Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Τα μήλα του Φλεβάρη


          Η Εριφύλη ξύπνησε ακούγοντας τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής πέφτοντας με δύναμη στο δέντρο. Άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Επιτέλους, έβρεχε! Σηκώθηκε από το κρεβάτι με τα μάτια ακόμα κλειστά , το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και χοροπηδώντας ανάλαφρα, βγήκε έξω από το μικροσκοπικό της σπίτι.
Κάθισε στο κλαδί του δέντρου με τα γυμνά πόδια της κρεμασμένα και από τις δυο πλευρές να ξεπλένονται στην βροχή που είχε δυναμώσει. Ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό του δέντρου και διπλώνοντας με προσοχή τα φτερά της, έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε δυνατά και χαρούμενα. Τράβηξε το αραχνονήμα τρεις φορές, κι οι διαμαντένιες στάλες της βροχής κουδούνισαν χαρούμενα στέλνοντας το μήνυμα σε όλα τα ξωτικά της βροχής.
Θα είχαν πολλή δουλειά μόλις σταματούσε η βροχή. Ήταν δική τους ευθύνη να ξαναδίνουν χρώμα στα δέντρα και τους καρπούς τους, τα φυτά και τα λουλούδια τους, που ξεθώριαζαν από τις νεροποντές. Φέτος, της είχαν αναθέσει τα μήλα κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή κι η υπερηφάνεια γι’ αυτό το προνόμιο, την έκανε ανυπόμονη και βιαστική. Δεν είχε βρέξει από τότε που της έδωσαν το μενταγιόν με το χρυσό μήλο, αναγνωριστικό της θέσης και υπενθύμιση της σπουδαιότητας της.
Το βάψιμο των μήλων του Φλεβάρη είχε μεγάλη σημασία, γιατί δεκατέσσερα από αυτά θα βρισκόταν στα καλάθια των νεράιδων των πόλεων, που θα τα πουλούσαν σε εφτά γυναίκες και εφτά άντρες, οι οποίοι θα γινόταν ζευγάρι, αν αντάμωναν στις 14 Φεβρουαρίου έχοντας δαγκώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι από το μαγικό ζευγάρι των μήλων.
Κάθε ξωτικό της βροχής ονειρευόταν πως θα έβαφε τα μήλα που θα επέλεγε το τέλειο ζευγάρι, ώστε να ανταμώσουν τα δίδυμα μήλα κι οι αγοραστές τους. Διαλέγανε με προσοχή δύο όμοια μήλα και τα βάφανε στο χρώμα της αρεσκείας τους, κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο, ανάλογα με το αποτέλεσμα που ευελπιστούσαν να πετύχουν. Κόκκινο για τον έρωτα, πράσινο για την αγάπη και κίτρινο για την φιλία ήταν τα χρώματα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν περιμένοντας τον Μελάνθιο, τον πρίγκιπα των ξωτικών, που με δεμένα τα μάτια, θα διάλεγε τα επτά ζευγάρια μήλων.
Το ονειροπόλημά της διέκοψε ο ήχος βιαστικών βημάτων, φτερουγισμάτων και οι ψίθυροι των ξωτικών, που φορώντας στο στήθος τους τα χρυσά μενταγιόν μαζευόταν στο ξέφωτο του δάσους, φορτωμένα με πινέλα και τα κουβαδάκια με τα χρώματα. Η βροχή είχε σταματήσει και τα ξωτικά της βροχής ήταν έτοιμα να πιάσουν δουλειά. Η Εριφύλη σηκώθηκε αλαφιασμένη και ανοίγοντας τα μεταξένια φτερά της, πέταξε βιαστικά προς την μεγάλη βελανιδιά στην κουφάλα της οποίας αποθηκεύανε τα μαγικά χρώματα.
Έφτασε γρήγορα και κλείνοντας τα φτερά της, άρχισε να τρέχει προς την ιερή είσοδο του δέντρου. Μπαίνοντας μέσα, κατάλαβε, πριν ακόμα κοιτάξει προσεκτικά γύρω της, πως είχε αργήσει. Τα μεγάλα δοχεία με τα χρώματα είχαν σχεδόν αδειάσει. Με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, έσκυψε πάνω από το δοχείο με το κόκκινο. Ήταν σχεδόν άδειο. Το ίδιο και το πράσινο. Το ίδιο και το κίτρινο. Έκατσε στο χωμάτινο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει.
Λίγα λεπτά αργότερα σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από πάνω της, σήκωσε ψηλά το πηγούνι και χαμογέλασε. Με τα μάτια της να αστράφτουν, άρπαξε βιαστικά τα πινέλα κι ένα από τα τελευταία κουβαδάκια και πήγε βιαστικά προς ένα από τα μεγάλα δοχεία. Πήρε την κουτάλα που κρεμόταν στην άκρη του κι έσκυψε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην χάσει την ισορροπία της καθώς έξυνε τον πάτο του δοχείου.
Ο Περικλής καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του με ύφος περιπαικτικό. Επιθεώρησε τα όπλα του, το εύστροφο μυαλό του, την ακέραια λογική του, το χιούμορ του. Χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ σαν ξίφος και σαν ασπίδα προστασίας που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όπλα του τον βοηθούσε να υπερνικά τα εμπόδια και να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Αλλά τώρα τα έστρεφε ενάντια στον ίδιο. Κι ήξερε καλά την αχίλλειο πτέρνα του.
Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο καθώς είδε την πράσινη κουκκίδα, που περίμενε τόση ώρα να εμφανιστεί, το σημάδι της παρουσίας της και το πράσινο φως για την δική του χαμένη Ατλαντίδα, για την γη της Εδέμ, τον κόσμο του ονείρου και των συναισθημάτων, την αχίλλειο πτέρνα του, που με χαρά άφηνε γυμνή κι εκτεθειμένη κάθε φορά που μιλούσε μαζί της.
Η Φρύνη χαμογέλασε καθώς διάβασε το σχόλιο του Περικλή. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες που οι συναντήσεις τους στον χώρο της εργασίας, είχαν γεννήσει την ανάγκη για επικοινωνία. Άρχισαν να μιλάνε στην αρχή δειλά, μαζεμένα και στην συνέχεια να γυμνώνουν τις ψυχές τους, να μιλάνε για όλα και για όλους και αυτή η επικοινωνία στήριξε την μεταξύ τους εκτίμηση και τον αλληλοσεβασμό.
Κι ενώ η φιλία τους οδηγούσε αβίαστα στην αγάπη, η ανάγκη για επικοινωνία μεγάλωνε. Συχνά έπιανε τον εαυτό της στις καθημερινές της ενασχολήσεις να αναρωτιέται τι θα έλεγε, πως θα αντιδρούσε, τι θα έκανε ο Περικλής, αν ήταν παρών, αν ήταν μαζί της. Ξυπνούσε μέσα της κάτι απροσδιόριστο, κάτι ξεχασμένο και ταυτόχρονα τόσο οικείο που έκανε την επαφή μαζί του πολύτιμη και μοναδική.
Η Καλλιρρόη κοίταξε το καλάθι με το τελευταία μήλο. Ήταν ήδη απόγευμα και δεν είχε καταφέρει να το πουλήσει. Το δίδυμό του στο καλάθι της Ευρύκλειας το είχε πάρει το πρωί μια γυναίκα με ονειροπόλα μάτια και λαμπερό χαμόγελο. Κλώτσησε θυμωμένα μια πέτρα με το λεπτεπίλεπτο πόδι της και σκέφτηκε πως για όλα έφταιγε η Εριφύλη, αυτό το περίεργο ξωτικό της βροχής, που αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού της. Κράτησε το μήλο με προσοχή στο χέρι της και το κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφο, για να το διαλέξει ένας άνθρωπος. Κι ακόμα πιο δύσκολο να διαλέξουν και τα δύο.
Το μήλο ήταν βαμμένο με τρία χρώματα: λαμπερό κόκκινο, γλυκό κίτρινο κι έντονο πράσινο και το ασυνήθιστο χρώμα του απέτρεπε τους καχύποπτους ανθρώπους να το αγοράσουν, ενώ η διαφορετικότητά του δεν τους άφηνε να δουν την ομορφιά και τη σημασία του. Η Εριφύλη ήταν πολύ χαρούμενη όταν παρουσίασε τα μήλα της και όλα τα ξωτικά και οι νεράιδες συμφώνησαν πως ήταν τα τέλεια μήλα για το τέλειο ζευγάρι. Όταν ο Μελάνθιος με τα μάτια του δεμένα τα επέλεξε, όλοι χειροκρότησαν κι άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί.
Ο Περικλής σταμάτησε μπροστά στην κοπέλα με το καλάθι. Κοίταξε με περιέργεια το τρίχρωμο μήλο. «Πόσο έχει;» ρώτησε την νεράιδα. Η Καλλιρρόη ένιωθε ακόμα θυμωμένη για την πεζή ηλιθιότητα των ανθρώπων. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει και παγωμένα του απάντησε «εκατό ευρώ», για να τον ξεφορτωθεί. Ο Περικλής ένιωσε την απόρριψη κι ενώ η λογική τού έλεγε να φύγει, πείσμωσε και αφέθηκε στο παράλογο συναίσθημα ότι αυτό το μήλο έπρεπε να γίνει δικό του. Έβγαλε χωρίς να μιλήσει τα χρήματα από το πορτοφόλι του, τα πέταξε μέσα στο καλάθι και πήρε το μήλο.
Προχώρησε προς το αυτοκίνητο βιαστικά βλαστημώντας για την βλακεία του και δάγκωσε ένα κομμάτι από το μήλο, ενώ σκεφτόταν πως θα έπρεπε να του κρατήσει τουλάχιστον ένα μήνα, για να βγάλει τα λεφτά του. Κι ενώ το γνωστό περιπαικτικό ύφος εμφανίστηκε στο πρόσωπό του, είδε την Φρύνη που καθόταν στο παγκάκι απέναντί του, μασουλώντας αφηρημένα ένα περίεργο τρίχρωμο μήλο, ίδιο με το δικό του.
Εκείνη την στιγμή η Φρύνη σηκώθηκε. Έκανε μια κίνηση ώστε να τεντώσει την πλάτη της προς τα πίσω για να ξεπιαστεί, έπιασε τα μαλλιά της με τα χέρια της και τα μάζεψε στιγμιαία επάνω κι ο Περικλής έμεινε κεραυνόπληκτος από την αγνή, καθάρια, καθηλωτικά φυσική ομορφιά της που αντίκρυσε κι αιχμαλωτίστηκε από την εικόνα. Έτσι όπως έπεφτε ο ήλιος από το πλάι πίσω της, της έδινε μια λάμψη που δεν είχε προσέξει άλλη φορά. Του πήρε λίγη ώρα να συνέλθει και να κοιτάξει αμήχανα γύρω του μήπως τον είδε κανείς καθηλωμένο να την χαζεύει.
Η Φρύνη ένιωσε μια περίεργη θέρμη μόλις έφαγε το τρίχρωμο μήλο. Το είχε αγοράσει πριν δέκα λεπτά από μια περίεργη πλανόδια πωλήτρια. Ήταν τόσο όμορφο και διαφορετικό, που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Στην αρχή σκέφτηκε να το κρατήσει, αλλά στην συνέχεια αποφάσισε πως ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει την ομορφιά του ήταν να γίνει ένα μαζί του κι άρχισε να το δαγκώνει απολαυστικά.
Μόλις τεντώθηκε για να ξεπιαστεί, ένιωσε, παρά είδε τον Περικλή απέναντί της. Τα μάτια της βυθίστηκαν στα δικά του για μια ατέλειωτη στιγμή κι αισθάνθηκε πως αυτό ήταν το κομμάτι που έλειπε από το παζλ της ζωής της. Χαμογέλασαν ταυτόχρονα, καθώς έκαναν το πρώτο βήμα για να ανταμώσουν...

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο


Παραμονή Χριστουγέννων κι η Δήμητρα ένιωθε το στήθος της βαρύ και την ανάσα της κομμένη.
Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η αναμονή της γιορτής την άδειαζε από συναισθήματα και ενέργεια και η συνηθισμένη της αισιοδοξία δεν αρκούσε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Είχε περάσει όλη την μέρα προσπαθώντας να ξυπνήσει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε τα κάλαντα, που ήταν το αγαπημένο της ξυπνητήρι δεν μπόρεσαν να την κάνουν να συνέλθει. Στην καρδιά της υπήρχε ένα κενό, που μεγάλωνε συνεχώς.
Έκλεισε όλα τα φώτα και κάθισε δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα φωτάκια που αναβόσβηναν, ακολουθούσαν τους παλμούς της καρδιάς της κι αυτό άρχισε να την ηρεμεί. Έμεινε έτσι καθισμένη για αρκετή ώρα, αδειάζοντας το κεφάλι της από τις σκέψεις, τα προβλήματα, τους εφιάλτες, που την κυνηγούσαν όλη την μέρα. Κρατήθηκε από το παρήγορο φως σαν ναυαγός από την σανίδα σωτηρίας, που ανέλπιστα βρίσκει μπροστά του. Κοίταξε το δέντρο κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
       Ποτέ δεν της άρεσαν τα στολισμένα με τάξη και σχέδιο χριστουγεννιάτικα δέντρα. Οι ομοιόμορφες μπάλες, ταχτοποιημένες κατά μέγεθος και σχήμα, αυστηρά και λιτά, ώστε να συμβαδίζουν με το πρότυπο, που έχουν αρκετοί στο μυαλό τους. Το δικό της δέντρο ήταν πάντα φορτωμένο σαν λατέρνα, με ετερόκλιτα στολίδια, που όμως όλα της θύμιζαν κάτι, ήταν δεμένα με στιγμές από τα παιδικά της χρόνια ως σήμερα. Παλιές γυάλινες μπάλες, ασημένιες κουκουνάρες, πήλινα αγγελάκια, καμπανούλες, φτηνά και ακριβά στολίδια, παλιά και καινούρια, σοκολατένιοι αι-βασίληδες, όλα χωρούσαν κι όλα έβρισκαν την θέση τους..
       Την μάγευε αυτό το πάντρεμα των ετερόκλιτων στολιδιών, που έκρυβαν και συμβόλιζαν τα Χριστούγεννα που είχε περάσει, αυτά που διένυε και της έδειχναν αυτά που θα έρθουν. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της σ' ένα δέντρο, με πολύχρωμα φωτάκια και ένα λαμπερό αστέρι στην κορυφή. Θα ήθελε να το άφηνε έτσι στολισμένο όλο τον χρόνο, να την περιμένει να γυρίσει από την δουλειά, να την παρηγορήσει και να της δίνει ελπίδα, αλλά ήξερε πως θα έχανε την λάμψη του, τσαλακωμένο από την καθημερινότητα και δεν τολμούσε να το διακινδυνέψει. Όχι ακόμα, όχι όσο ήταν μόνη..
      Τυλίχτηκε με την κουβέρτα, που είχε δίπλα της γι' αυτό τον σκοπό, έτσι όπως ήταν καθισμένη οκλαδόν μπροστά στο δέντρο κι ένιωσε την ζεστασιά και την απαλότητά της να την χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο. Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά κι έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κι αμέσως μετά ακόμα μία ,νιώθοντας τα μάγουλα της να καίνε. Έκλεισε τα μάτια, αισθανόμενη και κάτω από τα κλειστά της βλέφαρα τον παλμό από τα φωτάκια, πολύχρωμες λάμψεις στο σκοτάδι..
      Ξύπνησε, έχοντας στα χείλη της την γεύση του κρασιού και κάτι άλλο απροσδιόριστο, μα οικείο. Σκέπασε τα μάτια της και με τις παλάμες της, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί, για να προστατευτεί από τον ήλιο και το φως, έσυρε τα χέρια της μέχρι τα βάση του αυχένα, κάτω από τα μαλλιά, και τα τέντωσε μπροστά της ανοίγοντας τα μάτια. Ήταν στην κρεβατοκάμαρα της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς να έχει ιδέα πως βρέθηκε εκεί, νιώθοντας πως κάτι είχε αλλάξει, αλλά μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό..
      Άκουσε την ανάσα δίπλα της και γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Ο άντρας που κοιμόταν δίπλα της, άνοιξε εκείνη την στιγμή τα μάτια του και την κοίταξε τρυφερά. Γύρισε στο πλάι κι άπλωσε το χέρι του, χαϊδεύοντας το περίγραμμα του προσώπου της, ενώ πλησίασε κοντά της. Με την σιγουριά του εραστή, που ξέρει πως είναι ποθητός, κατέβασε το χέρι του προς το στήθος της και της χαμογέλασε. Το κορμί της ρίγησε κι άπλωσε το χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όταν τα χείλη τους ενώθηκαν, τον αναγνώρισε από το φιλί..
      Απαλό και τρυφερό στην αρχή, με την οικειότητα των συζύγων, που μοιράζονται καιρό το ίδιο κρεβάτι, διερευνητικό και παθιασμένο στην συνέχεια, με τον πόθο των εραστών, που η συνήθεια επέκτεινε το πάθος αντί να το σβήσει, κατακτητικό και παραδομένο στο τέλος, με τον τρόπο που αλληλεπικαλύπτονται, όσοι αγαπούν και αγαπιούνται, χωρίς να φοβούνται να δώσουν και να πάρουν. Αυτό το φιλί, μόνο ένας άντρας μπορούσε να της το δώσει. Κι ήταν δίπλα της σκεπάζοντάς την με την αγάπη του..
      «Καλημέρα, αγάπη μου» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα, καθώς κοιτούσε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. Η Δήμητρα άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά, έσκυψε και φίλησε τις ρυτίδες στα μάτια του και στο πρόσωπό της άστραψε το χαμόγελο, που επί σαράντα χρόνια κρατούσε μόνο γι’ αυτόν..
     «Εξακολουθείς να είσαι το αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μας» είπε ο Παναγιώτης και σκούπισε με τα χείλη του τα δάκρυα, που κυλούσαν από τα μάτια της. «Σου είχα υποσχεθεί εκείνα τα Χριστούγεννα, που περάσαμε χώρια, πως θα είναι τα τελευταία που θα είμαστε μόνοι και πως θα καθόμαστε πάντα αγκαλιά δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσα χρόνια κι αν περάσουν.».
     Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και την βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν δίπλα στο σαλόνι, όπου το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο έπιανε δυσανάλογα πολύ χώρο. Κάθισαν με μεγάλη προσοχή στην μικρή κόκκινη φλοκάτη , που βρισκόταν μπροστά του κι αγκαλιαστήκανε κοιτάζοντας τα φωτάκια, που αναβόσβηναν..
     Η Δήμητρα είδε τα στολίδια, που είχαν προσθέσει στα χρόνια που πέρασαν. Καθένα τους κι ένας χρόνος της κοινής τους ζωής, ένας σταθμός για τις μικρές ανάσες τους, ένα βήμα προς το κοινό τους όνειρο..
     Είδε τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τις στιγμές ευτυχίας και τους μικρούς καυγάδες, τις καθημερινές νίκες και ήττες τους, αλλά πάνω απ’ όλα την αγάπη τους, που έμενε αναλλοίωτη. Έσφιξε το χέρι του, ξέροντας πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος..
     «Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου» του είπε τελικά, μόλις κατόρθωσε να διώξει την συγκίνηση , που έκανε την φωνή της να τρέμει. «Για όλα τα Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί και όσα μας απομένουν. Και γι’ αυτά που θα περάσουμε στην επόμενη ζωή, κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που θα μένει στολισμένο όλο τον χρόνο. Το δικό μας δέντρο.»

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Η καταιγίδα



Η Χρύσα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου περιμένοντας τον Πέτρο να έρθει. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν φαινόταν πουθενά. Την ώρα που πήγε στο πάρκο, ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό και αν και ήταν αρχές Δεκέμβρη , δεν είχε καθόλου κρύο. Τώρα, τρεις ώρες μετά, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό φόρεμα, που φορούσε.
Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της και ψάχνοντας ζεστασιά, σκεφτόμενη πως ήταν τα δικά του χέρια που την αγκάλιαζαν κι αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Κοίταξε το βιβλίο, που είχε ακουμπισμένο μπροστά στα πόδια της και συνέχισε να διαβάζει, αδιάφορη για τον καιρό, που χειροτέρευε, αδιάφορη για το κρύο και τον έξω κόσμο.
Διάβαζε τις περιπέτειες της Ηλιαχτίδας και του Φεγγαρένιου, που αν και γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο ουρανό, χωρίστηκαν από την Μέρα και την Νύχτα κι απέμειναν ο καθένας μόνος . Στα χρόνια που έζησαν χώρια, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να ξεχάσουν την μοναξιά και τους πόθους της ψυχής. Όταν αντάμωσαν τυχαία ξανά, είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη φευγαλέα ματιά, με το πρώτο δειλό άγγιγμα κι αποφάσισαν πως δεν θα αφήσουν τίποτα να τους χωρίσει.
Η Χρύσα σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το βιβλίο με το παραμύθι και κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Είχε αργήσει να έρθει και δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Στην αρχή δεν ανησύχησε , γιατί δεν κυνηγούσαν τους λεπτοδείχτες , όταν ήταν να βρεθούν. Ήξεραν κι οι δυο πως η αγάπη τους είναι αμοιβαία ,όπως κι η ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας, που με το ζόρι τους κάλυπτε. Για να μην εμφανιστεί μέχρι τώρα, σίγουρα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.
Αναστέναξε κοιτάζοντας το βιβλίο μ’ ένα περίεργο σκοτεινό βλέμμα. Όλα τα βιβλία που διάβαζε , τα τραγούδια που άκουγε, οι ταινίες που έβλεπε, όλα μιλούσαν για αυτήν και τον Πέτρο. Η ιστορία τους γραμμένη, τραγουδισμένη, σκηνοθετημένη, κάτω από μια άλλη ματιά, ήταν η ίδια ιστορία. Ο έρωτας ήταν ο καλλιτέχνης, που ζωγράφιζε στον άδειο καμβά της ψυχής της και όλα γύρω της τον υμνούσαν και τον προσκυνούσαν. Ο εγωισμός του έρωτα την έκανε να φαντάζεται, πως όλα μιλούσαν γι’ αυτούς.
Έσκυψε πάλι πάνω στο βιβλίο, συνεχίζοντας να διαβάζει το παραμύθι. Η Ηλιαχτίδα μάλωνε με τον Ήλιο και τις υπόλοιπες Αχτίδες, έδινε μάχη με τα σύννεφα και το σκοτάδι, προσπαθώντας να ξεκλέψει μια μικρή στιγμή για να είναι μαζί με τον Φεγγαρένιο. Κι αυτός από την πλευρά του, παραμέριζε τα αστέρια, έτρεχε βιαστικός, πριν έρθει ακόμα η Νύχτα, έκλεβε τον χρόνο της Μέρας, για να βρεθεί κοντά της. Κι αυτές οι στιγμές, που ήταν μαζί, αν και σύντομες τις περισσότερες φορές, τους γέμιζαν δύναμη για την επόμενη μάχη, για την επόμενη συνάντηση, για την επόμενη στιγμή, που θα γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
Κάθε συνάντηση, αντί να καθησυχάζει τον πόθο και την ανάγκη τους, την μεγάλωνε. Ψάχνανε απελπισμένα τρόπο, να ενωθούν για πάντα και να μείνουν μαζί αγκαλιά, μ’ ενωμένα τα χείλια τους σ’ ένα ατέλειωτο φιλί, που θα είχε την ζεστασιά της Ηλιαχτίδας παρήγορο φως του Φεγγαρένιου. Γι’ αυτό το φιλί , που ακόμα δεν είχαν δώσει, γι’ αυτό το μοναδικό φιλί, που θα σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής, παρέμεναν μαχόμενοι, έκρυβαν την απελπισία τους με καμώματα τρελά, μιλούσαν με τις ώρες μέσω της Πούλιας και του Αυγερινού, που κάνανε τους αγγελιοφόρους. Αλλά η λύτρωση αργούσε να έρθει.
Η Χρύσα δεν σήκωσε το κεφάλι, όταν έπεσαν επάνω της οι πρώτες στάλες της βροχής. Δεν προφυλάχτηκε , όταν άρχισε ο αέρας να λυσσομανά γύρω της. Πήρε μόνο στην αγκαλιά της το βιβλίο για να το προστατέψει από την καταιγίδα και τυλιγμένη σαν μικρή μπάλα γύρω του, συνέχισε να διαβάζει. Με πείσμα και με πάθος, αγνοώντας την βροχή, τα μουσκεμένα ρούχα και μαλλιά, το κρύο και τα δόντια της, που χτυπούσαν δυνατά, συνέχισε να διαβάζει.
Είχε πια νυχτώσει για τα καλά, όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι της. Έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν θα ερχόταν σήμερα. Έπρεπε να προσπαθήσει να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, που άφησε η απουσία του και να συνεχίσει. Γιατί αύριο, θα τον έβλεπε σίγουρα. Γιατί αύριο, θα ερχόταν να την συναντήσει. Κι αυτή έπρεπε να είναι εκεί. Και να τον περιμένει.
Κοίταξε με τρυφερότητα το βιβλίο, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Λίγο πριν το τέλος, η Ηλιαχτίδα και ο Φεγγαρένιος, ένωναν τα χείλη τους επιτέλους, στο δικό τους μοναδικό φιλί κι έδιναν στο παραμύθι, το τέλος που του ταίριαζε. Ο αέρας είχε πια κοπάσει κι η βροχή είχε σταματήσει, όταν σηκώθηκε από το παγκάκι. Έκοψε ένα μουσκεμένο τριαντάφυλλο και το έβαλε σελιδοδείχτη στην τελευταία σελίδα του παραμυθιού. Άφησε το βιβλίο στην θέση, που καθόταν τόση ώρα κι έφυγε.
Ο νεαρός άντρας, έφτασε ξέπνοος στο πάρκο, λίγα λεπτά μετά. Κοίταξε με απελπισία το άδειο παγκάκι κι έκατσε, κρατώντας το κεφάλι του με τα χέρια του. Είχε χλομιάσει και τα χέρια του έτρεμαν, όταν έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από το τσαντάκι του. Άναψε το τσιγάρο και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά , κοιτώντας με θολά μάτια μπροστά του. Δεν την πρόλαβε. Κι ήξερε πόσο της κόστισε. Ένιωσε τον πόνο στο στήθος του να μεγαλώνει, καθώς για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκε πως ίσως την έχασε για πάντα.
Τότε πρόσεξε το βιβλίο και τον αυτοσχέδιο σελιδοδείχτη του. Το σήκωσε με προσοχή και διάβασε το τέλος του παραμυθιού. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, καθώς το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Έβγαλε ένα στυλό από το τσαντάκι του κι έγραψε κάτι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Πήρε το τριαντάφυλλο και το έβαλε στην τσέπη του. Το άφησε πάλι προσεχτικά στην προηγούμενη θέση του και έφυγε τρέχοντας. Είχε ακόμα ελπίδες να την προλάβει, είχαν ακόμα ελπίδες.
Την επόμενη μέρα , ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τίποτα δεν θύμιζε την καταιγίδα , που πέρασε από το πάρκο, εκτός από κάποιες ξεχασμένες σταγόνες στα λουλούδια και τα μαζεμένα σε σωρούς κιτρινισμένα φύλλα . Ένα νεαρό κορίτσι σταμάτησε μπροστά στο παγκάκι, που βρίσκονταν ακόμα αφημένο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με περιέργεια. Ήταν στεγνό και μύριζε τριαντάφυλλο. Το ξεφύλλισε με προσοχή κι ανακάλυψε με έκπληξη πως όλες οι σελίδες του ήταν λευκές. Ξανακοίταξε το εξώφυλλο, που είχε ζωγραφισμένο έναν κύκλο και στην μέση του μία μόνο λέξη γραμμένη με στυλό. Αυτό το «Εμείς» δεν την βοήθησε να καταλάβει τίποτα, ούτε όταν μια λαμπερή ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του και το φώτισε..

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Η απέναντι όχθη




Βάδιζε πολύ ώρα με την ματιά της να σκαλώνει αφηρημένα στα σημάδια  που έβαζε πάντα όταν πήγαινε βόλτα στο δάσος για να μην χαθεί. Περπατούσε γρήγορα, με τον ρυθμό που έδιναν οι σκέψεις χτυπώντας στο κεφάλι της και το βούισμα στα αυτιά της την έκανε να συνειδητοποιήσει  πως ήταν η ώρα να αρχίσει να τρέχει.
Έτρεχε μέχρι που ένιωσε πως η ανάσα της σώθηκε κι αλμυρές στάλες ιδρώτα έτσουζαν στα μάτια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη, με την καρδιά της να προσπαθεί να βγει από το στήθος της, ενώ το γνωστό κάψιμο στα πνευμόνια την έκανε να πεθυμίσει το δηλητήριο της νικοτίνης σαν τιμωρία για την αδυναμία της να ξεφύγει.
Κοίταξε γύρω της ξαφνιασμένη, ενώ έβγαζε το τσιγάρο από το πακέτο με τρεμάμενα δάχτυλα, προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Σήμερα είχε μπει πιο βαθειά στο δάσος, από κάθε άλλη φορά και το σημείο, που στεκόταν, της ήταν άγνωστο.
Μπροστά της ακριβώς βρισκόταν ένα ποτάμι, που το αντικαθρέφτισμα των δέντρων το έκαναν να φαντάζει σαν ένα δεύτερο δάσος κάτω από το νερό. Άναψε το τσιγάρο, πήρε μια βαθειά ρουφηξιά και βήχοντας πλησίασε στην όχθη του. Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που καθρεφτίστηκε στα νερά του, ήταν μια άγνωστη.
Κοίταξε έκπληκτη το είδωλό της  ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Στον ελαφρύ κυματισμό του νερού , το κόκκινο φουστάνι φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα ανάμεσα στα δέντρα που φώτιζε το δάσος. Η φλόγα ,που είχε ανάψει εκείνος μέσα της, τρεμόπαιζε κι αυτή, πυγολαμπίδα που η φωτισμένη της ουρά τον καλούσε κοντά της.
Μέσα στην σιγαλιά του δάσους, άκουσε το θόρυβο των βημάτων από μακριά. Ήξερε πριν σηκώσει το κεφάλι της, τι θα αντίκριζε στην απέναντι όχθη. Τον ένιωθε να έρχεται πριν τον ανταμώσει, τον έβλεπε πριν τον αντικρίσει, άκουγε το κάλεσμα του πριν να ακούσει την φωνή του. Δίστασε για μια στιγμή , έσβησε το τσιγάρο που της έκαιγε τα δάχτυλα και σηκώθηκε.
Κοιτάχτηκαν από μακριά με ένταση και πάθος, όπως κάθε φορά που συναντιόντουσαν. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σαν ξίφη ανάμεσα σε μονομάχους κι οι αστραπές του πόθου τους φώτισαν το ποτάμι και το υδάτινο δάσος του. Ήταν τόσο κοντά, αλλά το ποτάμι που τους χώριζε ήταν βαθύ και το πέρασμά του επικίνδυνο. Απέμειναν όπως και τόσες άλλες φορές να κοιτάζονται με απελπισία.
«Έλα κοντά μου» είπαν κι οι δύο ταυτόχρονα και κοιτάχτηκαν με λαχτάρα και πόνο. Ο έρωτας, χωρισμένος στα δυο από το ποτάμι, δεν είχε καταφέρει να γίνει ακόμα γέφυρα. Κάθε φορά ένας από τους δυο τους περνούσε στην απέναντι όχθη, για να κλέψουν λίγες στιγμές ευτυχίας, αλλά πάντα γυρνούσε πίσω, εκεί στην δική του πλευρά, στα μικρά κεκτημένα, στον μικρό θάνατο.
Δεν κοιτούσαν πίσω, όταν ξαναπερνούσαν το ποτάμι. Ήταν παράξενο, αλλά αυτό που τους φόβιζε δεν ήταν να το διασχίσουν, να κολυμπήσουν κόντρα στο ρέμα, να διακινδυνέψουν τον πνιγμό μέσα του, αλλά η παραμονή απέναντι.
Δεν το είχαν συζητήσει ποτέ, αλλά ήξεραν πως έπρεπε να βρουν κάποια άλλη λύση, πριν να κουραστούνε, πριν παραιτηθούνε, πριν βολευτούνε, πριν ξεχάσουν την γεύση του φιλιού, την παρηγοριά αγκαλιάς, την μυρωδιά του έρωτα.
Γονάτισε κι έβαλε το χέρι της στο νερό χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Έβγαλε το χέρι που έσταζε το νερό του ποταμού και το ακούμπησε στο μέτωπο, στις παρειές, στο λαιμό της. Τον άκουσε να αναστενάζει, ενώ άρχισε να ξεντύνεται. Σήμερα θα περνούσε αυτός.
Έμεινε να τον κοιτάει θαμπωμένη καθώς πετούσε με μανία από πάνω του τα ρούχα, τα παπούτσια , τον δισταγμό. Σαν αστραπή κατάλαβε τι κάνανε λάθος τόσο καιρό. Με μία μόνο κίνηση έβγαλε το φόρεμά της κι έβαλε το γυμνό της πόδι στο κρύο νερό.
Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας και βούτηξαν ταυτόχρονα κι οι δυο. Κολύμπησαν με δυνατές απλωτές, σηκώνοντας το κεφάλι για να βλέπουν ο ένας τον άλλο. Αντάμωσαν στην μέση του ποταμού και το χαμόγελο τους μεγάλωσε.
Άπλωσε το χέρι του και κράτησε το δικό της σφιχτά. Ένιωσε όλη την δύναμη της αγάπης του να της ζεσταίνει το σώμα και την καρδιά. Ξάπλωσαν ανάσκελα στο νερό σαν να ήταν το νυφικό κρεβάτι, που περίμεναν τόσο καιρό. Με τα χέρια ενωμένα , άφησαν να τους παρασύρει το ρέμα.
Ο αέρας που φύσηξε έριξε το κόκκινο φόρεμα στο ποτάμι. Βούλιαξε αργά στο βυθό του, σκεπάζοντας το καθρέφτισμα των δέντρων, κόκκινη φωτιά, που απλώθηκε στο υδάτινο δάσος του ποταμού.


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Η αγκαλιά





«Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις ακροβατούν, γέρνοντας στην προσπάθεια να ισορροπήσουν, ανάμεσα στο συναίσθημα ,που θέλει να εκδηλωθεί και στην απουσία λέξεων να το εκφράσουν», είπε η Κατερίνα κοιτάζοντάς τον, ενώ στα μάτια της έλαμπαν τα δάκρυα, που μετά βίας συγκρατούσε. Αυτός αποφεύγοντας το βλέμμα της, που έψαχνε απαντήσεις, κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Θα μπορούσα να σου πω πολλά», συνέχισε, «αλλά είναι από τις λίγες φορές, που θα επιλέξω να σιωπήσω. Κι αν ποτέ σου με αγάπησες, θα καταλάβεις». Ένιωσε το βάρος της σιωπής, να γεμίζει τον αέρα ανάμεσά τους, μόλις σταμάτησε να μιλάει. Ο αέρας έγινε τόσο βαρύς και τόσο πυκνός, που τα πνευμόνια της πόνεσαν στην προσπάθεια να αναπνεύσει.
Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, αλλά το τράβηξε αμέσως πίσω. Η σιωπή είχε ήδη χτίσει τον τοίχο κι αυτός στεκόταν από πίσω του. Ήταν μια σιωπή που έκανε τις αισθήσεις της να παγώνουν και τα συναισθήματα να κόβουν σαν ξυράφια την αλλοτινή οικειότητα. Ήταν πολύ νωρίς, σκέφτηκε, κι όμως τόσο αργά.
Ο λυγμός της χτύπησε στον τοίχο της σιωπής και γύρισε πίσω σαν ηχώ. Μια τελεία στην αρχή της φράσης, που δεν πρόλαβε να γίνει πρόταση, ο έρωτας που δεν εκδηλώθηκε και που επέφερε τον θυμό του. Σιωπηλός ο θυμός κι όμως ούρλιαζε στα αυτιά της τρυπώντας τα τύμπανα της. Έβαλε το μπουφάν της βιαστικά και βγήκε έξω.
Τα δάκρυα που συγκρατούσε όση ώρα ήταν μαζί του, κύλησαν βιαστικά από τα μάτια της , λέρωσαν το πρόσωπό της και καθάρισαν την ψυχή της. Άναψε ένα τσιγάρο με δάχτυλα που έτρεμαν από το κρύο και την ένταση και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά. Ο ζεστός καπνός βγαίνοντας από τα πνευμόνια της, ζωγράφισε έναν μικρό κύκλο. Τον κοίταξε αφηρημένα προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό, που τους έφερε σ’ αυτό το σημείο.
Δεν αποσιωπούσε συναισθήματα, δεν έκανε εύκολα πίσω, δεν έφευγε αμαχητί από τα πεδία μάχης της καρδιάς. Είχαν περάσει πολλά χρόνια, που ο θάνατος της έμαθε πως δεν θα έπρεπε να αφήνει κουβέντες μισοτελειωμένες με τους ανθρώπους που αγαπούσε. Έδιωχνε τα σύννεφα με τον αέρα της ψυχής της, μιλώντας , αναλύοντας, συζητώντας, πιέζοντας, προσπαθώντας όχι να προφυλαχτεί από την βροχή, αλλά να γυμνώσει την ψυχή της στον ήλιο της ματιάς του συνομιλητή.
Δεν μπορούσε όμως να παλεύει μόνη. Ούτε της άρεσαν οι διαρκείς μονόλογοι. Ήξερε πως η σιωπή είναι η δαμόκλειος σπάθη της επικοινωνίας κι όμως σήμερα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη, παγωμένη από την αδιαφορία και τον θυμό στα μάτια του. Πήρε μια βαθειά ανάσα αφήνοντας τον αέρα να εισβάλλει βίαια μέσα της και να καθαρίσει τις σκέψεις σαν τον βαρδάρη που φυσώντας διώχνει τα σύννεφα και καθαρίζει την ατμόσφαιρα στην πόλη τους.
Όλες οι σχέσεις δοκιμάζονται σε μια στιγμή αδυναμίας κι είναι αυτή που καθορίζει αν θα εξελιχθεί ή θα προσπεράσει. Κάποτε της είχε πει πως θα την περίμενε από την άλλη πλευρά, όπως κι αν είχαν τα πράγματα. Μόνο που σήμερα όλες οι πλευρές ήταν ίδιες. Δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να περιμένει άλλο. Ούτε ήταν ήξερε αν θα τον έβρισκε στην άκρη του δρόμου. Κι η σιωπή δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Έσβησε βιαστικά το δεύτερο τσιγάρο, που της έκαιγε τα δάχτυλα και γύρισε πίσω.
Εκείνος καθόταν στην καρέκλα, στην ίδια θέση που τον άφησε. Δεν γύρισε να την κοιτάξει και για μια στιγμή ένιωσε να λιποψυχά. Σκάλισε την μνήμη της για να βρει κάτι να πιαστεί και να πάρει θάρρος και να νικήσει την διάθεση παραίτησης , που την είχε κυριεύσει πριν. Προχώρησε κοντά του, κρατώντας ακούσια την ανάσα της και τον άγγιξε στον ώμο. «Θα είμαι εδώ» του είπε κι έκανε να φύγει.
Ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν και να την σφίγγουν επάνω του με σταθερότητα και πάθος. Τον αγκάλιασε κι αυτή και τρύπωσε μέσα στο λιμάνι της αγκαλιάς του, αφήνοντας έναν αναστεναγμό , που μπερδεύτηκε με τον δικό του. Έμειναν εκεί, μετέωροι στην στιγμή, να ακουμπάνε και να σφίγγουν, να απαντάνε σ’ όλες τις ανείπωτες ερωτήσεις, να γιατρεύουν τις πληγές, να καλύπτουν τα κενά της σιωπής και να την γεμίζουν με φως .
Γαντζώθηκε επάνω του με τα νύχια της να μπαίνουν στην σάρκα του σαν ναυαγός που βρήκε την σανίδα σωτηρίας και κρέμεται επάνω της για να επιβιώσει. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει κάτω από την παλάμη της στο ρυθμό της δικής της καρδιάς, την ζεστασιά του κορμιού του να απλώνεται μέσα της , την ανάσα του στον λαιμό της να κάνει το κορμί της να πάλλεται και να ανατριχιάζει.
Η σιωπή που τόσο απεχθανόταν και της θύμιζε νεκροταφείο συναισθημάτων, ξαφνικά μεταμορφώθηκε στην Ιθάκη της καρδιάς της. Η μυρωδιά του κορμιού του μπερδεύτηκε με την δική της και δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει που τελείωνε ο εαυτός της κι άρχιζε εκείνος.
Έκλεισε τα μάτια της και χάιδεψε τα φτερά του. Αφέθηκε και παραδόθηκε στην αγκαλιά ,όταν άκουσε το φτερούγισμα. Δεν είδε το φως ,που τους τύλιξε, όταν χαμογέλασε .Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά και πήρε ένα βέλος από την φαρέτρα.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Το κλειστό παράθυρο




Η Νίκη καθόταν στην αγαπημένη της θέση. Δίπλωσε να πόδια της και αγκαλιάζοντάς τα, ακούμπησε το πιγούνι στα γόνατά της. Έτσι κουβαριασμένη , κοίταξε έξω από το κλειστό παράθυρο.
Ήταν βράδυ κι όπως πολλά βράδια δεν μπορούσε και δεν ήθελε να κοιμηθεί. Της άρεσε αυτή η ώρα, που η πόλη ησύχαζε και τα όνειρα βγαίνανε βόλτα στους έρημους δρόμους. Της άρεσε να ακούει τους θορύβους και να τους αποκωδικοποιεί πριν κοιτάξει έξω για να επιβεβαιώσει την προέλευσή τους. Μα πιο πολύ απ’ όλα της άρεσε η αίσθηση εγγύτητας και απόστασης με τους άλλους συνταξιδιώτες του ονείρου, όπως αποκαλούσε τις σκιές στα φωτισμένα παράθυρα των πολυκατοικιών.
Σήμερα είχε διάθεση για κρυφτούλι. Δεν άναψε φως. Το φως του φεγγαριού έμπαινε από το παράθυρο και την γέμιζε με νοσταλγία για την χαμένη μαγεία. Την μαγεία που χάθηκε μαζί του και ξεκίνησε τον εκούσιο εγκλεισμό της στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της, στους τέσσερις τοίχους , που φυλάκιζαν την ψυχή της. Θα μπορούσε να δραπετεύσει. Θα μπορούσε να αντισταθεί στην διάθεση της παραίτησης. Αλλά δεν ήταν έτοιμη. Ήθελε να επανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό και στα αισθήματά της.
Άναψε το κερί, που είχε πάντα κοντά της και το ακούμπησε δίπλα της. Η μουσική που είχε βάλει να παίζει μόλις που ακουγόταν , αλλά αυτή άκουγε ξεκάθαρα την μουσική και τους στίχους των τραγουδιών, που είχε επιλέξει για το σημερινό ξενύχτι. Κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να αδειάσει το κεφάλι της από τις σκέψεις, να λυτρωθεί για λίγο από το βάσανο της λογικής. Τράβηξε τις κουρτίνες και κλείνοντας τα μάτια έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, τυλίγοντας τα χέρια της ακόμα πιο σφιχτά γύρω από τα γόνατα.
Τότε άκουσε τον θόρυβο . Κάτι βρισκόταν έξω από το παράθυρο. Κάτι που η προσγείωση στο περβάζι του παραθύρου διέκοψε την ονειροπόλησή της. Κάτι που σερνόταν θαρρείς προσπαθώντας να φτάσει κοντά της. Άνοιξε τα μάτια και κόντρα στο φως του φεγγαριού, είδε την σκιά μιας γάτας. Με αργές κινήσεις για να μην την τρομάξει, ανασηκώθηκε και τράβηξε τις κουρτίνες.
Βρέθηκε μπροστά σε έναν μαύρο γάτο που την κοιτούσε κατάματα με τα κίτρινα μάτια του να φέγγουν. Με μια ξαφνική παρόρμηση, άνοιξε το παράθυρο και περίμενε να δει τις αντιδράσεις του. Εκείνος , αφού δίστασε μια στιγμή, πήδηξε ανάλαφρα μέσα στο δωμάτιο. Αφού περπάτησε για λίγη ώρα με την ουρά σηκωμένη, νιαουρίζοντας περίεργα , σε όλο το δωμάτιο, σταμάτησε την εξερεύνηση της μικρής της φυλακής και έκατσε δίπλα της.
Η Νίκη είχε πάρει την προηγούμενη στάση της μπροστά στο παράθυρο και δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Άπλωσε το χέρι της μόνο και τον χάιδεψε. Της άρεσε η απαλή γούνα κάτω από τα δάχτυλά της, η ζεστασιά που ανέδινε, το απαλό γουργουρητό. Η σιωπή της νύχτας γέμισε με την παρηγοριά της συντροφιάς. Σε λίγη ώρα ένιωσε τα μάτια της να κλείνουν. Αισθανόταν χαλαρή και νωχελική σαν γάτα. Χαμογέλασε στην σκέψη και πήγε για ύπνο, αφήνοντας τον απρόσμενο επισκέπτη μπροστά στο μισάνοιχτο παράθυρο.
Ξύπνησε το πρωί χωρίς τον γνωστό πονοκέφαλο, γεμάτη ενεργητικότητα και σιγοτραγουδώντας πήγε στο σαλόνι. Ο γάτος είχε φύγει. Χαμογέλασε μαζεύοντας το γεμάτο καφέ ακόμα φλιτζάνι , άδειασε το τασάκι, αντικατέστησε το λιωμένο κερί και έκλεισε το ανοιχτό παράθυρο. Δεν ήταν σίγουρη πως δεν το ονειρεύτηκε , αλλά ήταν σίγουρη πως κάτι είχε αλλάξει. Και αυτή η αλλαγή την γέμισε αισιοδοξία.
Το βράδυ την βρήκε με μια αίσθηση προσμονής. Έκατσε στην γνωστή της θέση, αλλά ένιωθε πως κάτι έλειπε από την συνήθεια. Σηκώθηκε κρατώντας στο χέρι το κερί και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο γάτος ήταν ξαπλωμένος στο περβάζι της και κοιμόταν. Άνοιξε το παράθυρο και στο άκουσμά του, αυτός ξύπνησε και τεντώθηκε. Αμέσως μετά πήδηξε μέσα στο δωμάτιο και κουλουριάστηκε στην θέση, που πέρασε την προηγούμενη βραδιά.
Κάθισε δίπλα του οκλαδόν κι άρχισε να τον χαϊδεύει. Οι λέξεις που κρυμμένες μέσα της την έπνιγαν βγήκαν επιτέλους από τα χείλη της. Μιλούσε για ώρα, εκμυστηρευόμενη όλα όσα είχε στην καρδιά της, όλα όσα φίμωναν μέχρι τώρα τα αισθήματά της, όλα όσα δεν είχαν ειπωθεί. Κι ακούγοντας την φωνή της να λέει τα ανομολόγητα , ένιωθε το βάρος στο στήθος της να υποχωρεί και τον πόνο να απομυθοποιείται.
Κατάλαβε πως ο εγκλεισμός της είχε πάρει τέλος. Έτσι απλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, ένιωσε πως θα μπορούσε να προχωρήσει. Να ανοίξει και πάλι την καρδιά και τις αισθήσεις της. Να εμπιστευτεί , εμπιστευόμενη τις οδηγίες της ψυχής της. Να απλώσει το χέρι και να χαϊδέψει τον μαύρο γάτο , που θα ερχόταν όταν δεν τον περίμενε.
Δεν έκλεισε το παράθυρο πηγαίνοντας για ύπνο. Δεν θα προσπαθούσε να κρατήσει την συντροφιά του γάτου, δεσμεύοντάς τον. Ήξερε πως θα ερχόταν ξανά. Και πως θα τον άφηνε να φύγει ξανά χωρίς πικρία. Ο έρωτας θα ερχόταν σαν απροσδόκητο δώρο , όπως ο γάτος, κι αυτή θα δεχόταν το δώρο αυτό, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο .


Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Τα μάτια της ψυχής



Τελευταίες μέρες του Οκτώβρη κι ο καιρός βάλθηκε να θυμίσει πως ξεκινάει ο χειμώνας. Μαύρα σύννεφα σκέπαζαν τον ουρανό κι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Ο Σπύρος άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου και μύρισε την βροχή που ερχόταν.

Τότε την είδε. Προχωρούσε ανάμεσα στα σταματημένα αμάξια και τα μαύρα μαλλιά της της σκεπάζανε το πρόσωπο. Οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν όταν πλησιάσε το αυτοκίνητο Εκείνη την στιγμή σήκωσε το χέρι της και τράβηξε τα μαλλιά που της σκέπαζαν το πρόσωπο Κι είδε τα μάτια της λίγο πιο μακριά από τα δικά του.

Αυτά τα μάτια θα τα αναγνώριζε όπου και να τα έβλεπε, όποτε και να τα έβλεπε. Είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά μόλις ένα δευτερόλεπτο από τον χρόνο της καρδιάς του. Στο τρελό του καρδιοχτύπι , αναγνώρισε τον έφηβο , που ζούσε ακόμα μέσα του, τον έφηβο εκείνου του καλοκαιριού.

Τα καλοκαίρια της εφηβείας του είχαν το ίδιο χρώμα, την ίδια μυρωδιά, το ίδιο πάντα παρασκήνιο. Χρόνια πήγαιναν με τους γονείς του σ' ένα παραλιακό χωριό της Χαλκιδικής. Περίμενε όλη την χρονιά εκείνες τις μέρες, που θα βρισκόταν και πάλι εκεί, χωρίς υποχρεώσεις , χωρίς διάβασμα, μέρες γεμάτες ξεγνοισιά και την προσμονή του έρωτα.

Το καλοκαίρι που την συνάντησε ήταν δεκεπέντε χρονών. Ήταν ρομαντικός τότε κι όχι ιδιαίτερα τολμηρός, δεν ήξερε να ελίσσεται και να υποκρίνεται. Κάποτε αυτός ο συνδυασμός τον βοηθούσε κι άλλοτε τον χαντάκωνε, αλλά δεν του έκοβε την φόρα για καινούριες περιπέτειες καρδιάς.

Την πρώτη φορά που την είδε ήταν με τους γονείς και τον μικρό της αδερφό, περπατώντας νωχελικά κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγουστιάτικου πρωινού. Έπεσε σχεδόν επάνω της τρέχοντας με το ποδήλατό του για να προλάβει τους φίλους του, που είχαν ήδη πάει για μπάνιο στην θάλασσα. Φρενάρισε απότομα, βάζοντας τα πόδια του κάτω και στρίβοντας το τιμόνι, με αποτέλεσμα τελικά να βρεθεί πεσμένος μπροστά στα πόδια της με το ποδήλατο επάνω του.

Ενώ ο πατέρας της σήκωνε το ποδήλατο και το κρατούσε όρθιο, ένιωσε τα μακριά μαλλιά της να τον χαϊδεύουν , καθώς έσκυψε και του έδωσε το χέρι της για να σηκωθεί. Σηκώθηκε κατακόκκινος από κάτω για να βρεθεί στην ίδια ευθεία με τα υπέροχα μαύρα της μάτια, που τον κοιτούσαν με ανησυχία.

Ένιωσε να ζαλίζεται καθώς έπιανε μηχανικά το τιμόνι του ποδηλάτου, που κρατούσε υπομονετικά ο άγνωστος άντρας και ψελλίζοντας ένα βιαστικό συγνώμη, καβάλησε το ποδήλατο για να φύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά τις πρώτες πεταλιές , γύρισε και κοίταξε πίσω του, είδε την πλάτη της , που στεφάνωναν τα μαύρα της μαλλιά και πριν προλάβει να αντιδράσει, αυτή έστρεψε το κεφάλι της κοιτάζοντάς τον για μια ατέλειωτη στιγμή.

Παραδόθηκε σ’ εκείνο το βλέμμα, όπως θα παραδινόταν και κάθε μέρα, όλες εκείνες τις μέρες του μακρινού καλοκαιριού, μέχρι την τελευταία στιγμή. Το χωριό ήταν μικρό και ήταν φυσικό να συναντιούνται κάθε μέρα στα ίδια μέρη. Και κάθε μέρα περίμενε τις κλεφτές στιγμές , που θα ξέφευγε από την προσοχή των φίλων και θα έβρισκε την ευκαιρία να βυθιστεί στα μάτια της και με τα δικά του να αστράφτουν να της διηγείται τον έρωτά του.

Κάθε μέρα ετοίμαζε την φράση που θα της έλεγε όταν θα την πλησίαζε, προετοίμαζε τις απαντήσεις του στους φανταστικούς διαλόγους, ονειρευόταν την στιγμή που θα έβλεπε εκείνα τα μάτια από τόσο κοντά , ώστε να διακρίνει την κόρη που χανόταν στο μαύρο τους. Όταν όμως την αντίκρυζε την επομένη το πρωί, τα λόγια εξανεμίζονταν κι έμενε να την κοιτάει σιωπηλός, περιμένοντας την επόμενη φορά, το επόμενο πρωινό, την επόμενη μέρα.

Εκείνη την μέρα έβρεχε από νωρίς το πρωί. Η γλυκειά καλοκαιρινή βροχή, προάγγελος του φθινοπώρου που πλησίαζε, γέμισε με μελαγχολία την καρδιά του. Καθόταν κάτω από ένα υπόστεγο, με το ποδήλατο δίπλα του ακουμπισμένο στον τοίχο, περιμένοντας την βροχή να σταματήσει , όταν είδε το ξέχυλο από πράγματα αυτοκίνητο.

Έφευγε. Δεν είχε προλάβει να της πει τίποτα και τώρα ήταν αργά. Την είδε να κοιτάζει από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου καθώς περνούσε από μπροστά του. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά και αγνοώντας την βροχή που συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα, καβάλησε το ποδήλατο και το ακολούθησε .

Το ακολούθησε για δύο περίπου χιλιόμετρα κάνοντας πετάλι σαν τρελός, βλέποντας το πρόσωπό της κολλημένο στο τζάμι του αυτοκινήτου, τα μάτια της καρφωμένα επάνω του, και συνέχισε μέχρι που κόπηκε η ανάσα του, για να συνεχίσει να βλέπει εκείνα τα μάτια για όσο περισσότερο μπορούσε.

Σταμάτησε κοντανασαίνοντας με την καρδιά του να βροντοχτυπάει στο στήθος του. Μουσκεμένος τριπλά, από ιδρώτα , βροχή και δάκρυα, είδε το όνειρο να ξεμακραίνει και κλείδωσε την στερνή ματιά της στην ψυχή του, μαζί με τα ανείπωτα λόγια και τα συναισθήματα. Δεν έκλαψε ξανά από τότε.

Στα χρόνια που περάσαν, κλείδωσε κι άλλα στην ψυχή του, βάζοντας για φύλακες τον αυτοσαρκασμό και την τσουχτερή γλώσσα του, την λογική και την υπευθυνότητα. Ο θησαυρός του παρελθόντος τον περίμενε κάθε φορά που δεν τα έβγαζε πέρα με τα συναισθήματά του, τον περίμενε να κρυφτεί και σαν φιλάργυρος τοκογλύφος να μετρήσει αυτά που είχαν μείνει.

Ένιωθε συχνά σαν δέντρο που έμεινε δίχως φύλλα, γιατί οι ρίζες των συναισθημάτων του είχαν αποδυναμωθεί και δεν μπορούσαν να ρουφήξουν ζωή από τον σημερινό συμβιβασμένο του εαυτό και πως τα όνειρα είχαν πεθάνει μαζί με την τελευταία βροχή των δακρύων του χθες.

Και να που σήμερα εμφανιζόταν μπροστά του μετά από τόσα χρόνια αυτή η σκιά από το παρελθόν του για να τον καλέσει πίσω. Ο σημερινός Σπύρος ήταν αρκετά εύγλωττος και ετοιμόλογος γενικά . Δεν είχε καμιά σχέση με τον ρομαντικό δεκαπεντάχρονο έφηβο. Έπρεπε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς.

Οι λέξεις που δεν της είχε πει τότε και που στοίχειωναν το μυαλό του όλα αυτά τα χρόνια, ζητούσαν δικαίωση. Ενώ τα αυτοκίνητα ξεκινούσαν και πίσω του οργισμένοι οδηγοί κορνάριζαν βρίζοντας, βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε πίσω της. Θέλησε να την φωνάξει και συνειδητοποίησε πως δεν ήξερε το όνομά της, πως δεν το είχε μάθει ποτέ, κι αυτό τον ακινητοποίησε.

Την είδε να μπαίνει σ’ ένα άλλο αυτοκίνητο στην θέση του συνοδηγού και να κλείνει την πόρτα. Την είδε να σκύβει και να δίνει ένα πεταχτό φιλί στον οδηγό του. Την άκουσε λίγα μέτρα μπροστά του να γελάει για κάτι που της είπε. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε κι αυτή δεν στράφηκε ούτε μια στιγμή να κοιτάξει πίσω της.

Γύρισε στάζοντας στο αυτοκίνητο , που τον περίμενε με την πόρτα ανοιχτή και την μηχανή ακόμα αναμμένη. Σωριάστηκε στο κάθισμα και σκούπισε αφηρημένα το μουσκεμένο του πρόσωπο .Όταν ένιωσε την αλμύρα των ξεχασμένων δακρύων στα χείλη του κατάλαβε πως ξεκινούσε από την αρχή.