δεν περίμενε και δεν έλπιζε
ήρθε κοντά της και ο κόσμος της άλλαξε κι η Ραπουνζέλ, καθισμένη στο παραθύρι της, έπλεκε κάθε μέρα τα μαλλιά της, που συνέχιζαν να μακραίνουν, περιμένοντάς τον να τα ξανακάνει σκάλα, περιμένοντας την ώρα που θα βρεθεί ξανά στην αγκαλιά του.
Πέρασαν σχεδόν δυο μήνες κι ο νεαρός Έρωτας σταμάτησε να σφυρίζει κάτω από παραθύρι της .Άδικα ατένιζε τον ορίζοντα ψάχνοντας τα ίχνη του. Τα μαλλιά της χάσανε την λάμψη τους κι η απογοητευμένη Ραπουνζέλ είδε τον πύργο να ψηλώνει.
Ο καιρός περνούσε κι άρχισε να γυρίζει στις γνωστές ρουτίνες. Άρχισε πάλι να χαμογελάει και να πλέκει τα όνειρά της στα μαύρα της μαλλιά. Μια μέρα άκουσε πάλι το γνωστό τραγούδι έξω από το παραθύρι της και γεμάτη προσμονή, ξεχνώντας κάθε επιφύλαξη, ξεχνώντας την ατέρμονη αναμονή, ξεχνώντας την πίκρα της εγκατάλειψης, έριξε πάλι τις πλεξούδες της.
Δεν τον ρώτησε γιατί χάθηκε.
Δεν τον ρώτησε γιατί γύρισε.
Δεν τον ρώτησε τι ήθελε.
Όταν τελικά ανέβηκε , της είπε επιτακτικά «Δεν μπορώ να σκαρφαλώνω στα μαλλιά σου για να βρισκόμαστε. Δεν μπορώ να διακινδυνεύω να πέσω και να χτυπήσω για να σε φτάσω. Τα μαλλιά σου φταίνε που χαθήκαμε τόσο καιρό. Θα σε βοηθήσω να τα κόψουμε κι έτσι θα κατέβεις εσύ να μ’ ανταμώσεις.».Αν και φοβόταν να τα κόψει, έχοντας συνηθίσει το βάρος τους και θεωρώντας τα κομμάτι αναπόσπαστο του εαυτού της, η Ραπουνζέλ συμφώνησε αμέσως μαζί του
Ο Έρωτας γύρισε την επόμενη μέρα κρατώντας ένα μεγάλο ψαλίδι Ανέβαινε προς το μέρος της κόβοντας κομμάτια από όνειρα κι ελπίδες, γυμνώνοντας στο διάβα του το παρελθόν και τον πλούτο της καρδιάς της . Όταν έφτασε τελικά κοντά της την κοίταξε με άδεια μάτια ,γέλασε και είπε «Αχ, μικρή μου ονειροπαρμένη, δεν αξίζεις τελικά τίποτα χωρίς τα μαλλιά σου» και μπροστά στα έκπληκτα και δακρυσμένα της μάτια πήδηξε έξω, μακριά της.
Τρομαγμένη έσκυψε να δει , φοβούμενη μήπως χτύπησε κατά την πτώση. Τον είδε να προσγειώνεται ομαλά στο μαλακό στρώμα ,που είχαν κάνει τα κομμένα της μαλλιά . Σηκώθηκε, τίναξε από πάνω του και τις τελευταίες τρίχες κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες του πύργου, παράξενα ανάλαφρη χωρίς τον όγκο των μαλλιών της. Η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη μπροστά της. Βγήκε έξω διστακτικά και σκέπασε με τα χέρια τα μάτια της ψάχνοντας να βρει κάποιο ίχνος τους, κάποιο σημάδι. Το μόνο που είδε μπροστά της ήταν ο σωρός των κομμένων της μαλλιών. Πέρασε τα δάχτυλά της μηχανικά ανάμεσα στα κοντοκουρεμένα της μαλλιά
Σήκωσε το κεφάλι της προς τον ήλιο και αναστέναξε πνίγοντας έναν λυγμό.
Πέρασε καιρός. Αν κάποτε περάσει κάποιος έξω από τον ψηλό πύργο, θα την βρει καθισμένη μπροστά στο παραθύρι να χτενίζει τα μακριά μαύρα της μαλλιά τραγουδώντας μ’ ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη. Η πόρτα του πύργου είναι ανοιχτή ενώ στο κατώφλι της γράφει «Όποιος κι αν είσαι μπες, αν θέλεις να γνωριστούμε. Ανέβα τα σκαλιά, αν θέλεις να έρθεις κοντά μου. Να ξέρεις όμως πως δεν θα θυσιάσω για σένα τα μαλλιά μου»

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

Η μικρή γοργόνα






Η μικρή γοργόνα , η μικρότερη και η πιο αγαπημένη κόρη του βασιλιά των θαλασσών, ζούσε ευτυχισμένη στα βάθη των θαλασσών πλέκοντας με φύκια τα μαλλιά της, παίζοντας από το πρωί ως το βράδυ, περιτριγυρισμένη από τους αγαπημένους της και προστατευμένη από τους φίλους της τα δελφίνια .
Είχε όμως πάντα μέσα της ,κρυμμένη βαθιά, την περιέργεια να μάθει περισσότερα, ήθελε να γνωρίσει πως είναι ο κόσμος έξω από τον βυθό, να δει με τα μάτια της πως είναι αυτά τα δίποδα όντα που δεν έχουν ουρά και δεν ξέρουν να ξεκουράζονται στην αγκαλιά των κυμάτων.
Και μια ωραία φθινοπωρινή μέρα, ενώ ξέπλεκε βαριεστημένα τα μαύρα της μαλλιά, είδε από μακριά ένα καράβι και ακούγοντας δυνατές φωνές πλησίασε κοντά. Άπλωσε τα χέρια , ανασήκωσε το κορμί για να κοιτάξει από πού ερχόταν ο θόρυβος
Το πρώτο που αντίκρισε μπροστά της ήταν δυο θαλασσιά μάτια να την κοιτάζουν με περιέργεια και την ίδια στιγμή ανακάλυψε το μήλο του βυθού της. Ήταν ένα από εκείνα τα δίποδα όντα που πάντα ονειρευόταν να γνωρίσει
Και βλέποντάς τον εκεί , ανάμεσα στους δύο κόσμους , τον δικό της και τον δικό του, αποφάσισε να τον ακολουθήσει και να ζήσει το όνειρο που υποσχόταν τα φωτεινά του μάτια και τα γελαστά του χείλη.
Όσο κι αν όλοι προσπαθούσαν να την συγκρατήσουν, δεν άκουγε κανέναν. Όσο κι αν όλοι της εξηγούσαν ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει αυτόν τον ξένο,η ανυπότακτη καρδιά της, της έλεγε ότι θα είναι η μόνη της ευκαιρία να κυνηγήσει το όνειρο και να το κάνει δικό της.
Θυσίασε λοιπόν την γυαλιστερή ουρά της , που ήταν τόσο περήφανη μέχρι χθες γι’ αυτήν, την αντάλλαξε για δύο ανθρώπινα πόδια, δίνοντας την φωνή της ενέχυρο.
Προσπάθησε να αλλάξει την φύση της για να ταιριάξει στην δική του , αλλά όπως όλα τα ψάρια έξω από νερό , έχασε όλα τα πλεονεκτήματα που είχε όταν στο δικό της περιβάλλον. Περπατούσε άκομψα γιατί είχε μάθει μόνο να κολυμπάει. Ντυνόταν περίεργα γιατί είχε μάθει να φοράει μόνο την ουρά της. Τα μαλλιά της τυλιγμένα με τα φύκια ήταν αστεία για τους άλλους. Και δεν είχε πλέον και λαλιά για να μπορέσει να επικοινωνήσει.
Έξω από τη θάλασσα , μακριά από τους δικούς της και χωρίς την γλυκιά της φωνή, έχασε όλα όσα την χαρακτήριζαν και για τα οποία την είχαν κατά καιρούς αγαπήσει. Ο πρίγκιπας την κοιτούσε όλο και λιγότερο. Της χαμογελούσε πλέον ελάχιστα και το ένιωθε πως πλέον τον ενοχλούσε με την παράταιρη παρουσία της.
Ήξερε πως πλέον δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω- είχε χάσει όλα όσα της επέτρεπαν να επιβιώνει στον κόσμο του βυθού. Ήξερε πως δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί και σε αυτόν τον εχθρικό και αφιλόξενο κόσμο, τόσο ξένο χωρίς την παρουσία του.
Κάθισε στην άκρη της θάλασσας κι άρχισε να κλαίει κι όπως έκλαιγε η μορφή της άρχισε να ξεθωριάζει και να ασπρίζει. Ένα μεγάλο κύμα την σήκωσε ψηλά μαζί του κι αυτή αφέθηκε με ανακούφιση . Ένιωσε ζαλίζεται την ώρα που έπεφτε , άσπρος αφρός , στα βράχια..