Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Τα μήλα του Φλεβάρη


          Η Εριφύλη ξύπνησε ακούγοντας τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής πέφτοντας με δύναμη στο δέντρο. Άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Επιτέλους, έβρεχε! Σηκώθηκε από το κρεβάτι με τα μάτια ακόμα κλειστά , το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και χοροπηδώντας ανάλαφρα, βγήκε έξω από το μικροσκοπικό της σπίτι.
Κάθισε στο κλαδί του δέντρου με τα γυμνά πόδια της κρεμασμένα και από τις δυο πλευρές να ξεπλένονται στην βροχή που είχε δυναμώσει. Ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό του δέντρου και διπλώνοντας με προσοχή τα φτερά της, έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε δυνατά και χαρούμενα. Τράβηξε το αραχνονήμα τρεις φορές, κι οι διαμαντένιες στάλες της βροχής κουδούνισαν χαρούμενα στέλνοντας το μήνυμα σε όλα τα ξωτικά της βροχής.
Θα είχαν πολλή δουλειά μόλις σταματούσε η βροχή. Ήταν δική τους ευθύνη να ξαναδίνουν χρώμα στα δέντρα και τους καρπούς τους, τα φυτά και τα λουλούδια τους, που ξεθώριαζαν από τις νεροποντές. Φέτος, της είχαν αναθέσει τα μήλα κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή κι η υπερηφάνεια γι’ αυτό το προνόμιο, την έκανε ανυπόμονη και βιαστική. Δεν είχε βρέξει από τότε που της έδωσαν το μενταγιόν με το χρυσό μήλο, αναγνωριστικό της θέσης και υπενθύμιση της σπουδαιότητας της.
Το βάψιμο των μήλων του Φλεβάρη είχε μεγάλη σημασία, γιατί δεκατέσσερα από αυτά θα βρισκόταν στα καλάθια των νεράιδων των πόλεων, που θα τα πουλούσαν σε εφτά γυναίκες και εφτά άντρες, οι οποίοι θα γινόταν ζευγάρι, αν αντάμωναν στις 14 Φεβρουαρίου έχοντας δαγκώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι από το μαγικό ζευγάρι των μήλων.
Κάθε ξωτικό της βροχής ονειρευόταν πως θα έβαφε τα μήλα που θα επέλεγε το τέλειο ζευγάρι, ώστε να ανταμώσουν τα δίδυμα μήλα κι οι αγοραστές τους. Διαλέγανε με προσοχή δύο όμοια μήλα και τα βάφανε στο χρώμα της αρεσκείας τους, κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο, ανάλογα με το αποτέλεσμα που ευελπιστούσαν να πετύχουν. Κόκκινο για τον έρωτα, πράσινο για την αγάπη και κίτρινο για την φιλία ήταν τα χρώματα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν περιμένοντας τον Μελάνθιο, τον πρίγκιπα των ξωτικών, που με δεμένα τα μάτια, θα διάλεγε τα επτά ζευγάρια μήλων.
Το ονειροπόλημά της διέκοψε ο ήχος βιαστικών βημάτων, φτερουγισμάτων και οι ψίθυροι των ξωτικών, που φορώντας στο στήθος τους τα χρυσά μενταγιόν μαζευόταν στο ξέφωτο του δάσους, φορτωμένα με πινέλα και τα κουβαδάκια με τα χρώματα. Η βροχή είχε σταματήσει και τα ξωτικά της βροχής ήταν έτοιμα να πιάσουν δουλειά. Η Εριφύλη σηκώθηκε αλαφιασμένη και ανοίγοντας τα μεταξένια φτερά της, πέταξε βιαστικά προς την μεγάλη βελανιδιά στην κουφάλα της οποίας αποθηκεύανε τα μαγικά χρώματα.
Έφτασε γρήγορα και κλείνοντας τα φτερά της, άρχισε να τρέχει προς την ιερή είσοδο του δέντρου. Μπαίνοντας μέσα, κατάλαβε, πριν ακόμα κοιτάξει προσεκτικά γύρω της, πως είχε αργήσει. Τα μεγάλα δοχεία με τα χρώματα είχαν σχεδόν αδειάσει. Με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, έσκυψε πάνω από το δοχείο με το κόκκινο. Ήταν σχεδόν άδειο. Το ίδιο και το πράσινο. Το ίδιο και το κίτρινο. Έκατσε στο χωμάτινο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει.
Λίγα λεπτά αργότερα σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από πάνω της, σήκωσε ψηλά το πηγούνι και χαμογέλασε. Με τα μάτια της να αστράφτουν, άρπαξε βιαστικά τα πινέλα κι ένα από τα τελευταία κουβαδάκια και πήγε βιαστικά προς ένα από τα μεγάλα δοχεία. Πήρε την κουτάλα που κρεμόταν στην άκρη του κι έσκυψε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην χάσει την ισορροπία της καθώς έξυνε τον πάτο του δοχείου.
Ο Περικλής καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του με ύφος περιπαικτικό. Επιθεώρησε τα όπλα του, το εύστροφο μυαλό του, την ακέραια λογική του, το χιούμορ του. Χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ σαν ξίφος και σαν ασπίδα προστασίας που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όπλα του τον βοηθούσε να υπερνικά τα εμπόδια και να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Αλλά τώρα τα έστρεφε ενάντια στον ίδιο. Κι ήξερε καλά την αχίλλειο πτέρνα του.
Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο καθώς είδε την πράσινη κουκκίδα, που περίμενε τόση ώρα να εμφανιστεί, το σημάδι της παρουσίας της και το πράσινο φως για την δική του χαμένη Ατλαντίδα, για την γη της Εδέμ, τον κόσμο του ονείρου και των συναισθημάτων, την αχίλλειο πτέρνα του, που με χαρά άφηνε γυμνή κι εκτεθειμένη κάθε φορά που μιλούσε μαζί της.
Η Φρύνη χαμογέλασε καθώς διάβασε το σχόλιο του Περικλή. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες που οι συναντήσεις τους στον χώρο της εργασίας, είχαν γεννήσει την ανάγκη για επικοινωνία. Άρχισαν να μιλάνε στην αρχή δειλά, μαζεμένα και στην συνέχεια να γυμνώνουν τις ψυχές τους, να μιλάνε για όλα και για όλους και αυτή η επικοινωνία στήριξε την μεταξύ τους εκτίμηση και τον αλληλοσεβασμό.
Κι ενώ η φιλία τους οδηγούσε αβίαστα στην αγάπη, η ανάγκη για επικοινωνία μεγάλωνε. Συχνά έπιανε τον εαυτό της στις καθημερινές της ενασχολήσεις να αναρωτιέται τι θα έλεγε, πως θα αντιδρούσε, τι θα έκανε ο Περικλής, αν ήταν παρών, αν ήταν μαζί της. Ξυπνούσε μέσα της κάτι απροσδιόριστο, κάτι ξεχασμένο και ταυτόχρονα τόσο οικείο που έκανε την επαφή μαζί του πολύτιμη και μοναδική.
Η Καλλιρρόη κοίταξε το καλάθι με το τελευταία μήλο. Ήταν ήδη απόγευμα και δεν είχε καταφέρει να το πουλήσει. Το δίδυμό του στο καλάθι της Ευρύκλειας το είχε πάρει το πρωί μια γυναίκα με ονειροπόλα μάτια και λαμπερό χαμόγελο. Κλώτσησε θυμωμένα μια πέτρα με το λεπτεπίλεπτο πόδι της και σκέφτηκε πως για όλα έφταιγε η Εριφύλη, αυτό το περίεργο ξωτικό της βροχής, που αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού της. Κράτησε το μήλο με προσοχή στο χέρι της και το κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφο, για να το διαλέξει ένας άνθρωπος. Κι ακόμα πιο δύσκολο να διαλέξουν και τα δύο.
Το μήλο ήταν βαμμένο με τρία χρώματα: λαμπερό κόκκινο, γλυκό κίτρινο κι έντονο πράσινο και το ασυνήθιστο χρώμα του απέτρεπε τους καχύποπτους ανθρώπους να το αγοράσουν, ενώ η διαφορετικότητά του δεν τους άφηνε να δουν την ομορφιά και τη σημασία του. Η Εριφύλη ήταν πολύ χαρούμενη όταν παρουσίασε τα μήλα της και όλα τα ξωτικά και οι νεράιδες συμφώνησαν πως ήταν τα τέλεια μήλα για το τέλειο ζευγάρι. Όταν ο Μελάνθιος με τα μάτια του δεμένα τα επέλεξε, όλοι χειροκρότησαν κι άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί.
Ο Περικλής σταμάτησε μπροστά στην κοπέλα με το καλάθι. Κοίταξε με περιέργεια το τρίχρωμο μήλο. «Πόσο έχει;» ρώτησε την νεράιδα. Η Καλλιρρόη ένιωθε ακόμα θυμωμένη για την πεζή ηλιθιότητα των ανθρώπων. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει και παγωμένα του απάντησε «εκατό ευρώ», για να τον ξεφορτωθεί. Ο Περικλής ένιωσε την απόρριψη κι ενώ η λογική τού έλεγε να φύγει, πείσμωσε και αφέθηκε στο παράλογο συναίσθημα ότι αυτό το μήλο έπρεπε να γίνει δικό του. Έβγαλε χωρίς να μιλήσει τα χρήματα από το πορτοφόλι του, τα πέταξε μέσα στο καλάθι και πήρε το μήλο.
Προχώρησε προς το αυτοκίνητο βιαστικά βλαστημώντας για την βλακεία του και δάγκωσε ένα κομμάτι από το μήλο, ενώ σκεφτόταν πως θα έπρεπε να του κρατήσει τουλάχιστον ένα μήνα, για να βγάλει τα λεφτά του. Κι ενώ το γνωστό περιπαικτικό ύφος εμφανίστηκε στο πρόσωπό του, είδε την Φρύνη που καθόταν στο παγκάκι απέναντί του, μασουλώντας αφηρημένα ένα περίεργο τρίχρωμο μήλο, ίδιο με το δικό του.
Εκείνη την στιγμή η Φρύνη σηκώθηκε. Έκανε μια κίνηση ώστε να τεντώσει την πλάτη της προς τα πίσω για να ξεπιαστεί, έπιασε τα μαλλιά της με τα χέρια της και τα μάζεψε στιγμιαία επάνω κι ο Περικλής έμεινε κεραυνόπληκτος από την αγνή, καθάρια, καθηλωτικά φυσική ομορφιά της που αντίκρυσε κι αιχμαλωτίστηκε από την εικόνα. Έτσι όπως έπεφτε ο ήλιος από το πλάι πίσω της, της έδινε μια λάμψη που δεν είχε προσέξει άλλη φορά. Του πήρε λίγη ώρα να συνέλθει και να κοιτάξει αμήχανα γύρω του μήπως τον είδε κανείς καθηλωμένο να την χαζεύει.
Η Φρύνη ένιωσε μια περίεργη θέρμη μόλις έφαγε το τρίχρωμο μήλο. Το είχε αγοράσει πριν δέκα λεπτά από μια περίεργη πλανόδια πωλήτρια. Ήταν τόσο όμορφο και διαφορετικό, που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Στην αρχή σκέφτηκε να το κρατήσει, αλλά στην συνέχεια αποφάσισε πως ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει την ομορφιά του ήταν να γίνει ένα μαζί του κι άρχισε να το δαγκώνει απολαυστικά.
Μόλις τεντώθηκε για να ξεπιαστεί, ένιωσε, παρά είδε τον Περικλή απέναντί της. Τα μάτια της βυθίστηκαν στα δικά του για μια ατέλειωτη στιγμή κι αισθάνθηκε πως αυτό ήταν το κομμάτι που έλειπε από το παζλ της ζωής της. Χαμογέλασαν ταυτόχρονα, καθώς έκαναν το πρώτο βήμα για να ανταμώσουν...

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Η καταιγίδα



Η Χρύσα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου περιμένοντας τον Πέτρο να έρθει. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν φαινόταν πουθενά. Την ώρα που πήγε στο πάρκο, ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό και αν και ήταν αρχές Δεκέμβρη , δεν είχε καθόλου κρύο. Τώρα, τρεις ώρες μετά, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό φόρεμα, που φορούσε.
Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της και ψάχνοντας ζεστασιά, σκεφτόμενη πως ήταν τα δικά του χέρια που την αγκάλιαζαν κι αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Κοίταξε το βιβλίο, που είχε ακουμπισμένο μπροστά στα πόδια της και συνέχισε να διαβάζει, αδιάφορη για τον καιρό, που χειροτέρευε, αδιάφορη για το κρύο και τον έξω κόσμο.
Διάβαζε τις περιπέτειες της Ηλιαχτίδας και του Φεγγαρένιου, που αν και γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο ουρανό, χωρίστηκαν από την Μέρα και την Νύχτα κι απέμειναν ο καθένας μόνος . Στα χρόνια που έζησαν χώρια, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να ξεχάσουν την μοναξιά και τους πόθους της ψυχής. Όταν αντάμωσαν τυχαία ξανά, είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη φευγαλέα ματιά, με το πρώτο δειλό άγγιγμα κι αποφάσισαν πως δεν θα αφήσουν τίποτα να τους χωρίσει.
Η Χρύσα σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το βιβλίο με το παραμύθι και κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Είχε αργήσει να έρθει και δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Στην αρχή δεν ανησύχησε , γιατί δεν κυνηγούσαν τους λεπτοδείχτες , όταν ήταν να βρεθούν. Ήξεραν κι οι δυο πως η αγάπη τους είναι αμοιβαία ,όπως κι η ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας, που με το ζόρι τους κάλυπτε. Για να μην εμφανιστεί μέχρι τώρα, σίγουρα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.
Αναστέναξε κοιτάζοντας το βιβλίο μ’ ένα περίεργο σκοτεινό βλέμμα. Όλα τα βιβλία που διάβαζε , τα τραγούδια που άκουγε, οι ταινίες που έβλεπε, όλα μιλούσαν για αυτήν και τον Πέτρο. Η ιστορία τους γραμμένη, τραγουδισμένη, σκηνοθετημένη, κάτω από μια άλλη ματιά, ήταν η ίδια ιστορία. Ο έρωτας ήταν ο καλλιτέχνης, που ζωγράφιζε στον άδειο καμβά της ψυχής της και όλα γύρω της τον υμνούσαν και τον προσκυνούσαν. Ο εγωισμός του έρωτα την έκανε να φαντάζεται, πως όλα μιλούσαν γι’ αυτούς.
Έσκυψε πάλι πάνω στο βιβλίο, συνεχίζοντας να διαβάζει το παραμύθι. Η Ηλιαχτίδα μάλωνε με τον Ήλιο και τις υπόλοιπες Αχτίδες, έδινε μάχη με τα σύννεφα και το σκοτάδι, προσπαθώντας να ξεκλέψει μια μικρή στιγμή για να είναι μαζί με τον Φεγγαρένιο. Κι αυτός από την πλευρά του, παραμέριζε τα αστέρια, έτρεχε βιαστικός, πριν έρθει ακόμα η Νύχτα, έκλεβε τον χρόνο της Μέρας, για να βρεθεί κοντά της. Κι αυτές οι στιγμές, που ήταν μαζί, αν και σύντομες τις περισσότερες φορές, τους γέμιζαν δύναμη για την επόμενη μάχη, για την επόμενη συνάντηση, για την επόμενη στιγμή, που θα γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
Κάθε συνάντηση, αντί να καθησυχάζει τον πόθο και την ανάγκη τους, την μεγάλωνε. Ψάχνανε απελπισμένα τρόπο, να ενωθούν για πάντα και να μείνουν μαζί αγκαλιά, μ’ ενωμένα τα χείλια τους σ’ ένα ατέλειωτο φιλί, που θα είχε την ζεστασιά της Ηλιαχτίδας παρήγορο φως του Φεγγαρένιου. Γι’ αυτό το φιλί , που ακόμα δεν είχαν δώσει, γι’ αυτό το μοναδικό φιλί, που θα σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής, παρέμεναν μαχόμενοι, έκρυβαν την απελπισία τους με καμώματα τρελά, μιλούσαν με τις ώρες μέσω της Πούλιας και του Αυγερινού, που κάνανε τους αγγελιοφόρους. Αλλά η λύτρωση αργούσε να έρθει.
Η Χρύσα δεν σήκωσε το κεφάλι, όταν έπεσαν επάνω της οι πρώτες στάλες της βροχής. Δεν προφυλάχτηκε , όταν άρχισε ο αέρας να λυσσομανά γύρω της. Πήρε μόνο στην αγκαλιά της το βιβλίο για να το προστατέψει από την καταιγίδα και τυλιγμένη σαν μικρή μπάλα γύρω του, συνέχισε να διαβάζει. Με πείσμα και με πάθος, αγνοώντας την βροχή, τα μουσκεμένα ρούχα και μαλλιά, το κρύο και τα δόντια της, που χτυπούσαν δυνατά, συνέχισε να διαβάζει.
Είχε πια νυχτώσει για τα καλά, όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι της. Έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν θα ερχόταν σήμερα. Έπρεπε να προσπαθήσει να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, που άφησε η απουσία του και να συνεχίσει. Γιατί αύριο, θα τον έβλεπε σίγουρα. Γιατί αύριο, θα ερχόταν να την συναντήσει. Κι αυτή έπρεπε να είναι εκεί. Και να τον περιμένει.
Κοίταξε με τρυφερότητα το βιβλίο, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Λίγο πριν το τέλος, η Ηλιαχτίδα και ο Φεγγαρένιος, ένωναν τα χείλη τους επιτέλους, στο δικό τους μοναδικό φιλί κι έδιναν στο παραμύθι, το τέλος που του ταίριαζε. Ο αέρας είχε πια κοπάσει κι η βροχή είχε σταματήσει, όταν σηκώθηκε από το παγκάκι. Έκοψε ένα μουσκεμένο τριαντάφυλλο και το έβαλε σελιδοδείχτη στην τελευταία σελίδα του παραμυθιού. Άφησε το βιβλίο στην θέση, που καθόταν τόση ώρα κι έφυγε.
Ο νεαρός άντρας, έφτασε ξέπνοος στο πάρκο, λίγα λεπτά μετά. Κοίταξε με απελπισία το άδειο παγκάκι κι έκατσε, κρατώντας το κεφάλι του με τα χέρια του. Είχε χλομιάσει και τα χέρια του έτρεμαν, όταν έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από το τσαντάκι του. Άναψε το τσιγάρο και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά , κοιτώντας με θολά μάτια μπροστά του. Δεν την πρόλαβε. Κι ήξερε πόσο της κόστισε. Ένιωσε τον πόνο στο στήθος του να μεγαλώνει, καθώς για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκε πως ίσως την έχασε για πάντα.
Τότε πρόσεξε το βιβλίο και τον αυτοσχέδιο σελιδοδείχτη του. Το σήκωσε με προσοχή και διάβασε το τέλος του παραμυθιού. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, καθώς το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Έβγαλε ένα στυλό από το τσαντάκι του κι έγραψε κάτι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Πήρε το τριαντάφυλλο και το έβαλε στην τσέπη του. Το άφησε πάλι προσεχτικά στην προηγούμενη θέση του και έφυγε τρέχοντας. Είχε ακόμα ελπίδες να την προλάβει, είχαν ακόμα ελπίδες.
Την επόμενη μέρα , ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τίποτα δεν θύμιζε την καταιγίδα , που πέρασε από το πάρκο, εκτός από κάποιες ξεχασμένες σταγόνες στα λουλούδια και τα μαζεμένα σε σωρούς κιτρινισμένα φύλλα . Ένα νεαρό κορίτσι σταμάτησε μπροστά στο παγκάκι, που βρίσκονταν ακόμα αφημένο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με περιέργεια. Ήταν στεγνό και μύριζε τριαντάφυλλο. Το ξεφύλλισε με προσοχή κι ανακάλυψε με έκπληξη πως όλες οι σελίδες του ήταν λευκές. Ξανακοίταξε το εξώφυλλο, που είχε ζωγραφισμένο έναν κύκλο και στην μέση του μία μόνο λέξη γραμμένη με στυλό. Αυτό το «Εμείς» δεν την βοήθησε να καταλάβει τίποτα, ούτε όταν μια λαμπερή ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του και το φώτισε..

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ιστός




Η Μαρκέλλα προχωρούσε τραγουδώντας στο μονοπάτι του δάσους. Ήταν χαρούμενη και γεμάτη ενεργητικότητα καθώς η μέρα προμηνυόταν ηλιόλουστη και λαμπερή, μετά από μέρες βροχής, που την είχαν καθηλώσει μέσα.
Είχε φύγει από το σπίτι στα κλεφτά, πατώντας στις άκρες των δαχτύλων της, για να μην ξυπνήσει κανέναν. Δεν ήθελε να ξεκινήσει την μέρα της με την ρουτίνα του πρωινού, δεν ήθελε να την προσγειώσουν πριν ακόμα πετάξει. Η αίσθηση ότι το έσκασε από την καθημερινότητα, την έκανε να τραγουδάει.
Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και το δάσος στολισμένο με το κόκκινο, το καφέ, το χρυσαφί και το κίτρινο των φύλλων ήταν μαγευτικό. Οι μέρες άρχισαν να μικραίνουν και η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μεθούσε τις αισθήσεις της.
Το δάσος έσφυζε από ζωή. Έβλεπε γύρω της ζώα κρύβουν αποθέματα τροφής, άλλα να κυνηγούν για να παχύνουν κι άλλα να τακτοποιούν τη φωλιά τους. Όλοι ετοιμάζονταν για τον χειμώνα .Το ίδιο έπρεπε να κάνει κι αυτή. Αλλά πάντα απεχθανόταν τα πρέπει.
Πήγε κάτω από ένα δέντρο και κούνησε απαλά το πρώτο κλαδί που έφτανε το χέρι της. Σήκωσε το πρόσωπό της με προσμονή , έκλεισε τα μάτια κι άφησε τις στάλες τις βροχής, που έπεσαν από τα φύλλα, να της ξεπλύνουν το πρόσωπο. Ένιωσε αμέσως να χαλαρώνει.
Κράτησε το χέρι της ακίνητο για να μην κυλήσει η σταγόνα που τρεμάμενη έκατσε πάνω του. Μια ηλιαχτίδα που τρύπωσε ανάμεσα στα κλαδιά, έδωσε στην σταγόνα χρώματα και ζωή. Η Μαρκέλλα χαμογελώντας έφερε το χέρι της στο ύψος των ματιών για να την θαυμάσει. Την έφερε στα χείλη της και χαμογέλασε.
Άρχισε να χορεύει ακούγοντας την μουσική της καρδιάς της και το κελάηδημα των πουλιών. Τα βήματά της τυφλά την οδηγούσαν σε μέρη απάτητα, στην καρδιά του δάσους μέχρι που ο μόνος ήχος που άκουγε ήταν το τρίξιμο των φύλλων στο ανάλαφρο πάτημά της και οι χτύποι της καρδιάς της. Σταμάτησε λαχανιασμένη κι έκατσε στον κορμό ενός δέντρου.
Εκεί ο ήλιος δεν είχε φτάσει ακόμα. Η πρωινή πάχνη τύλιγε τα πάντα γύρω της και μια χλωμή ομίχλη άφηνε την υποψία πως η μέρα παραμόνευε, αλλά ήταν ακόμα μακριά. Είχε κάτι απόκοσμο και οικείο, σαν όνειρο που δεν θυμάσαι το πρωί , αλλά νιώθεις τον αντίκτυπό του.
Και τότε τον είδε. Ήταν το ομορφότερο πράγμα που είχε δει στην ζωή της. Ανάμεσα σε δύο κοντινά δέντρα ένας ιστός αράχνης, λεπτοδουλεμένος, με τις στάλες τις βροχής να λαμπυρίζουν επάνω του σαν μικρά διαμάντια. Έκλεισε τα μάτια θαμπωμένη για να τα ανοίξει αμέσως μετά, φοβούμενη μην τον χάσει από τα μάτια της. Πλησίασε πιο κοντά , κρατώντας την ανάσα της για να μην τον χαλάσει.
Άκουσε τα βήματα κι είδε το λεπτό νήμα που έπεσε από ψηλά. Η μεγάλη μαύρη αράχνη κατέβαινε να επιθεωρήσει το έργο της. Η Μαρκέλλα ανατρίχιασε αλλά έμεινε ακίνητη. Μαγεμένη την είδε να προσγειώνεται στον ιστό και να περπατάει πάνω του, διορθώνοντας μικρές ατέλειες.
Όταν άκουσε το τραγούδι , γύρισε ξαφνιασμένη ψάχνοντας την πηγή του. Κοίταξε με έκπληξη την αράχνη κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Η αράχνη τραγουδούσε. Κάθε μπάλωμα στον ιστό κι ένα τραγούδι αγαπημένο, που μιλούσε μέσα στην καρδιά. Κι αντί αυτό να φαίνεται παράταιρο, έδειχνε απόλυτα ταιριαστό.
Έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά. Ένιωσε τις στάλες της βροχής να μουσκεύουν τα μαζεμένα της φτερά, καθώς ο αραχνοΰφαντος ιστός κόλλησε πάνω της. Προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μπλεχτεί ακόμα περισσότερο στο λεπτό νήμα. Άπλωσε τα χέρια να το σκίσει , αλλά ανακάλυψε έντρομη πως αν και λεπτό, το νήμα ήταν πολύ ανθεκτικό.
Η αράχνη δεν γύρισε να την κοιτάξει. Συνέχισε να τραγουδάει και να προχωράει προς την αντίθετη κατεύθυνση μπαλώνοντας τα μικρά κενά και ταχτοποιώντας τις στάλες της βροχής στο διάβα της . Ένιωσε πολύ μικρή και ανίσχυρη, ενώ ο φόβος ότι θα έμενε ξεχασμένη εκεί, παγιδευμένη από την περιέργεια και το θάμπωμά της από την ομορφιά, υπερτερούσε του ένστικτου της επιβίωσης.
Άρχισε να φωνάζει δυνατά καλώντας την αράχνη να γυρίσει πίσω. Όταν εκείνη εξακολούθησε να την αγνοεί , άρχισε να βρίζει και καταριέται. Κι όταν την έχασε τελικά από τα μάτια της, άρχισε να κλαίει. Κι ενώ τα δάκρυά της κυλούσαν ασταμάτητα , είδε πως μεταμορφώνονταν σε μικρά διαμαντάκια που την στόλιζαν. Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της και μάζεψε μια χούφτα λαμπερά διαμαντάκια.
Ήξερε από μαγεία και σπάνια την ξάφνιαζε το παράδοξο. Αλλά αυτό δεν το είχε συναντήσει μέχρι σήμερα. Κοίταξε πιο προσεχτικά τον ιστό, που την μάγεψε και παγίδεψε με την ομορφιά του. Τότε κατάλαβε πως αυτά που είχε θεωρήσει στην αρχή σταγόνες της βροχής, ήταν τα δάκρυα της αράχνης.
Χάιδεψε τον ιστό που την τύλιγε κι ένιωσε πως κάτω από το ανθεκτικό μεταξένιο νήμα και τα πολύπλοκα σχέδια ήταν κρυμμένα όλα τα τραγούδια, τα όνειρα, η απογοήτευση, η περηφάνια και η σκληρότητα της αράχνης. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της , που η αδρεναλίνη την έκανε να χτυπάει σαν τρελή. Είχε ακούσει γι’ αυτό, αλλά δεν το είχε νιώσει ποτέ μέχρι σήμερα. Δεν θα προσπαθούσε να ξεφύγει.
Περίμενε ώρες. Ξαπλωμένη πάνω στον ιστό, χαλαρή και ακίνητη, παρακολουθούσε τα έντομα, που ξεγελασμένα μπλεκόταν στον ιστό κι έμεναν παγιδευμένα χάρη στην κόλλα, που υπήρχε κρυμμένη στην έλικα που διέσχιζε κυκλικά τον ιστό, από το κέντρο ως την άκρη του. Ένιωθε τον φόβο τους και τα λυπόταν ξέροντας πως θα άφηναν εκεί την τελευταία τους πνοή χωρίς να έχουν καταλάβει την ομορφιά του.
Είχε αρχίσει να λαγοκοιμάται, όταν άκουσε το τραγούδι. Γύρισε γεμάτη προσμονή κι είδε την αράχνη να έρχεται προς το μέρος της. Το πρόσωπό της ήταν στην σκιά και δεν μπορούσε να μαντέψει τα συναισθήματά της, αλλά δεν ένιωθε καθόλου φόβο, μόνο προσμονή. Το τραγούδι σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα της αράχνης καθώς πλησίαζε και ο αναστεναγμός των εντόμων.
Έφτασε κοντά της και την κοίταξε στα μάτια. «Γιατί δεν έφυγες» την ρώτησε. «Ξέρω πως το μπορούσες». Η Μαρκέλλα χαμογέλασε και είπε «διάβασα τον ιστό σου. Είδα τα διαμάντια και κατάλαβα την σημασία τους. Θέλω να μείνω μαζί σου». Η αράχνη πλησίασε ώσπου το πρόσωπό της κόλλησε στο δικό της.
«Είμαι το πιο ακατάλληλο άτομο για εσένα. Δεν θέλω για να σε αφήσω να ελπίζεις σε ένα όνειρο που δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Έχεις όμορφη ψυχή και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι μαζί μου η ζωή σου θα είναι κόλαση. Δεν θα μπορέσεις να βαδίσεις μαζί μου στον ιστό, ούτε να κυνηγάς έντομα για να ζήσεις. Κι αυτός ο ιστός δεν φτιάχτηκε για σένα».
Η Μαρκέλλα δεν απάντησε. Άπλωσε μόνο τα χέρια της και αγκάλιασε σφιχτά την αράχνη. Δεν χαλάρωσε το αγκάλιασμά της ούτε όταν προσπάθησε βίαια να της ξεφύγει. Η αράχνη την ελευθέρωσε από τα δεσμά της και την καθάρισε από την κόλλα. Ώρες μετά την αγκάλιασε με την σειρά της. Κι έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκε το πρωί.
Με την πρώτη ηλιαχτίδα η αράχνη έφυγε. Η νεράιδα σηκώθηκε χαμογελώντας. Πήρε ένα διαμάντι από τον ιστό και στόλισε τα μαλλιά της.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Η λέαινα του σαλονιού



Η Σαμπρίνα πέρασε προσεχτικά ανάμεσα στα έπιπλα του σαλονιού κι έφτασε μπροστά στον μεγάλο καναπέΤεντώθηκε με απόλαυση περισσή και ξάπλωσε δίπλα στα τεντωμένα πόδια του Μπάμπη.
Είχε μόλις φάει και ένιωθε την γλυκιά χαύνωση που ακολουθεί το μεσημεριανό γεύμα, ειδικά τα καλοκαιρινά απογεύματα όπως το σημερινό. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε ακόμα μια φορά κι ένιωσε το χέρι του Μπάμπη να της χαϊδεύει την πλάτη. Γύρισε και τον κοίταξε με λατρεία.
Ήταν πολλά χρόνια μαζί κι η οικειότητα που τους έδενε ήταν εμφανή σε κάθε τους κίνηση. Μπορούσε να νιώσει από μακριά την διάθεση του και αντιλαμβανόταν τα αισθήματά του παρατηρώντας τις ακούσιες μικρές κινήσεις του. Το πέρασμα του χεριού από τα μαλλιά του όταν ήταν αμήχανος, το τρίψιμο των δαχτύλων όταν ήταν σκεφτικός, το ρυθμικό χτύπημα του ποδιού όταν ήταν ανυπόμονος, το τέντωμα των μυώνων όταν θύμωνε, την πλήρη ακινησία όταν ήταν πληγωμένος, το λακκάκι στο μάγουλο όταν ήταν χαρούμενος, την χαλάρωση του κορμιού όταν ήταν ευτυχισμένος.
Ναι, ήταν πολλά χρόνια μαζί, τόσα, που είχε ξεχάσει πως ήταν η ζωή της πριν από αυτόν. Μόνο στα όνειρα έβλεπε αποσπασματικές εικόνες από την παλιά της ζωή και τον ξεχασμένο της εαυτό, αλλά τα λησμονούσε το πρωί όταν άνοιγε τα μάτια. Και τώρα τελευταία σαν στο φως μιας αστραπής, έβλεπε την εικόνα κάποιου κρυμμένου στην ομίχλη, τόσο διαφορετικού από τον Μπάμπη, τόσο ίδιου με την εικόνα στον καθρέφτη του ονείρου.
Άκουσε το γέλιο του και γύρισε στην τηλεόραση που παρακολουθούσε για να εντοπίσει τον λόγο της ευθυμίας του. «Έχει ντοκιμαντέρ για τα λιοντάρια, λέαινά μου», είπε αυτός. «Δες πως θα ήσουν χωρίς εμένα στην ζωή σου». Ένιωσε να ξυπνάει απότομα κι έστρεψε όλες τις αισθήσεις της στην ανοιχτή τηλεόραση. Άκουσε τον ο υποβλητικό βρυχηθμό, είδε το ανέμισμα της χαίτης κι η καρδιά της φτερούγισε. Σε αυτό το μικρό κουτί ζούσαν τα όνειρα της νύχτας.
Οι αναμνήσεις βγήκαν από το κλειδωμένο της μυαλό και την χτύπησαν σαν μαστίγιο. Όλα όσα είχε αφήσει πίσω της , μαζεύτηκαν απειλώντας να την πνίξουν. Ο Μπάμπης ένιωσε την ανησυχία της και την κοίταξε ερωτηματικά. Το κορμί της άρχισε να θυμάται. Το καρτέρι, το κυνήγι, την γεύση του αίματος, την επιβράβευση του κοπαδιού, το ζευγάρωμα , όλα όσα δεν πρόλαβε να ζήσει. Μία παράξενη έντονη οσμή βγήκε από το κορμί της και γέμισε το σαλόνι.
Ήταν μικρή όταν την βρήκε και την έσωσε. Τα υπόλοιπα μικρά δεν επέζησαν από την επίθεση των υαινών. Την τύλιξε με την αγάπη και την στοργή του και της αφιέρωνε πολλές ώρες την ημέρα χωρίς να βαρυγκωμά. Ήξερε πως την αγαπούσε, όπως τον αγαπούσε κι αυτή, αλλά σήμερα κατάλαβε πως δεν έφτανε αυτό. Είχε έρθει η ώρα να φύγει και το κατάλαβε κι αυτός. Συνέχισε να την χαϊδεύει, αλλά το υπόλοιπο κορμί του κοκάλωσε. Τον είχε πληγώσει και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον παρηγορήσει.
Βγήκε στην αυλή του σπιτιού και τον άκουγε να τηλεφωνεί και να μιλάει με διάφορους. Ήξερε ότι έψαχνε να βρει την καλύτερη λύση για να την αφήσει ελεύθερη. Δεν κατάλαβε όμως ότι δεν μπορούσε να περιμένει. Δεν μπορούσε να μείνει βλέποντας τον πληγωμένο. Ένιωθε πως κάθε φορά που θα κοιταζόταν , θα γκρεμιζόταν ένα κομμάτι από την αγάπη τους. Σκαρφάλωσε στο δέντρο της αυλής και πήδηξε έξω από τον φράχτη.
Αν και μεγάλωσε με ανθρώπους γύρω της γνώριζε καλά πως δεν πρέπει να τους εμπιστεύεται και πως όφειλε να είναι πολύ προσεχτική. Δεν ήξερε που μπορούσε να πάει, ούτε ήταν σίγουρη για την κατάληξη αυτής της απόδρασης, όμως ήταν σίγουρη πως θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον μοναδικό άνθρωπο, που εμπιστευόταν απόλυτα. Συνέχισε να προχωράει στα τυφλά κατευθυνόμενη προς την μεγάλη πόλη.
Δεν ήξερε πόση ώρα περπατούσε. Η αρχική αμηχανία της μοναξιάς και του αποπροσανατολισμού , έδωσαν την θέση τους στην αδρεναλίνη της βουτιάς στο άγνωστο και την συγκίνηση της περιπέτειας. Ένιωσε ζωντανή μετά από πολύ καιρό και συνειδητοποίησε ότι δεν θα γυρνούσε ποτέ πίσω κι ότι ξεκινούσε από την αρχή. Στα ρουθούνια της έφτασε η χαρακτηριστική μυρωδιά του κορμιού της , που ανακάλυπτε για πρώτη φορά.
Άκουσε τον ο υποβλητικό βρυχηθμό για δεύτερη φορά εκείνην την ημέρα κι ανατρίχιασε. Προσπάθησε να εντοπίσει την πηγή του. Επικέντρωσε όλες τις αισθήσεις της στην ακοή και άφησε να την κατευθύνει. Σύντομα τα βήματά της την οδήγησαν έξω από την μεγάλη σκηνή. Η ακοή και η όσφρηση την οδήγησαν στο σωστό σημείο. Βρήκε την πόρτα και με την εξοικείωση των χρόνων, που πέρασε στο σπίτι, την άνοιξε.
Βρέθηκε δίπλα στο κλουβί με τα λιοντάρια και κοίταξε με τα μάτια ορθάνοιχτα τα δύο αρσενικά και τα έξι θηλυκά, που βρισκόταν μέσα. Το πιο μεγαλόσωμο αρσενικό γύρισε και την κοίταξε και πήγε τρέχοντας κοντά της με την χαίτη του να ανεμίζει, ο άρχοντας και βασιλιάς των ονείρων της. Έχοντας το εμπόδιο των σιδερένιων μπάρων, προσπάθησαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Στην προσπάθεια αυτή η Σαμπρίνα τον γρατζούνισε, τον δάγκωσε κι ένιωσε απόγνωση όταν κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να βρεθεί δίπλα του.
Τραβήχτηκε πίσω, κοίταξε τον χαμένο Παράδεισο και του είπε «Σου ζητώ συγνώμη. Δεν ξέρω γιατί φέρθηκα έτσι. Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Σε θέλω όμως και δεν μπορώ να σε αγγίξω κι αυτό με τρελαίνει». Το μεγάλο αρσενικό έκοβε βόλτες όλο εκνευρισμό μέσα στο κλουβί κι ούτε που την κοίταξε. Έκατσε σε μία γωνία με την ουρά του να χτυπάει μία δεξιά μία αριστερά σαν τρελό εκκρεμές. Τα υπόλοιπα λιοντάρια δεν τον πλησίασαν
Πέρασε αρκετή ώρα κι η Σαμπρίνα εξακολουθούσε να στέκεται όρθια και ακίνητη, χωρίς να τον αφήνει στιγμή από τα μάτια της, περιμένοντας. Ξαφνικά γύρισε και της είπε «Το ξέρω. Κι εγώ σε θέλω και γίνομαι επιθετικός, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να μου ζητάς συγνώμη». Τότε μόνο συνειδητοποίησε πως είχε κι η ίδια γρατζουνιές και πληγές και το σημάδι των δοντιών του επάνω της. Ένιωσε παράδοξα ευτυχισμένη. Κι αποφάσισε να μείνει
Ξάπλωσε μπροστά στην σιδερένια πόρτα με την βαριά κλειδαριά και έκλεισε τα μάτια της. Άκουγε τις φωνές των υπολοίπων λιονταριών σαν σε όνειρο, αλλά ήξερε πως τα όνειρα είχαν τελειώσει κι ότι είχε την ευκαιρία να ζήσει το δικό της. Λαγοκοιμόταν και περίμενε. Ήταν σίγουρη πως θα έβρισκε τον τρόπο να μπει μέσα. Δεν την ένοιαζε πόσο θα χρειαζόταν να περιμένει. Ούτε τι κόστος θα είχε αυτό. Το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί δίπλα του.
Κόντευε να ξημερώσει, όταν ξαφνικά γύρισε και της είπε «Φύγε. Φύγε όσο ακόμα μπορείς. Δεν είμαι εγώ για σένα. Ούτε αυτή είναι ζωή για ένα λιοντάρι. Θα πληγωθείς κι εγώ δεν θα μπορώ να σε προστατεύσω. Όσο κι αν το θέλω. Κι ας μου αρέσει που έρχεται μέχρι εδώ η μυρωδιά της έντασής σου». Η Σαμπρίνα σηκώθηκε τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και του απάντησε «Δεν ξέρεις πως ήταν η ζωή μου μέχρι σήμερα. Δεν ξέρεις τι ζητάω. Ούτε τι βαρύτητα έχει για μένα να σε βλέπω μπροστά μου. Μέχρι χθες πίστευα πως είσαι ένα όνειρο. Κι είχα ξεχάσει πως είμαι λέαινα. Δεν θα φύγω».
Οι άνθρωποι του τσίρκου ξαφνιάστηκαν όταν είδαν την λέαινα μπροστά στην πόρτα. Κι ακόμα περισσότερο από την έλλειψη επιθετικότητάς της. Ειδικά όταν ένιωσαν την χαρακτηριστική οσμή της να τους τυλίγει. Κοιτάχτηκαν πονηρά κι άνοιξαν την πόρτα , ενώ με την άκρη του ματιού τους παρακολουθούσαν την όλο ένταση κίνηση μέσα στο κλουβί. Την ίδια μέρα απομάκρυναν τα υπόλοιπα λιοντάρια σε άλλο κλουβί, αφήνοντας το ζευγάρι να ζευγαρώσει, όπως συνήθιζαν
Για μια εβδομάδα , όσο κράτησε η γαμήλια περίοδος, παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις τρυφερού ενδιαφέροντος και αγάπης, που έδειχνε το αρσενικό λιοντάρι στην Λέαινα του σαλονιού, όπως την ονόμασαν. Της έγλειφε συνεχώς την πλάτη και το λαιμό και έπαιζε μαζί της για ώρες. Της δάγκωνε τρυφερά το λαιμό, ενώ εκείνη έβγαζε δυνατούς βρυχηθμούς. Στο τέλος της εβδομάδας, άρχισε να αδιαφορεί εντελώς γι’ αυτήν. Μετέφεραν τα υπόλοιπα λιοντάρια και άρχισαν την εκπαίδευση με τα στεφάνια της φωτιάς.
Η Σαμπρίνα ζαλισμένη από την ένταση της ευτυχίας, άργησε να καταλάβει την αδιαφορία του. Θέλοντας να είναι άξια σύντροφος του, προσαρμόστηκε γρήγορα στην ζωή του τσίρκου και πηδούσε πάντα πρώτη το φλεγόμενο στεφάνι, παρά τον ενστικτώδη φόβο , που ένιωθε. Σύντομα πρόσθεσαν ένα καινούριο νούμερο μόνο γι’ αυτήν. Πηδούσε ανάμεσα από τρία φλεγόμενα στεφάνια και μ’ αυτό το εντυπωσιακό πήδημα έκλειναν την παράσταση. Οι άλλες λέαινες άρχισαν να την αντιπαθούν.
Εκείνο το βράδυ η έντονη οσμή των θηλυκών έπνιξε το κλουβί. Δύο από τις λέαινες ήταν σε οίστρο και τα αρσενικά αναστατωμένα. Αυτές κοιτούσαν και οι δύο το μεγάλο αρσενικό περιμένοντας. Η Σαμπρίνα κατάλαβε ότι μέχρι εκείνη την μέρα ζούσε σε ένα όνειρο, που είχε τελειώσει. Τον πλησίασε και προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή
Εκείνος την δάγκωσε δυνατά πληγώνοντάς την. Την έσπρωξε προς το μέρος των άλλων θηλυκών ζητώντας να κάτσει μαζί τους. Αυτή έμεινε απέναντί του, με το αίμα να κυλά από τον λαιμό της, χωρίς να κουνηθεί. Το αρσενικό γέλασε και της είπε «Αν και πληγωμένη, λέαινα, λογικά και έξυπνα μένεις μακριά». Πριν προλάβει να διαλέξει την λέαινα που θα ζευγάρωνε, τους μάζεψαν για την βραδινή παράσταση.
Πριν να εκτελέσει το νούμερό της, η Σαμπρίνα γύρισε προς το μέρος του και του είπε «Βασιλιά και Άρχοντα της καρδιάς μου, δεν απείχα από φόβο, θέλω να το ξέρεις. Ο μόνος λόγος που έμεινα μακριά ήταν από υπερηφάνεια. Υπερηφάνεια για σένα που μου θύμισες την φύση μου, αλλά δεν την σεβάστηκες. Θα τις άφηνα να με ξεσχίσουν όχι από αδυναμία , αλλά από σεβασμό στην δική σου δύναμη. Έφυγα από ένα κλουβί για να μπω σε μια φυλακή, που καταπατάει την αξιοπρέπειά μου. Το δέχτηκα γιατί ήσουν κι εσύ εδώ. Και γιατί με ξεγέλασε η χαίτη σου».
 Οι θεατές παρακολούθησαν την Σαμπρίνα να κάνει ένα ψηλό άλμα και σταματάει θαρρείς στον αέρα, με τα φλεγόμενα στεφάνια καρφωμένα πάνω της. Κι ενώ η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλημμύρισε τον αέρα, άκουσαν το βρυχηθμό του μεγάλου αρσενικού, που όμως έμεινε μακριά. Ο κτηνίατρος του τσίρκου είπε την επόμενη μέρα πως θα είχε γλυτώσει, αν δεν είχε μια μεγάλη δαγκωματιά στο λαιμό.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Ανάμεσα σε δύο κόσμους


Ο Δημήτρης στάθηκε στο φυσικό πλάτωμα, στην ράχη του βουνού και κοίταξε το ποτάμι που ορμητικό κυλούσε προς τα ριζά του, ακολουθώντας το δικό του φιδωτό μονοπάτι.
Εκεί υπήρχαν δύο χωριά, αντικριστά στις όχθες του ποταμού, φυσικό σύνορο και εμπόδιο ανάμεσά τους. Ο ήλιος που έδυε, είχε ήδη αφήσει το ένα χωριό στο σκοτάδι, τονίζοντας τις διαφορές τους. Γιατί τα δύο χωριά , διέφεραν όπως η μέρα με την νύχτα, κι ο Δημήτρης το ήξερε καλύτερα από τον καθένα.
Έκατσε σε μια πλατειά πέτρα κι άναψε τσιγάρο. Πήρε βαθιές ρουφηξιές μέχρι να νιώσει τον καπνό να του καίει τα σωθικά και κοίταξε ξανά τα δύο χωριά. Η κόλαση κι ο παράδεισός του ήταν εκεί, μπροστά του . Η πίκρα από το τσιγάρο που αργόσβηνε στα χείλη του, απλώθηκε στην καρδιά του.
Δύο χωριά, δύο γυναίκες, δύο αγάπες τον έφεραν σήμερα εδώ πάνω. Πέρασαν από την ζωή του αφήνοντας το ανεξίτηλο σημάδι τους χωρίς να κατορθώσουν να γεμίσουν την μοναξιά του. Και δεν ήξερε αν έφταιγε αυτός, που ζητούσε πολλά ή αυτές που δεν μπορούσαν να τα δώσουν.
Η πρώτη , η Αλεξάνδρα, ήταν ήρεμη, λογική, σταθερή στις απόψεις και στον έρωτα, ένα λιμάνι στις φουρτούνες. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες μαζί της για όλα τα θέματα και να νιώθει την κατανόησή της να τον σκεπάζει σαν ζεστό πάπλωμα. Τον εμπιστευόταν τυφλά και δεν έχανε ευκαιρία να του δείχνει τον θαυμασμό και την αγάπη της. Κι ενώ ήταν η γυναίκα που ήθελε μαζί της να χουζουρέψει το πρωί στο κρεβάτι, ο λόγος δεν ήταν η κούραση του έρωτα της περασμένης βραδιάς. Δεν υπήρχε ο ηλεκτρισμός, το πάθος, ο αναγκαίος ερωτισμός.
Η δεύτερη , η Μερόπη, είχε όλο το πάθος και την φλόγα που έλειπε από την Αλεξάνδρα. Και μόνο ο ήχος της φωνής της, τον έκανε τρελό από πόθο. Την ήθελε κάθε στιγμή και λεπτό, αλλά η έντασή της σχέσης τους δεν περιοριζόταν στο κρεβάτι. Διαφωνούσαν σχεδόν στα πάντα. Από την μουσική που άκουγαν μέχρι τους ανθρώπους που συναναστρέφονταν .Έπαιζε συνεχώς με τα συναισθήματά του, δοκίμαζε την υπομονή και την αγάπη του και παραπονιόταν ότι την παραμελούσε όταν δεν είχε την αποκλειστική προσοχή του. Η κακία της όταν θύμωνε και η ανυπόφορη ζήλια της, τον εγκλώβιζαν σ’ ένα κλουβί, που ήθελε απεγνωσμένα να δραπετεύσει. Ήταν η φουρτουνιασμένη θάλασσα που τον έλκυε με την άγρια ομορφιά της , αλλά που η φρόνηση τον κρατούσε μακριά .
Και οι δύο είχαν κάτι που ήθελε, που συμπλήρωνε τα θέλω και τις ανάγκες του. Και οι δύο είχαν κάτι που απεχθανόταν και που δεν μπορούσε να προσπεράσει.. Και τις δύο τις έδιωξε από την ζωή του και τώρα ήταν μόνος. Τώρα περίμενε κάτι να συμβεί. Να έρθει ο πραγματικός έρωτας να τον ξεσηκώσει. Με το ένα πόδι στην γη και το άλλο στον ουρανό να περπατήσει και να έρθει κοντά του. Και να τον λυτρώσει.
Ο ήλιος είχε δύσει εδώ κα ώρα. Έσβησε προσεχτικά το τσιγάρο στο βράχο, έβαλε το αποτσίγαρο στο άδειο πακέτο μαζί με τις υπόλοιπες γόπες και επιθεώρησε το καταφύγιό του. Όταν βεβαιώθηκε πως η παρουσία του εκεί το άφησε ανέγγιχτο, άρχισε να κατηφορίζει το γνωστό μονοπάτι, που οδηγούσε στο πρώτο χωριό. Για να φτάσει στο σπίτι του, έπρεπε να περάσει από την μικρή γέφυρα, που ένωνε τα χωριά πάνω από το ποτάμι. Ήταν επικίνδυνη όταν τα νερά ήταν ανεβασμένα από τις βροχές, όπως σήμερα. Έπρεπε να βιαστεί.
Διέσχισε το μικρό χωριό κι έφτασε στην άκρη της μικρής γέφυρας. Προχώρησε προσεχτικά , κοιτώντας κάτω για να μην γλιστρήσει στα νερά , που κάλυπταν πολλά σημεία της, όταν φτάνοντας στη μέση της είδε κάτι να γυαλίζει κάτω από το φως του φεγγαριού. Γεμάτος περιέργεια έσκυψε να δει το παράξενο αντικείμενο που επέπλεε σε μια νερολακούβα. Ήταν ένα μικρό άσπρο κουτί, τυλιγμένο με κόκκινη κορδέλα.
Το κράτησε στα χέρια του. Ήταν πολύ ελαφρύ σαν να ήταν άδειο. Το κούνησε δίπλα στο αυτί του κι ένιωσε παρά άκουσε ότι υπήρχε κάτι μέσα. Έμεινε αναποφάσιστος για μια στιγμή, αλλά η περιέργεια νίκησε κι έλυσε την κόκκινη κορδέλα . Άνοιξε το κουτί με προσοχή και ξαφνιασμένος ,καθώς η πεταλούδα βγήκε πετώντας ορμητικά από μέσα , άφησε να του πέσει κάτω μαζί με την κόκκινη κάρτα , που περιείχε.
Έσκυψε για δεύτερη φορά και το σήκωσε και γύρισε προς το φεγγάρι για να διαβάσει τα χρυσά γράμματα στην κάρτα. «Σ’ ευχαριστώ που με ελευθέρωσες. Σου κάνω δώρο μία ευχή για ανταμοιβή. Πρόσεξε όμως καλά τι θα ευχηθείς, γιατί θα γίνει πραγματικότητα. Δεν θα μπορέσεις να την αλλάξεις, ούτε θα έχεις δεύτερη ευκαιρία. Η νεράιδα του ποταμού»
Ο Δημήτρης έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Δεν πίστεψε στιγμή ότι αυτό που κρατούσε στα χέρια του ήταν κάτι παραπάνω από μία φάρσα, αλλά η καρδιά του σκίρτησε. Του φάνηκε σαν κάποιος να απαντούσε την αγωνία και στην μοναξιά του κι αυτό τον γέμισε με μια περίεργη χαρά και αυτοπεποίθηση.
Έκλεισε τα μάτια και είπε «Θέλω την γυναίκα-σύζευξη των δύο γυναικών που αγάπησα, την Αλεξάνδρα και την Μερόπη σε ένα, την τέλεια γυναίκα για μένα». Ανοίγοντας τα μάτια είδε μπροστά του μια μικρή νεράιδα που τον κοιτούσε αυστηρά. «Πήγαινε σπίτι σου. Η ευχή σου έχει πραγματοποιηθεί. Να θυμάσαι πάντως , πως εγώ σε προειδοποίησα».
Ένα μήνα μετά καθόταν στην μέση της γέφυρας , με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από τα άγρια νερά του ποταμού και μια έκφραση παραίτησης στο πρόσωπο. Φώναζε για ώρα καλώντας την νεράιδα να εμφανιστεί και να πάρει πίσω το δώρο της. Αυτή εμφανίστηκε μ’ ένα βαριεστημένο ύφος στο πρόσωπό της και τον ρώτησε τι πήγε στραβά.
«Είναι τόσο τέλεια που δεν μπορώ να την αγαπήσω. Σε όλα κρίνομαι ανεπαρκής, μια που εγώ παρέμεινα άνθρωπος με αδυναμίες και ελαττώματα. Δεν αφήνει μια χαραμάδα ανοιχτή στο όνειρο, γιατί δεν αναζητά τίποτα. Στο ταξίδι της ζωής δεν είναι συνταξιδιώτισσα, είναι παρατηρητής. Και μαζί της αισθάνομαι περισσότερο μόνος.»
Η νεράιδα του απάντησε «Έχασες δυο αγάπες γιατί δεν κάθισες να πολεμήσεις για αυτές. Δεν κατάλαβες πως τις αγαπούσες για τα ελαττώματά τους, παρά για τα προτερήματα. Σκέφτηκες μόνο τον εαυτό σου και τις δικές σου ανάγκες. Θα σου δώσω μία δεύτερη ευκαιρία, αν και δεν ξέρω αν την αξίζεις. Έλα αύριο πάλι εδώ να με βρεις, αυτή την ώρα». Και λέγοντας την τελευταία φράση πέταξε μακριά.
Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης την πέρασε κοιτώντας ανυπόμονα το ρολόι του. Την συμφωνημένη ώρα ξεκίνησε για την γέφυρα. Είδε μια άγνωστη γυναίκα να διασχίζει την γέφυρα. Την είδε από μακριά, καθώς ερχόταν από την απέναντι όχθη. Έφτασε στη μέση της γέφυρας λίγο πριν απ’ αυτόν κι έσκυψε να πάρει κάτι από το έδαφος. Έτρεξε για να βρεθεί κοντά της και αρπάζοντας το άσπρο κουτάκι με την κόκκινη κορδέλα , το πέταξε στο ποτάμι.
Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε με έκπληξη και απορία. Τα ελαφίσια μάτια της είχαν κάτι πονεμένο και σκληρό συνάμα. Ο Δημήτρης χαμογέλασε..

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Ο δράκος και τα παραμύθια



Ζούσε κάποτε σε μια μακρινή χώρα ένας μοναχικός Δράκος Ήταν ο τελευταίος της γενιάς του, μια που τους γονείς του, τους είχαν σκοτώσει οι άνθρωποι από αμέλεια και αναίτια κακία
Έμενε στο ερειπωμένο κάστρο του, που σκαρφαλωμένο στην κορυφή του βουνού, του έδινε το πλεονέκτημα να ελέγχει εύκολα την γύρω περιοχή, χωρίς να δίνει στόχο πετώντας στα ουράνια.
Παρά τα όσα λέγονται κατά καιρούς για τους δράκους, αυτός δεν ήταν αιμοδιψής, ούτε έκανε επιδρομές στα χωριά των ανθρώπων γύρω από το κάστρο. Ήταν όμως επιφυλακτικός απέναντί τους και φρόντιζε να τρομάζει όσους πλησίαζαν από το κοντινό δάσος , πετώντας πάνω από τα κεφάλια τους και βγάζοντας φωτιές από το στόμα, καίγοντας τα κοντινά δέντρα και οριοθετώντας την περιοχή του. Εξαφανιζόταν από τα μάτια του τρέχοντας , χωρίς να γυρίσουν να τον κοιτάξουν δεύτερη φορά.
Συχνά τις βραδιές χωρίς φεγγάρι, όταν η μοναξιά τον βάραινε, συνήθιζε να πηγαίνει κρυφά και σιωπηλά στα χωριά, να παρακολουθεί τους ανθρώπους και να προσπαθεί να τους καταλάβει. Τις περισσότερες φορές γυρνούσε στο κάστρο απογοητευμένος, νιώθοντας δικαιωμένος για την απόσταση που κρατούσε , γιατί αυτά που έβλεπε κι άκουγε , τόνιζαν την φαυλότητα και την αναλγησία των ανθρώπων.
Ήταν όμως κάποια βράδια που γυρνούσε με μια λαχτάρα στην καρδιά του κι ένα παράπονο μυστήριο ξυπνούσε μέσα του. Η μοναξιά του που τόσο υπερηφανευόταν για αυτήν και που την θεωρούσε στολίδι του, άρχισε να αποκτά ρωγμές. Κι από εκεί ξεπηδούσαν όνειρα για έναν κόσμο , που άνθρωποι και δράκοι θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά και να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο για ένα καλύτερο αύριο. Το πρωί έκλεινε τις ρωγμές με θυμό και απελπισία για να ξαναμπεί στον φαύλο κύκλο μετά από λίγες μέρες.
Για όλα έφταιγαν τα παραμύθια. Ήταν πεπεισμένος γι’ αυτό. Τα παραμύθια που λέγανε οι άνθρωποι για να κρύψουν μέσα τους ότι δεν καταλάβαιναν κι ότι φοβόταν . Τα παραμύθια που στάθηκαν αιτία να σκοτώσουν τους άλλους δράκους της γενιάς του. Ο δράκος βημάτιζε νευριασμένος πάνω κάτω στο κάστρο. Πετούσε μακριά χωρίς να προφυλάσσει τον εαυτό του. Και γινόταν όλο και πιο απρόσεκτος στις νυχτερινές του βόλτες.
Εκείνο το βράδυ, αν και το φεγγάρι έλαμπε στον ουρανό, αποφάσισε να πάει μια βόλτα σ’ ένα από τα κοντινά χωριά. Πέταξε βιαστικά μέχρι να βγει από το δάσος και συνέχισε περπατώντας, προσπαθώντας να κρύβεται στις σκιές. Φτάνοντας στο πρώτο σπίτι του χωριού, κοντοστάθηκε έξω από το ανοιχτό παράθυρο και κοίταξε μέσα.
Πρώτα άκουσε την φωνή της και μετά την είδε. Κουβαριασμένη στην πολυθρόνα κάτω από το φωτιστικό, διάβαζε μεγαλόφωνα και σχολίαζε μόνη της, μιλώντας σ’ έναν φανταστικό σύντροφο. Γεμάτος περιέργεια πλησίασε πιο κοντά και τότε η κοπέλα σήκωσε τα μάτια της και τον είδε. Δεν έδειξε να ξαφνιάζεται με την παρουσία του. Τον κοίταζε μόνο ερωτηματικά περιμένοντας να μιλήσει.
Ο δράκος , παραξενεμένος από την αντίδρασή της και θυμωμένος που επέτρεψε να τον δουν, παρέμεινε σιωπηλός αναμένοντας την ερώτηση, που τελικά δεν ήρθε. Η κοπέλα έστρεψε τα μάτια της στο βιβλίο που κρατούσε και συνέχισε να διαβάζει. Ήταν ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι όμως διαφορετικό απ’ όσα είχε ακούσει μέχρι εκείνη την ημέρα. Μιλούσε για τον έρωτα και τον πόνο του, για την αγάπη και τα μυστικά της, για την μοναξιά και την απελπισία που γεννά.
Η κοπέλα σταμάτησε το διάβασμα και σχολίασε το παραμύθι κοιτώντας τον στα μάτια. Ο δράκος, απροετοίμαστος για αυτήν την εξέλιξη, απάντησε . Την κοίταξε λοξά και κούνησε δυνατά τα φτερά του . Αυτή άρχισε να διαβάζει ένα καινούριο παραμύθι. Ο δράκος έβγαλε φωτιά καίγοντας ένα μικρό κομμάτι γης γύρω του. Αυτή συνέχισε να διαβάζει ατάραχη, σταματώντας μόνο για να σχολιάσει και περιμένοντας την απάντησή του. Έτσι πέρασαν το βράδυ.
Γυρνώντας στο κάστρο του ξημερώματα , ένιωσε πως κάτι καινούριο είχε μπει στην ζωή του, το οποίο δεν γνώριζε και δεν ήξερε πώς να το χειριστεί. Τα παραμύθια της νύχτας, γίνανε τα όνειρα του πρωινού κι αυτός μπερδεμένος στεκόταν αναποφάσιστος μπροστά στην πόρτα του πύργου μην ξέροντας τι να κάνει.
Κάθε βράδυ έλεγε πως δεν θα πάει να την ανταμώσει ξανά και κάθε βράδυ κινούσε να την βρει με τις αισθήσεις του σε εγρήγορση. Ήταν σίγουρος πως ήταν κάποια παγίδα. Πως αυτή ήταν το δόλωμα για να πιάσουνε οι άνθρωποι τον δράκο και να τον σκοτώσουν , όπως τόσους άλλους πριν. Αλλά η μαγεία των παραμυθιών νικούσε τις επιφυλάξεις του και πήγαινε να την βρει και να της μιλήσει.
Ίσως να συνεχιζόταν για χρόνια αυτό, αλλά ένα βράδυ η κοπέλα του είπε πως έχει να του διαβάσει ένα ιδιαίτερο παραμύθι. Ένα παραμύθι που τον αφορούσε . Ένα παραμύθι για την κοπέλα που αγάπησε τον δράκο. Βγήκε για πρώτη φορά έξω από το σπίτι της και τον πλησίασε. Ακούμπησε τα βιβλία προσεχτικά στο έδαφος κι έκατσε οκλαδόν μπροστά του. Άπλωσε το χέρι να τον χαϊδέψει, ενώ χαμογελούσε τρυφερά.
Ο δράκος αναπήδησε σαν να τον είχε αγγίξει πυρωμένο σίδερο. Με μια μόνο ανάσα έβγαλε μια μεγάλη φωτιά καίγοντας τα βιβλία με τα παραμύθια που βρισκόταν μπροστά του. Κοίταξε με μίσος την κοπέλα και της ζήτησε να εξαφανιστεί από μπροστά του πριν κάψει και την ίδια. Το χαμόγελο πέτρωσε στο πρόσωπο της κοπέλας κα σηκώθηκε όρθια. «Κάψε με αν αυτό είναι που θέλεις» του είπε. «Κάψε τα παραμύθια και τα όνειρα. Δεν μπορείς όμως να κάψεις την αγάπη, που σου χάρισα. Κράτα την , δώρο από μένα».
Ο δράκος δίστασε για μια στιγμή. Μετά την κοίταξε περιφρονητικά και απάντησε «Δεν πιστεύω στα παραμύθια. Δεν ονειρεύομαι ποτέ. Δεν δέχομαι δώρα από κανέναν». Από το στόμα του βγήκε φωτιά και την τύλιξε. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε γρήγορα μακριά.
Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκε από ένα ύπνο χωρίς όνειρα. Ένιωθε παράξενα βαρύς και αδύναμος. Περνώντας από τον καθρέφτη στο σαλόνι κοίταξε μηχανικά το είδωλό του κι έβγαλε μια φωνή απελπισίας. Δάκρυα λύσσας έτρεξαν από τα μάτια του , που κόκκινα κι αγριεμένα τον κοιτούσαν. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη τιμωρία.
Ο καθρέφτης έδειχνε έναν άνθρωπο.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Η κόκκινη κορδέλα

Η Θάλεια σήκωσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της με το ένα της χέρι, ενώ με το άλλο τύλιξε γύρω τους την κόκκινη κορδέλα. Ίσιωσε το κορμί της και τέντωσε το πηγούνι της μπροστά. Τα μάτια της άστραφταν καθώς κοιτούσε μπροστά της την πόλη ντυμένη στο φως της σελήνης.
Τον περίμενε να έρθει. Όπως κάθε βράδυ εδώ και μήνες. Στεκόταν όρθια με πόδια ανοιχτά, πατώντας σταθερά και εξερευνούσε τις σκιές γύρω της, περιμένοντας να δει την γνωστή φιγούρα να προβάλλει από το σκοτάδι και να το κάνει μέρα.
Δεν ήξερε τι ώρα ήταν. Ούτε πόση ώρα περίμενε. Δεν φορούσε ποτέ ρολόι, όταν σκόπευε να τον συναντήσει. Δεν ήθελε να μετράει τον χρόνο, που θα έκανε για να έρθει, ούτε τα λεπτά που ήταν μαζί και δεν ήθελε να ξέρει πόσο θα απουσίαζε. Μετρούσε τον χρόνο μόνο με τους χτύπους της καρδιάς της.
Ένιωσε τα πόδια της να πονάνε από την ορθοστασία κι οι χτύποι της καρδιάς της την προειδοποίησαν πως είχε αργήσει. Είχε αργήσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο φόβος της άρχισε να παίρνει σχήμα κι ένιωσε εκείνο τον πόνο στο στομάχι, τον χαρακτηριστικό, επίμονο και οικείο πόνο της απώλειας.
Την είχε προειδοποιήσει πολλές φορές. Να μην τον ερωτευτεί. Να μην τον εμπιστεύεται. Να τον φοβάται. Αλλά αυτή δεν μπορούσε να του δίνεται χωρίς έρωτα. Ούτε να ερωτεύεται χωρίς εμπιστοσύνη. Και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη που να στηρίζεται στον φόβο. Σήμερα όμως φοβόταν. Φοβόταν πως δεν θα ερχόταν και πως τον έχασε για πάντα. Και πως έφταιγε αυτή γι’ αυτό.
Ξετύλιξε την κόκκινη κορδέλα από τα μαλλιά της και την έδεσε στο χέρι της. Έμεινε πολύ ώρα να την κοιτάει. Το αίμα που ένιωθε να χτυπάει στο σφυγμό της στην σκέψη του, το κόκκινο πανί της στην αρένα του έρωτα, η σημαδούρα του πάθους της , η αγαπημένη της κόκκινη κορδέλα ήταν για άλλη μια φορά στα χέρια της και αυτή δεν ήξερε τι να την κάνει.
Το κεφάλι της κόντευε να σπάσει. Ένιωσε σφυριά να χτυπάνε στα μηνίγγια της και το βλέμμα της θόλωσε. Η γνωστή ναυτία που ακολουθούσε την ημικρανία την έκανε να κάτσει κάτω τρεκλίζοντας σαν σουρωμένη. Έπιασε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια κι έγειρε προς τα πίσω , ξαπλώνοντας στο χώμα. Κουλουριάστηκε σαν έμβρυο, ζητώντας λύτρωση χωρίς να σταματήσει στιγμή να σφίγγει στα χέρια της την κορδέλα.
Τότε άκουσε τα βήματα κι είδε την σκιά που την πλησίαζε. Προσπάθησε να σηκωθεί , αλλά ο πόνος την γονάτισε. Έτσι γονατισμένη, ένιωσε την ζεστή ανάσα του στο λαιμό της και γύρισε να τον αντικρύσει γεμάτη χαρά. Το χαμόγελο όμως πάγωσε στο πρόσωπό της μόλις είδε το βλέμμα του.
Το είχε δει να αλλάζει πολλές φορές. Άλλοτε σκοτεινό, άγριο, θυμωμένο, με την γνωστή υπερηφάνεια και υπεροψία κι άλλοτε τρυφερό, ερωτικό, ρομαντικό, ονειροπόλο, απαλό σαν χάδι ,την ταρακουνούσε πάντα συθέμελα κι έβγαζε έξω την κρυμμένη Θάλεια. Σήμερα όμως ήταν διαφορετικό. Ήταν αδιάφορο.
Την τύλιξε η απογοήτευση και ταυτόχρονα ένιωσε την διάθεση να τον ταρακουνήσει μια φορά με την σειρά της, να τον γρατζουνήσει, να τον χτυπήσει, να τον πληγώσει, να δει αν ματώνει κι αυτός, αν μπορεί να φτάσει κάτω από το σκληρό πετσί του και να τον πονέσει. Σήκωσε το χέρι της να τον χτυπήσει και τα μάτια της έπεσαν στην κόκκινη κορδέλα, που ήταν γύρω του δεμένη σαν υπενθύμιση.
Τον αγκάλιασε κι άρχισε να κλαίει. Μέσα από τα αναφιλητά της , άρχισε να του διηγείται τα όνειρα που έβλεπε κι αυτά που ήθελε μαζί του να ζήσει. Του είπε για τα πρωινά που δεν ήθελε να ξυπνήσει για να μην τον χάσει από κοντά της. Του είπε για τις ατέλειωτες μέρες χωρίς την παρουσία του. Μιλούσε μέχρι που άδειασε από δάκρυα και λέξεις.
Έπεσε σιωπή. Την σκούντηξε απαλά κι έκατσε μακριά της. «Αλλάζεις» της είπε «αλλάζεις γνώμη, συναισθήματα, εκφράσεις. Και περιμένεις εγώ να προσαρμοστώ. Εσύ φεύγεις, έρχεσαι, ξαναφεύγεις. Εγώ είμαι εδώ. Έβγαλες την κόκκινη κορδέλα και τα μαλλιά σου κρύβουν τον λαιμό σου, που ακουμπούσε η γλώσσα και τα δόντια μου. Μην περιμένεις εγώ να στα μαζέψω. Δεν θέλω. Και δεν μπορώ».
Κοιτάχτηκαν σαν αντίπαλοι που αναμετρούσε ο ένας τον άλλο. Η Θάλεια του είπε χαμηλόφωνα «Κάποτε πίστεψα πως στο παιχνίδι αυτό δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Έπαιξα την καρδιά μου για να ρεφάρω μ’ ένα σου χαμόγελο. Έμεινα όμως μόνη στο τραπέζι. Κάποτε πίστεψα πως θα μπορούσαμε να πετάξουμε μαζί. Έβγαλα φτερά μόνο για να είμαι πλάι σου. Μ’ άφησες όμως μόνη στα σύννεφα».
Αυτός σηκώθηκε όρθιος την κοίταξε περιπαιχτικά κι απάντησε «Κάποτε. Μα τώρα είμαστε εδώ. Κι εγώ δεν μπορώ να περιμένω». Τα δόντια του έλαμψαν στο φως του φεγγαριού. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο επάνω της. Ένιωσε την ανυπομονησία του καθώς την είδε να σηκώνεται.
Έλυσε με αργές κινήσεις την κορδέλα από το χέρι της. Σήκωσε τα μακριά μαύρα μαλλιά της με το ένα της χέρι , ενώ με το άλλο τύλιξε γύρω τους την κόκκινη κορδέλα. Του γύρισε την πλάτη της και τα μικρά φτερά που είχε τατουάζ λάμψανε στους ώμους της. Γονάτισε στο έδαφος και έστρεψε ελαφρά το κεφάλι κοιτώντας τον.
Άκουσε το ουρλιαχτό του. Ένιωσε το κάλεσμα. Έμεινε ακίνητη περιμένοντας μέχρι που ένιωσε την γλώσσα του στην βάση του αυχένα της. Ρίγησε καθώς τα δόντια μπήκαν στον λαιμό της. Είχαν περάσει πολλά χρόνια κι είχε χάσει το κόκκινο σκουφί της. Αλλά η αγάπη της γι’ αυτόν είχε μείνει ίδια.
«Έλα να γράψουμε ξανά το παραμύθι» της είπε. «Αλλά τώρα να είσαι εσύ η κακιά»..


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η νεράιδα του φεγγαριού



Η Καλλιόπη έτριψε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της νυσταγμένα. Ένιωσε πάλι το χάδι του μεταξένιου φτερού στο χέρι της κι άκουσε τα φτερουγίσματα γύρω της. Σηκώθηκε νωχελικά και κοίταξε έξω. Ένιωσε το δροσερό βραδινό αέρα του δάσους και μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων είδε το λαμπερό φεγγάρι στον ουρανό. Κατσούφιασε και χτύπησε θυμωμένα το γυμνό πόδι της στο έδαφος.
Τελευταία μέρα σήμερα. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον βρει. Αν δεν τα κατάφερνε θα έχανε τα φτερά της για πάντα. Θα έχανε τις μεταξένιες φίλες της και την ικανότητα να μιλάει με τα λουλούδια και τα ζώα. Μα, που είχαν πάει όλες; Πριν από λίγο ήταν σίγουρη πως ήταν εκεί. Ξαναχτύπησε ανυπόμονα το πόδι της στο έδαφος. Άκουσε τα κρυφοφτερουγίσματα πίσω από το δέντρο και χαμογέλασε πονηρά Άρχισε να χτυπάει ρυθμικά και τα δυο της πόδια και έκανε μια στροφή γελώντας. Κι ενώ χόρευε, γύρω της άρχισαν να πετάνε πολύχρωμες πεταλούδες, ακολουθώντας το ρυθμό με τα φτερουγίσματά τους.
Σταμάτησε το χορό και κράτησε τα χέρια της απλωμένα, περιμένοντας μέχρι να κάτσει κι η τελευταία πεταλούδα. Τις μάλωσε τρυφερά για την αργοπορία τους. «Ξέρετε καλά πως πλησιάζουν τα γενέθλιά μου. Σε λίγες μέρες θα έχω γίνει 280 νυχτών. Κι ο νόμος λέει πως πρέπει να έχω βρει τον Έρωτα πριν περάσουν 10 φεγγάρια από την γέννησή μου, ειδάλλως θα γίνω άνθρωπος  Σήμερα που έχει πανσέληνο είναι η πιο κατάλληλη βραδιά για να τον ψάξω. Πρέπει να με βοηθήσετε πριν να είναι αργά».
Οι πεταλούδες έτρεξαν να φτιάξουν το άρμα για την μεταφορά της. Πήραν ένα μεγάλο φύλλο και αραχνονήματα, που έδεσαν σφιχτά γύρω τους. Η νεραϊδούλα έκατσε στο φύλλο και τους έκανε νόημα να ξεκινήσουν. Πέταξαν ψηλά, πάνω από τα δάσος με το φως τους φεγγαριού να τους συντροφεύει. Η Καλλιόπη κοιτούσε συνέχεια κάτω στην γη, προσπαθώντας να διακρίνει τον εκλεκτό της καρδιάς της. Ήξερε πως θα τον αναγνώριζε όχι από την όψη του, αλλά από την ασημένια λάμψη του φεγγαριού που θα καθόταν πάνω του
Τριγυρνούσαν ώρα πολύ κι είχαν αρχίσει να κουράζονται όταν ξαφνικά είδε την ασημένια λάμψη. Έπεφτε πάνω σ’ έναν άντρα, που διέσχιζε με την μηχανή του το δάσος, ενώ ένας αετός πετούσε από πάνω του χωρίς να τον αφήνει στιγμή από τα μάτια του. Γύρισε χαρούμενη στις κουρασμένες πεταλούδες και τις παρακάλεσε να ακολουθήσουν τον άντρα , ενώ συλλογιζόταν «Ένας άνθρωπος, τι περίεργο! Αλλά το φεγγάρι δεν κάνει ποτέ λάθος! Πρέπει να προλάβω να του μιλήσω».
Έφυγαν από το δάσος και κατευθύνθηκαν προς την πόλη. Το φως του φεγγαριού άρχισε να χλομιάζει και η λάμψη των τεχνητών φώτων την ενόχλησε, αλλά δεν σταμάτησε να προτρέπει τις πεταλούδες να συνεχίσουν το κυνηγητό. Κάποτε η μηχανή σταμάτησε έξω από ένα σκοτεινό μπαρ κι ο οδηγός της μπήκε μέσα. Ο αετός κάθισε πάνω στην μηχανή κοιτώντας απειλητικά γύρω του και το άρμα της νεραϊδούλας σταμάτησε πλάι του.
Η Καλλιόπη μπήκε απαρατήρητη στο μπαρ. Είδε τον άντρα να κάθεται μόνος του στο μπαρ σκεφτικός και προσγειώθηκε δίπλα του. Άρχισε να του μιλάει για τον έρωτα και για το φεγγαροταξίδι της ψυχής, μόλις τον ανταμώσεις. Για τα αστέρια που κατεβαίνουν στη γη, όταν τον αγκαλιάσεις. Για τις μεταξένιες πεταλούδες , που πετάνε γύρω σου μόλις τον φιλήσεις. Για το ασήμι του φεγγαριού , που σε σκεπάζει την νύχτα που του δίνεσαι. «Έλα, δώσε μου το χέρι σου, να πετάξουμε παρέα» του είπε «κι όλα αυτά θα γίνουν δικά σου. Όπως κι εγώ».
Ο άντρας έστρεψε το σκοτεινό βλέμμα του προς την νεραϊδούλα και απάντησε «Δεν μου αρέσει να πετάω, αλλά να πατάω σταθερά στην γη. Δεν θέλω τον έρωτα που χαρίζεται, αλλά σ’ αυτόν που μόνος μου κερδίζω. Δεν πιστεύω στα παραμύθια, αλλά στην ζωή. Δεν ονειρεύομαι ποτέ , γι’ αυτό για μένα εσύ δεν υπάρχεις». Δεν γύρισε ξανά να την κοιτάξει όσο κι αν προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή. Απελπισμένη βγήκε έξω κι έψαξε να βρει τις φίλες της.
Δεν βρήκε ίχνος από τις πεταλούδες και το άρμα της. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να υποχωρεί και η καινούρια μέρα ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Τρομοκρατημένη πέταξε ψηλά και μπήκε στο πρώτο ανοιχτό παράθυρο, που βρήκε ανοιχτό. Κοίταξε το δωμάτιο γύρω της κι είδε στο κρεβάτι μπροστά της μία γυναίκα , που κοιμόταν ακόμα. Τρύπωσε στα γρήγορα κάτω από τα σεντόνια κι έκλεισε τα μάτια της.
Η εικοσάχρονη Βασιλική σηκώθηκε μόλις άκουσε το ξυπνητήρι, πράγμα που σπάνια συνέβαινε. Αν και είχε κοιμηθεί λίγες μόλις ώρες, αισθανόταν ξεκούραστη και φρέσκια και αν και σπάνιο για εκείνες τις μέρες, κεφάτη. Ετοιμάστηκε στα γρήγορα για να πάει στην σχολή, νιώθοντας ανάλαφρη , σαν να πετούσε. Ευχήθηκε μέσα της να κρατούσε η μαγεία και βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Κατέβηκε από το λεωφορείο και πριν να κάνει δυο βήματα , τον είδε μπροστά της. Ο Μάρκος καθόταν πάνω στην μηχανή του και μιλούσε στο κινητό. Ποτέ δεν είχε βρει το θάρρος να του μιλήσει ή να τον πλησιάσει με οποιονδήποτε τρόπο, αν και συχνά βρισκόταν στον ίδιο χώρο. Ένιωθε τα γόνατά της να κόβονται κάθε φορά που τον συναντούσε κι το στόμα της ανοιγόκλεισε σαν ψαριού χωρίς να κατορθώσει να πει κουβέντα.
«Καλημέρα, Μάρκο. Τι κάνεις;». Ο ήχος της φωνής της ξάφνιασε και την ίδια. Θέλησε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, έστρεψε το κεφάλι της από την άλλη για να κρύψει το κοκκίνισμά της, αλλά ο Μάρκος γύρισε και της χαμογέλασε. Έκλεισε το κινητό και της απάντησε «Καλημέρα, Βασιλική. Τι θα έλεγες για ένα καφεδάκι;». Πριν προλάβει να συνέλθει από το ξάφνιασμα κι απαντήσει ένιωσε δίπλα της ένα φτερούγισμα κι αναπήδησε ξαφνιασμένη. Μια πολύχρωμη πεταλούδα έκατσε στον ώμο της, κι ύστερα ακόμα μία, κι άκουγε γύρω της συνέχεια φτερουγίσματα.
Ο Μάρκος άπλωσε το χέρι του κι έπιασε την μία πεταλούδα από τα φτερά. Την κράτησε σφιχτά σαν να την τιμωρούσε , ενώ της έλεγε πως δεν έχει τίποτα να φοβάται. Βρέθηκε κοντά του χωρίς να το καταλάβει. Τον κοίταξε θυμωμένη και του χτύπησε το χέρι δυνατά. «Είσαι άξεστος και αναίτια σκληρός. Της έσπασες τα φτερά. Δεν θα μπορέσει να ξαναπετάξει. Θα μείνει καρφωμένη στην γη μέχρι να ξεψυχήσει. Το ίδιο εύχομαι και για σένα».
Κι ενώ το χαμόγελο διαδέχτηκαν τα σφιγμένα χείλη κι η σκοτεινή ματιά του Μάρκου, πρόσεξε τον αετό που καθόταν στην μηχανή του σαν συνοδηγός. Την κοίταξε κι αυτός και πέταξε ψηλά σκεπάζοντας για μια στιγμή τον ήλιο. Η Βασιλική άκουσε μια ψιλή φωνούλα , δίπλα στο δεξί της αυτί, που είπε «Μα τι χαζή που ήμουν! Φυσικά και είναι ο αετός!» κι είδε πως στον δεξί της ώμο καθόταν αντί για πεταλούδα, μία μικρή νεράιδα.
Η Καλλιόπη πανευτυχής άπλωσε τα φτερά της και άρχισε να πετάει ψηλά. Ο αετός την περίμενε κάνοντας κύκλους γύρω από την Βασιλική, ώστε να είναι συνέχεια στην σκιά του. Όταν έφτασε κοντά του, τον αγκάλιασε κι άρχισε να του μιλάει . Σύντομα τους έχασαν από τα μάτια τους.
Όταν ο Μάρκος γύρισε να κοιτάξει την Βασιλική, είδε πως έφευγε με βήμα αργό και μια αυτοπεποίθηση, που δεν είχε λίγη ώρα πριν. Δεν μίλησαν ποτέ όσες φορές τυχαία συναντηθήκαν . Ο αετός δεν ξαναγύρισε. Ούτε κι η Καλλιόπη, που δεν είχε δει ποτέ του…