Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι νεράιδες μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι νεράιδες μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2010

Τα μήλα του Φλεβάρη


          Η Εριφύλη ξύπνησε ακούγοντας τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής πέφτοντας με δύναμη στο δέντρο. Άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Επιτέλους, έβρεχε! Σηκώθηκε από το κρεβάτι με τα μάτια ακόμα κλειστά , το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και χοροπηδώντας ανάλαφρα, βγήκε έξω από το μικροσκοπικό της σπίτι.
Κάθισε στο κλαδί του δέντρου με τα γυμνά πόδια της κρεμασμένα και από τις δυο πλευρές να ξεπλένονται στην βροχή που είχε δυναμώσει. Ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό του δέντρου και διπλώνοντας με προσοχή τα φτερά της, έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε δυνατά και χαρούμενα. Τράβηξε το αραχνονήμα τρεις φορές, κι οι διαμαντένιες στάλες της βροχής κουδούνισαν χαρούμενα στέλνοντας το μήνυμα σε όλα τα ξωτικά της βροχής.
Θα είχαν πολλή δουλειά μόλις σταματούσε η βροχή. Ήταν δική τους ευθύνη να ξαναδίνουν χρώμα στα δέντρα και τους καρπούς τους, τα φυτά και τα λουλούδια τους, που ξεθώριαζαν από τις νεροποντές. Φέτος, της είχαν αναθέσει τα μήλα κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή κι η υπερηφάνεια γι’ αυτό το προνόμιο, την έκανε ανυπόμονη και βιαστική. Δεν είχε βρέξει από τότε που της έδωσαν το μενταγιόν με το χρυσό μήλο, αναγνωριστικό της θέσης και υπενθύμιση της σπουδαιότητας της.
Το βάψιμο των μήλων του Φλεβάρη είχε μεγάλη σημασία, γιατί δεκατέσσερα από αυτά θα βρισκόταν στα καλάθια των νεράιδων των πόλεων, που θα τα πουλούσαν σε εφτά γυναίκες και εφτά άντρες, οι οποίοι θα γινόταν ζευγάρι, αν αντάμωναν στις 14 Φεβρουαρίου έχοντας δαγκώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι από το μαγικό ζευγάρι των μήλων.
Κάθε ξωτικό της βροχής ονειρευόταν πως θα έβαφε τα μήλα που θα επέλεγε το τέλειο ζευγάρι, ώστε να ανταμώσουν τα δίδυμα μήλα κι οι αγοραστές τους. Διαλέγανε με προσοχή δύο όμοια μήλα και τα βάφανε στο χρώμα της αρεσκείας τους, κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο, ανάλογα με το αποτέλεσμα που ευελπιστούσαν να πετύχουν. Κόκκινο για τον έρωτα, πράσινο για την αγάπη και κίτρινο για την φιλία ήταν τα χρώματα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν περιμένοντας τον Μελάνθιο, τον πρίγκιπα των ξωτικών, που με δεμένα τα μάτια, θα διάλεγε τα επτά ζευγάρια μήλων.
Το ονειροπόλημά της διέκοψε ο ήχος βιαστικών βημάτων, φτερουγισμάτων και οι ψίθυροι των ξωτικών, που φορώντας στο στήθος τους τα χρυσά μενταγιόν μαζευόταν στο ξέφωτο του δάσους, φορτωμένα με πινέλα και τα κουβαδάκια με τα χρώματα. Η βροχή είχε σταματήσει και τα ξωτικά της βροχής ήταν έτοιμα να πιάσουν δουλειά. Η Εριφύλη σηκώθηκε αλαφιασμένη και ανοίγοντας τα μεταξένια φτερά της, πέταξε βιαστικά προς την μεγάλη βελανιδιά στην κουφάλα της οποίας αποθηκεύανε τα μαγικά χρώματα.
Έφτασε γρήγορα και κλείνοντας τα φτερά της, άρχισε να τρέχει προς την ιερή είσοδο του δέντρου. Μπαίνοντας μέσα, κατάλαβε, πριν ακόμα κοιτάξει προσεκτικά γύρω της, πως είχε αργήσει. Τα μεγάλα δοχεία με τα χρώματα είχαν σχεδόν αδειάσει. Με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, έσκυψε πάνω από το δοχείο με το κόκκινο. Ήταν σχεδόν άδειο. Το ίδιο και το πράσινο. Το ίδιο και το κίτρινο. Έκατσε στο χωμάτινο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει.
Λίγα λεπτά αργότερα σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από πάνω της, σήκωσε ψηλά το πηγούνι και χαμογέλασε. Με τα μάτια της να αστράφτουν, άρπαξε βιαστικά τα πινέλα κι ένα από τα τελευταία κουβαδάκια και πήγε βιαστικά προς ένα από τα μεγάλα δοχεία. Πήρε την κουτάλα που κρεμόταν στην άκρη του κι έσκυψε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην χάσει την ισορροπία της καθώς έξυνε τον πάτο του δοχείου.
Ο Περικλής καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του με ύφος περιπαικτικό. Επιθεώρησε τα όπλα του, το εύστροφο μυαλό του, την ακέραια λογική του, το χιούμορ του. Χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ σαν ξίφος και σαν ασπίδα προστασίας που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όπλα του τον βοηθούσε να υπερνικά τα εμπόδια και να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Αλλά τώρα τα έστρεφε ενάντια στον ίδιο. Κι ήξερε καλά την αχίλλειο πτέρνα του.
Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο καθώς είδε την πράσινη κουκκίδα, που περίμενε τόση ώρα να εμφανιστεί, το σημάδι της παρουσίας της και το πράσινο φως για την δική του χαμένη Ατλαντίδα, για την γη της Εδέμ, τον κόσμο του ονείρου και των συναισθημάτων, την αχίλλειο πτέρνα του, που με χαρά άφηνε γυμνή κι εκτεθειμένη κάθε φορά που μιλούσε μαζί της.
Η Φρύνη χαμογέλασε καθώς διάβασε το σχόλιο του Περικλή. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες που οι συναντήσεις τους στον χώρο της εργασίας, είχαν γεννήσει την ανάγκη για επικοινωνία. Άρχισαν να μιλάνε στην αρχή δειλά, μαζεμένα και στην συνέχεια να γυμνώνουν τις ψυχές τους, να μιλάνε για όλα και για όλους και αυτή η επικοινωνία στήριξε την μεταξύ τους εκτίμηση και τον αλληλοσεβασμό.
Κι ενώ η φιλία τους οδηγούσε αβίαστα στην αγάπη, η ανάγκη για επικοινωνία μεγάλωνε. Συχνά έπιανε τον εαυτό της στις καθημερινές της ενασχολήσεις να αναρωτιέται τι θα έλεγε, πως θα αντιδρούσε, τι θα έκανε ο Περικλής, αν ήταν παρών, αν ήταν μαζί της. Ξυπνούσε μέσα της κάτι απροσδιόριστο, κάτι ξεχασμένο και ταυτόχρονα τόσο οικείο που έκανε την επαφή μαζί του πολύτιμη και μοναδική.
Η Καλλιρρόη κοίταξε το καλάθι με το τελευταία μήλο. Ήταν ήδη απόγευμα και δεν είχε καταφέρει να το πουλήσει. Το δίδυμό του στο καλάθι της Ευρύκλειας το είχε πάρει το πρωί μια γυναίκα με ονειροπόλα μάτια και λαμπερό χαμόγελο. Κλώτσησε θυμωμένα μια πέτρα με το λεπτεπίλεπτο πόδι της και σκέφτηκε πως για όλα έφταιγε η Εριφύλη, αυτό το περίεργο ξωτικό της βροχής, που αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού της. Κράτησε το μήλο με προσοχή στο χέρι της και το κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφο, για να το διαλέξει ένας άνθρωπος. Κι ακόμα πιο δύσκολο να διαλέξουν και τα δύο.
Το μήλο ήταν βαμμένο με τρία χρώματα: λαμπερό κόκκινο, γλυκό κίτρινο κι έντονο πράσινο και το ασυνήθιστο χρώμα του απέτρεπε τους καχύποπτους ανθρώπους να το αγοράσουν, ενώ η διαφορετικότητά του δεν τους άφηνε να δουν την ομορφιά και τη σημασία του. Η Εριφύλη ήταν πολύ χαρούμενη όταν παρουσίασε τα μήλα της και όλα τα ξωτικά και οι νεράιδες συμφώνησαν πως ήταν τα τέλεια μήλα για το τέλειο ζευγάρι. Όταν ο Μελάνθιος με τα μάτια του δεμένα τα επέλεξε, όλοι χειροκρότησαν κι άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί.
Ο Περικλής σταμάτησε μπροστά στην κοπέλα με το καλάθι. Κοίταξε με περιέργεια το τρίχρωμο μήλο. «Πόσο έχει;» ρώτησε την νεράιδα. Η Καλλιρρόη ένιωθε ακόμα θυμωμένη για την πεζή ηλιθιότητα των ανθρώπων. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει και παγωμένα του απάντησε «εκατό ευρώ», για να τον ξεφορτωθεί. Ο Περικλής ένιωσε την απόρριψη κι ενώ η λογική τού έλεγε να φύγει, πείσμωσε και αφέθηκε στο παράλογο συναίσθημα ότι αυτό το μήλο έπρεπε να γίνει δικό του. Έβγαλε χωρίς να μιλήσει τα χρήματα από το πορτοφόλι του, τα πέταξε μέσα στο καλάθι και πήρε το μήλο.
Προχώρησε προς το αυτοκίνητο βιαστικά βλαστημώντας για την βλακεία του και δάγκωσε ένα κομμάτι από το μήλο, ενώ σκεφτόταν πως θα έπρεπε να του κρατήσει τουλάχιστον ένα μήνα, για να βγάλει τα λεφτά του. Κι ενώ το γνωστό περιπαικτικό ύφος εμφανίστηκε στο πρόσωπό του, είδε την Φρύνη που καθόταν στο παγκάκι απέναντί του, μασουλώντας αφηρημένα ένα περίεργο τρίχρωμο μήλο, ίδιο με το δικό του.
Εκείνη την στιγμή η Φρύνη σηκώθηκε. Έκανε μια κίνηση ώστε να τεντώσει την πλάτη της προς τα πίσω για να ξεπιαστεί, έπιασε τα μαλλιά της με τα χέρια της και τα μάζεψε στιγμιαία επάνω κι ο Περικλής έμεινε κεραυνόπληκτος από την αγνή, καθάρια, καθηλωτικά φυσική ομορφιά της που αντίκρυσε κι αιχμαλωτίστηκε από την εικόνα. Έτσι όπως έπεφτε ο ήλιος από το πλάι πίσω της, της έδινε μια λάμψη που δεν είχε προσέξει άλλη φορά. Του πήρε λίγη ώρα να συνέλθει και να κοιτάξει αμήχανα γύρω του μήπως τον είδε κανείς καθηλωμένο να την χαζεύει.
Η Φρύνη ένιωσε μια περίεργη θέρμη μόλις έφαγε το τρίχρωμο μήλο. Το είχε αγοράσει πριν δέκα λεπτά από μια περίεργη πλανόδια πωλήτρια. Ήταν τόσο όμορφο και διαφορετικό, που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Στην αρχή σκέφτηκε να το κρατήσει, αλλά στην συνέχεια αποφάσισε πως ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει την ομορφιά του ήταν να γίνει ένα μαζί του κι άρχισε να το δαγκώνει απολαυστικά.
Μόλις τεντώθηκε για να ξεπιαστεί, ένιωσε, παρά είδε τον Περικλή απέναντί της. Τα μάτια της βυθίστηκαν στα δικά του για μια ατέλειωτη στιγμή κι αισθάνθηκε πως αυτό ήταν το κομμάτι που έλειπε από το παζλ της ζωής της. Χαμογέλασαν ταυτόχρονα, καθώς έκαναν το πρώτο βήμα για να ανταμώσουν...

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ιστός




Η Μαρκέλλα προχωρούσε τραγουδώντας στο μονοπάτι του δάσους. Ήταν χαρούμενη και γεμάτη ενεργητικότητα καθώς η μέρα προμηνυόταν ηλιόλουστη και λαμπερή, μετά από μέρες βροχής, που την είχαν καθηλώσει μέσα.
Είχε φύγει από το σπίτι στα κλεφτά, πατώντας στις άκρες των δαχτύλων της, για να μην ξυπνήσει κανέναν. Δεν ήθελε να ξεκινήσει την μέρα της με την ρουτίνα του πρωινού, δεν ήθελε να την προσγειώσουν πριν ακόμα πετάξει. Η αίσθηση ότι το έσκασε από την καθημερινότητα, την έκανε να τραγουδάει.
Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και το δάσος στολισμένο με το κόκκινο, το καφέ, το χρυσαφί και το κίτρινο των φύλλων ήταν μαγευτικό. Οι μέρες άρχισαν να μικραίνουν και η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μεθούσε τις αισθήσεις της.
Το δάσος έσφυζε από ζωή. Έβλεπε γύρω της ζώα κρύβουν αποθέματα τροφής, άλλα να κυνηγούν για να παχύνουν κι άλλα να τακτοποιούν τη φωλιά τους. Όλοι ετοιμάζονταν για τον χειμώνα .Το ίδιο έπρεπε να κάνει κι αυτή. Αλλά πάντα απεχθανόταν τα πρέπει.
Πήγε κάτω από ένα δέντρο και κούνησε απαλά το πρώτο κλαδί που έφτανε το χέρι της. Σήκωσε το πρόσωπό της με προσμονή , έκλεισε τα μάτια κι άφησε τις στάλες τις βροχής, που έπεσαν από τα φύλλα, να της ξεπλύνουν το πρόσωπο. Ένιωσε αμέσως να χαλαρώνει.
Κράτησε το χέρι της ακίνητο για να μην κυλήσει η σταγόνα που τρεμάμενη έκατσε πάνω του. Μια ηλιαχτίδα που τρύπωσε ανάμεσα στα κλαδιά, έδωσε στην σταγόνα χρώματα και ζωή. Η Μαρκέλλα χαμογελώντας έφερε το χέρι της στο ύψος των ματιών για να την θαυμάσει. Την έφερε στα χείλη της και χαμογέλασε.
Άρχισε να χορεύει ακούγοντας την μουσική της καρδιάς της και το κελάηδημα των πουλιών. Τα βήματά της τυφλά την οδηγούσαν σε μέρη απάτητα, στην καρδιά του δάσους μέχρι που ο μόνος ήχος που άκουγε ήταν το τρίξιμο των φύλλων στο ανάλαφρο πάτημά της και οι χτύποι της καρδιάς της. Σταμάτησε λαχανιασμένη κι έκατσε στον κορμό ενός δέντρου.
Εκεί ο ήλιος δεν είχε φτάσει ακόμα. Η πρωινή πάχνη τύλιγε τα πάντα γύρω της και μια χλωμή ομίχλη άφηνε την υποψία πως η μέρα παραμόνευε, αλλά ήταν ακόμα μακριά. Είχε κάτι απόκοσμο και οικείο, σαν όνειρο που δεν θυμάσαι το πρωί , αλλά νιώθεις τον αντίκτυπό του.
Και τότε τον είδε. Ήταν το ομορφότερο πράγμα που είχε δει στην ζωή της. Ανάμεσα σε δύο κοντινά δέντρα ένας ιστός αράχνης, λεπτοδουλεμένος, με τις στάλες τις βροχής να λαμπυρίζουν επάνω του σαν μικρά διαμάντια. Έκλεισε τα μάτια θαμπωμένη για να τα ανοίξει αμέσως μετά, φοβούμενη μην τον χάσει από τα μάτια της. Πλησίασε πιο κοντά , κρατώντας την ανάσα της για να μην τον χαλάσει.
Άκουσε τα βήματα κι είδε το λεπτό νήμα που έπεσε από ψηλά. Η μεγάλη μαύρη αράχνη κατέβαινε να επιθεωρήσει το έργο της. Η Μαρκέλλα ανατρίχιασε αλλά έμεινε ακίνητη. Μαγεμένη την είδε να προσγειώνεται στον ιστό και να περπατάει πάνω του, διορθώνοντας μικρές ατέλειες.
Όταν άκουσε το τραγούδι , γύρισε ξαφνιασμένη ψάχνοντας την πηγή του. Κοίταξε με έκπληξη την αράχνη κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Η αράχνη τραγουδούσε. Κάθε μπάλωμα στον ιστό κι ένα τραγούδι αγαπημένο, που μιλούσε μέσα στην καρδιά. Κι αντί αυτό να φαίνεται παράταιρο, έδειχνε απόλυτα ταιριαστό.
Έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά. Ένιωσε τις στάλες της βροχής να μουσκεύουν τα μαζεμένα της φτερά, καθώς ο αραχνοΰφαντος ιστός κόλλησε πάνω της. Προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μπλεχτεί ακόμα περισσότερο στο λεπτό νήμα. Άπλωσε τα χέρια να το σκίσει , αλλά ανακάλυψε έντρομη πως αν και λεπτό, το νήμα ήταν πολύ ανθεκτικό.
Η αράχνη δεν γύρισε να την κοιτάξει. Συνέχισε να τραγουδάει και να προχωράει προς την αντίθετη κατεύθυνση μπαλώνοντας τα μικρά κενά και ταχτοποιώντας τις στάλες της βροχής στο διάβα της . Ένιωσε πολύ μικρή και ανίσχυρη, ενώ ο φόβος ότι θα έμενε ξεχασμένη εκεί, παγιδευμένη από την περιέργεια και το θάμπωμά της από την ομορφιά, υπερτερούσε του ένστικτου της επιβίωσης.
Άρχισε να φωνάζει δυνατά καλώντας την αράχνη να γυρίσει πίσω. Όταν εκείνη εξακολούθησε να την αγνοεί , άρχισε να βρίζει και καταριέται. Κι όταν την έχασε τελικά από τα μάτια της, άρχισε να κλαίει. Κι ενώ τα δάκρυά της κυλούσαν ασταμάτητα , είδε πως μεταμορφώνονταν σε μικρά διαμαντάκια που την στόλιζαν. Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της και μάζεψε μια χούφτα λαμπερά διαμαντάκια.
Ήξερε από μαγεία και σπάνια την ξάφνιαζε το παράδοξο. Αλλά αυτό δεν το είχε συναντήσει μέχρι σήμερα. Κοίταξε πιο προσεχτικά τον ιστό, που την μάγεψε και παγίδεψε με την ομορφιά του. Τότε κατάλαβε πως αυτά που είχε θεωρήσει στην αρχή σταγόνες της βροχής, ήταν τα δάκρυα της αράχνης.
Χάιδεψε τον ιστό που την τύλιγε κι ένιωσε πως κάτω από το ανθεκτικό μεταξένιο νήμα και τα πολύπλοκα σχέδια ήταν κρυμμένα όλα τα τραγούδια, τα όνειρα, η απογοήτευση, η περηφάνια και η σκληρότητα της αράχνης. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της , που η αδρεναλίνη την έκανε να χτυπάει σαν τρελή. Είχε ακούσει γι’ αυτό, αλλά δεν το είχε νιώσει ποτέ μέχρι σήμερα. Δεν θα προσπαθούσε να ξεφύγει.
Περίμενε ώρες. Ξαπλωμένη πάνω στον ιστό, χαλαρή και ακίνητη, παρακολουθούσε τα έντομα, που ξεγελασμένα μπλεκόταν στον ιστό κι έμεναν παγιδευμένα χάρη στην κόλλα, που υπήρχε κρυμμένη στην έλικα που διέσχιζε κυκλικά τον ιστό, από το κέντρο ως την άκρη του. Ένιωθε τον φόβο τους και τα λυπόταν ξέροντας πως θα άφηναν εκεί την τελευταία τους πνοή χωρίς να έχουν καταλάβει την ομορφιά του.
Είχε αρχίσει να λαγοκοιμάται, όταν άκουσε το τραγούδι. Γύρισε γεμάτη προσμονή κι είδε την αράχνη να έρχεται προς το μέρος της. Το πρόσωπό της ήταν στην σκιά και δεν μπορούσε να μαντέψει τα συναισθήματά της, αλλά δεν ένιωθε καθόλου φόβο, μόνο προσμονή. Το τραγούδι σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα της αράχνης καθώς πλησίαζε και ο αναστεναγμός των εντόμων.
Έφτασε κοντά της και την κοίταξε στα μάτια. «Γιατί δεν έφυγες» την ρώτησε. «Ξέρω πως το μπορούσες». Η Μαρκέλλα χαμογέλασε και είπε «διάβασα τον ιστό σου. Είδα τα διαμάντια και κατάλαβα την σημασία τους. Θέλω να μείνω μαζί σου». Η αράχνη πλησίασε ώσπου το πρόσωπό της κόλλησε στο δικό της.
«Είμαι το πιο ακατάλληλο άτομο για εσένα. Δεν θέλω για να σε αφήσω να ελπίζεις σε ένα όνειρο που δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Έχεις όμορφη ψυχή και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι μαζί μου η ζωή σου θα είναι κόλαση. Δεν θα μπορέσεις να βαδίσεις μαζί μου στον ιστό, ούτε να κυνηγάς έντομα για να ζήσεις. Κι αυτός ο ιστός δεν φτιάχτηκε για σένα».
Η Μαρκέλλα δεν απάντησε. Άπλωσε μόνο τα χέρια της και αγκάλιασε σφιχτά την αράχνη. Δεν χαλάρωσε το αγκάλιασμά της ούτε όταν προσπάθησε βίαια να της ξεφύγει. Η αράχνη την ελευθέρωσε από τα δεσμά της και την καθάρισε από την κόλλα. Ώρες μετά την αγκάλιασε με την σειρά της. Κι έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκε το πρωί.
Με την πρώτη ηλιαχτίδα η αράχνη έφυγε. Η νεράιδα σηκώθηκε χαμογελώντας. Πήρε ένα διαμάντι από τον ιστό και στόλισε τα μαλλιά της.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Ανάμεσα σε δύο κόσμους


Ο Δημήτρης στάθηκε στο φυσικό πλάτωμα, στην ράχη του βουνού και κοίταξε το ποτάμι που ορμητικό κυλούσε προς τα ριζά του, ακολουθώντας το δικό του φιδωτό μονοπάτι.
Εκεί υπήρχαν δύο χωριά, αντικριστά στις όχθες του ποταμού, φυσικό σύνορο και εμπόδιο ανάμεσά τους. Ο ήλιος που έδυε, είχε ήδη αφήσει το ένα χωριό στο σκοτάδι, τονίζοντας τις διαφορές τους. Γιατί τα δύο χωριά , διέφεραν όπως η μέρα με την νύχτα, κι ο Δημήτρης το ήξερε καλύτερα από τον καθένα.
Έκατσε σε μια πλατειά πέτρα κι άναψε τσιγάρο. Πήρε βαθιές ρουφηξιές μέχρι να νιώσει τον καπνό να του καίει τα σωθικά και κοίταξε ξανά τα δύο χωριά. Η κόλαση κι ο παράδεισός του ήταν εκεί, μπροστά του . Η πίκρα από το τσιγάρο που αργόσβηνε στα χείλη του, απλώθηκε στην καρδιά του.
Δύο χωριά, δύο γυναίκες, δύο αγάπες τον έφεραν σήμερα εδώ πάνω. Πέρασαν από την ζωή του αφήνοντας το ανεξίτηλο σημάδι τους χωρίς να κατορθώσουν να γεμίσουν την μοναξιά του. Και δεν ήξερε αν έφταιγε αυτός, που ζητούσε πολλά ή αυτές που δεν μπορούσαν να τα δώσουν.
Η πρώτη , η Αλεξάνδρα, ήταν ήρεμη, λογική, σταθερή στις απόψεις και στον έρωτα, ένα λιμάνι στις φουρτούνες. Μπορούσε να μιλάει με τις ώρες μαζί της για όλα τα θέματα και να νιώθει την κατανόησή της να τον σκεπάζει σαν ζεστό πάπλωμα. Τον εμπιστευόταν τυφλά και δεν έχανε ευκαιρία να του δείχνει τον θαυμασμό και την αγάπη της. Κι ενώ ήταν η γυναίκα που ήθελε μαζί της να χουζουρέψει το πρωί στο κρεβάτι, ο λόγος δεν ήταν η κούραση του έρωτα της περασμένης βραδιάς. Δεν υπήρχε ο ηλεκτρισμός, το πάθος, ο αναγκαίος ερωτισμός.
Η δεύτερη , η Μερόπη, είχε όλο το πάθος και την φλόγα που έλειπε από την Αλεξάνδρα. Και μόνο ο ήχος της φωνής της, τον έκανε τρελό από πόθο. Την ήθελε κάθε στιγμή και λεπτό, αλλά η έντασή της σχέσης τους δεν περιοριζόταν στο κρεβάτι. Διαφωνούσαν σχεδόν στα πάντα. Από την μουσική που άκουγαν μέχρι τους ανθρώπους που συναναστρέφονταν .Έπαιζε συνεχώς με τα συναισθήματά του, δοκίμαζε την υπομονή και την αγάπη του και παραπονιόταν ότι την παραμελούσε όταν δεν είχε την αποκλειστική προσοχή του. Η κακία της όταν θύμωνε και η ανυπόφορη ζήλια της, τον εγκλώβιζαν σ’ ένα κλουβί, που ήθελε απεγνωσμένα να δραπετεύσει. Ήταν η φουρτουνιασμένη θάλασσα που τον έλκυε με την άγρια ομορφιά της , αλλά που η φρόνηση τον κρατούσε μακριά .
Και οι δύο είχαν κάτι που ήθελε, που συμπλήρωνε τα θέλω και τις ανάγκες του. Και οι δύο είχαν κάτι που απεχθανόταν και που δεν μπορούσε να προσπεράσει.. Και τις δύο τις έδιωξε από την ζωή του και τώρα ήταν μόνος. Τώρα περίμενε κάτι να συμβεί. Να έρθει ο πραγματικός έρωτας να τον ξεσηκώσει. Με το ένα πόδι στην γη και το άλλο στον ουρανό να περπατήσει και να έρθει κοντά του. Και να τον λυτρώσει.
Ο ήλιος είχε δύσει εδώ κα ώρα. Έσβησε προσεχτικά το τσιγάρο στο βράχο, έβαλε το αποτσίγαρο στο άδειο πακέτο μαζί με τις υπόλοιπες γόπες και επιθεώρησε το καταφύγιό του. Όταν βεβαιώθηκε πως η παρουσία του εκεί το άφησε ανέγγιχτο, άρχισε να κατηφορίζει το γνωστό μονοπάτι, που οδηγούσε στο πρώτο χωριό. Για να φτάσει στο σπίτι του, έπρεπε να περάσει από την μικρή γέφυρα, που ένωνε τα χωριά πάνω από το ποτάμι. Ήταν επικίνδυνη όταν τα νερά ήταν ανεβασμένα από τις βροχές, όπως σήμερα. Έπρεπε να βιαστεί.
Διέσχισε το μικρό χωριό κι έφτασε στην άκρη της μικρής γέφυρας. Προχώρησε προσεχτικά , κοιτώντας κάτω για να μην γλιστρήσει στα νερά , που κάλυπταν πολλά σημεία της, όταν φτάνοντας στη μέση της είδε κάτι να γυαλίζει κάτω από το φως του φεγγαριού. Γεμάτος περιέργεια έσκυψε να δει το παράξενο αντικείμενο που επέπλεε σε μια νερολακούβα. Ήταν ένα μικρό άσπρο κουτί, τυλιγμένο με κόκκινη κορδέλα.
Το κράτησε στα χέρια του. Ήταν πολύ ελαφρύ σαν να ήταν άδειο. Το κούνησε δίπλα στο αυτί του κι ένιωσε παρά άκουσε ότι υπήρχε κάτι μέσα. Έμεινε αναποφάσιστος για μια στιγμή, αλλά η περιέργεια νίκησε κι έλυσε την κόκκινη κορδέλα . Άνοιξε το κουτί με προσοχή και ξαφνιασμένος ,καθώς η πεταλούδα βγήκε πετώντας ορμητικά από μέσα , άφησε να του πέσει κάτω μαζί με την κόκκινη κάρτα , που περιείχε.
Έσκυψε για δεύτερη φορά και το σήκωσε και γύρισε προς το φεγγάρι για να διαβάσει τα χρυσά γράμματα στην κάρτα. «Σ’ ευχαριστώ που με ελευθέρωσες. Σου κάνω δώρο μία ευχή για ανταμοιβή. Πρόσεξε όμως καλά τι θα ευχηθείς, γιατί θα γίνει πραγματικότητα. Δεν θα μπορέσεις να την αλλάξεις, ούτε θα έχεις δεύτερη ευκαιρία. Η νεράιδα του ποταμού»
Ο Δημήτρης έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Δεν πίστεψε στιγμή ότι αυτό που κρατούσε στα χέρια του ήταν κάτι παραπάνω από μία φάρσα, αλλά η καρδιά του σκίρτησε. Του φάνηκε σαν κάποιος να απαντούσε την αγωνία και στην μοναξιά του κι αυτό τον γέμισε με μια περίεργη χαρά και αυτοπεποίθηση.
Έκλεισε τα μάτια και είπε «Θέλω την γυναίκα-σύζευξη των δύο γυναικών που αγάπησα, την Αλεξάνδρα και την Μερόπη σε ένα, την τέλεια γυναίκα για μένα». Ανοίγοντας τα μάτια είδε μπροστά του μια μικρή νεράιδα που τον κοιτούσε αυστηρά. «Πήγαινε σπίτι σου. Η ευχή σου έχει πραγματοποιηθεί. Να θυμάσαι πάντως , πως εγώ σε προειδοποίησα».
Ένα μήνα μετά καθόταν στην μέση της γέφυρας , με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από τα άγρια νερά του ποταμού και μια έκφραση παραίτησης στο πρόσωπο. Φώναζε για ώρα καλώντας την νεράιδα να εμφανιστεί και να πάρει πίσω το δώρο της. Αυτή εμφανίστηκε μ’ ένα βαριεστημένο ύφος στο πρόσωπό της και τον ρώτησε τι πήγε στραβά.
«Είναι τόσο τέλεια που δεν μπορώ να την αγαπήσω. Σε όλα κρίνομαι ανεπαρκής, μια που εγώ παρέμεινα άνθρωπος με αδυναμίες και ελαττώματα. Δεν αφήνει μια χαραμάδα ανοιχτή στο όνειρο, γιατί δεν αναζητά τίποτα. Στο ταξίδι της ζωής δεν είναι συνταξιδιώτισσα, είναι παρατηρητής. Και μαζί της αισθάνομαι περισσότερο μόνος.»
Η νεράιδα του απάντησε «Έχασες δυο αγάπες γιατί δεν κάθισες να πολεμήσεις για αυτές. Δεν κατάλαβες πως τις αγαπούσες για τα ελαττώματά τους, παρά για τα προτερήματα. Σκέφτηκες μόνο τον εαυτό σου και τις δικές σου ανάγκες. Θα σου δώσω μία δεύτερη ευκαιρία, αν και δεν ξέρω αν την αξίζεις. Έλα αύριο πάλι εδώ να με βρεις, αυτή την ώρα». Και λέγοντας την τελευταία φράση πέταξε μακριά.
Την επόμενη μέρα ο Δημήτρης την πέρασε κοιτώντας ανυπόμονα το ρολόι του. Την συμφωνημένη ώρα ξεκίνησε για την γέφυρα. Είδε μια άγνωστη γυναίκα να διασχίζει την γέφυρα. Την είδε από μακριά, καθώς ερχόταν από την απέναντι όχθη. Έφτασε στη μέση της γέφυρας λίγο πριν απ’ αυτόν κι έσκυψε να πάρει κάτι από το έδαφος. Έτρεξε για να βρεθεί κοντά της και αρπάζοντας το άσπρο κουτάκι με την κόκκινη κορδέλα , το πέταξε στο ποτάμι.
Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε με έκπληξη και απορία. Τα ελαφίσια μάτια της είχαν κάτι πονεμένο και σκληρό συνάμα. Ο Δημήτρης χαμογέλασε..

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

Η νεράιδα του φεγγαριού



Η Καλλιόπη έτριψε τα μάτια της και κοίταξε γύρω της νυσταγμένα. Ένιωσε πάλι το χάδι του μεταξένιου φτερού στο χέρι της κι άκουσε τα φτερουγίσματα γύρω της. Σηκώθηκε νωχελικά και κοίταξε έξω. Ένιωσε το δροσερό βραδινό αέρα του δάσους και μέσα από τα φυλλώματα των δέντρων είδε το λαμπερό φεγγάρι στον ουρανό. Κατσούφιασε και χτύπησε θυμωμένα το γυμνό πόδι της στο έδαφος.
Τελευταία μέρα σήμερα. Έπρεπε οπωσδήποτε να τον βρει. Αν δεν τα κατάφερνε θα έχανε τα φτερά της για πάντα. Θα έχανε τις μεταξένιες φίλες της και την ικανότητα να μιλάει με τα λουλούδια και τα ζώα. Μα, που είχαν πάει όλες; Πριν από λίγο ήταν σίγουρη πως ήταν εκεί. Ξαναχτύπησε ανυπόμονα το πόδι της στο έδαφος. Άκουσε τα κρυφοφτερουγίσματα πίσω από το δέντρο και χαμογέλασε πονηρά Άρχισε να χτυπάει ρυθμικά και τα δυο της πόδια και έκανε μια στροφή γελώντας. Κι ενώ χόρευε, γύρω της άρχισαν να πετάνε πολύχρωμες πεταλούδες, ακολουθώντας το ρυθμό με τα φτερουγίσματά τους.
Σταμάτησε το χορό και κράτησε τα χέρια της απλωμένα, περιμένοντας μέχρι να κάτσει κι η τελευταία πεταλούδα. Τις μάλωσε τρυφερά για την αργοπορία τους. «Ξέρετε καλά πως πλησιάζουν τα γενέθλιά μου. Σε λίγες μέρες θα έχω γίνει 280 νυχτών. Κι ο νόμος λέει πως πρέπει να έχω βρει τον Έρωτα πριν περάσουν 10 φεγγάρια από την γέννησή μου, ειδάλλως θα γίνω άνθρωπος  Σήμερα που έχει πανσέληνο είναι η πιο κατάλληλη βραδιά για να τον ψάξω. Πρέπει να με βοηθήσετε πριν να είναι αργά».
Οι πεταλούδες έτρεξαν να φτιάξουν το άρμα για την μεταφορά της. Πήραν ένα μεγάλο φύλλο και αραχνονήματα, που έδεσαν σφιχτά γύρω τους. Η νεραϊδούλα έκατσε στο φύλλο και τους έκανε νόημα να ξεκινήσουν. Πέταξαν ψηλά, πάνω από τα δάσος με το φως τους φεγγαριού να τους συντροφεύει. Η Καλλιόπη κοιτούσε συνέχεια κάτω στην γη, προσπαθώντας να διακρίνει τον εκλεκτό της καρδιάς της. Ήξερε πως θα τον αναγνώριζε όχι από την όψη του, αλλά από την ασημένια λάμψη του φεγγαριού που θα καθόταν πάνω του
Τριγυρνούσαν ώρα πολύ κι είχαν αρχίσει να κουράζονται όταν ξαφνικά είδε την ασημένια λάμψη. Έπεφτε πάνω σ’ έναν άντρα, που διέσχιζε με την μηχανή του το δάσος, ενώ ένας αετός πετούσε από πάνω του χωρίς να τον αφήνει στιγμή από τα μάτια του. Γύρισε χαρούμενη στις κουρασμένες πεταλούδες και τις παρακάλεσε να ακολουθήσουν τον άντρα , ενώ συλλογιζόταν «Ένας άνθρωπος, τι περίεργο! Αλλά το φεγγάρι δεν κάνει ποτέ λάθος! Πρέπει να προλάβω να του μιλήσω».
Έφυγαν από το δάσος και κατευθύνθηκαν προς την πόλη. Το φως του φεγγαριού άρχισε να χλομιάζει και η λάμψη των τεχνητών φώτων την ενόχλησε, αλλά δεν σταμάτησε να προτρέπει τις πεταλούδες να συνεχίσουν το κυνηγητό. Κάποτε η μηχανή σταμάτησε έξω από ένα σκοτεινό μπαρ κι ο οδηγός της μπήκε μέσα. Ο αετός κάθισε πάνω στην μηχανή κοιτώντας απειλητικά γύρω του και το άρμα της νεραϊδούλας σταμάτησε πλάι του.
Η Καλλιόπη μπήκε απαρατήρητη στο μπαρ. Είδε τον άντρα να κάθεται μόνος του στο μπαρ σκεφτικός και προσγειώθηκε δίπλα του. Άρχισε να του μιλάει για τον έρωτα και για το φεγγαροταξίδι της ψυχής, μόλις τον ανταμώσεις. Για τα αστέρια που κατεβαίνουν στη γη, όταν τον αγκαλιάσεις. Για τις μεταξένιες πεταλούδες , που πετάνε γύρω σου μόλις τον φιλήσεις. Για το ασήμι του φεγγαριού , που σε σκεπάζει την νύχτα που του δίνεσαι. «Έλα, δώσε μου το χέρι σου, να πετάξουμε παρέα» του είπε «κι όλα αυτά θα γίνουν δικά σου. Όπως κι εγώ».
Ο άντρας έστρεψε το σκοτεινό βλέμμα του προς την νεραϊδούλα και απάντησε «Δεν μου αρέσει να πετάω, αλλά να πατάω σταθερά στην γη. Δεν θέλω τον έρωτα που χαρίζεται, αλλά σ’ αυτόν που μόνος μου κερδίζω. Δεν πιστεύω στα παραμύθια, αλλά στην ζωή. Δεν ονειρεύομαι ποτέ , γι’ αυτό για μένα εσύ δεν υπάρχεις». Δεν γύρισε ξανά να την κοιτάξει όσο κι αν προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή. Απελπισμένη βγήκε έξω κι έψαξε να βρει τις φίλες της.
Δεν βρήκε ίχνος από τις πεταλούδες και το άρμα της. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να υποχωρεί και η καινούρια μέρα ετοιμαζόταν να ξεκινήσει. Τρομοκρατημένη πέταξε ψηλά και μπήκε στο πρώτο ανοιχτό παράθυρο, που βρήκε ανοιχτό. Κοίταξε το δωμάτιο γύρω της κι είδε στο κρεβάτι μπροστά της μία γυναίκα , που κοιμόταν ακόμα. Τρύπωσε στα γρήγορα κάτω από τα σεντόνια κι έκλεισε τα μάτια της.
Η εικοσάχρονη Βασιλική σηκώθηκε μόλις άκουσε το ξυπνητήρι, πράγμα που σπάνια συνέβαινε. Αν και είχε κοιμηθεί λίγες μόλις ώρες, αισθανόταν ξεκούραστη και φρέσκια και αν και σπάνιο για εκείνες τις μέρες, κεφάτη. Ετοιμάστηκε στα γρήγορα για να πάει στην σχολή, νιώθοντας ανάλαφρη , σαν να πετούσε. Ευχήθηκε μέσα της να κρατούσε η μαγεία και βγήκε κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Κατέβηκε από το λεωφορείο και πριν να κάνει δυο βήματα , τον είδε μπροστά της. Ο Μάρκος καθόταν πάνω στην μηχανή του και μιλούσε στο κινητό. Ποτέ δεν είχε βρει το θάρρος να του μιλήσει ή να τον πλησιάσει με οποιονδήποτε τρόπο, αν και συχνά βρισκόταν στον ίδιο χώρο. Ένιωθε τα γόνατά της να κόβονται κάθε φορά που τον συναντούσε κι το στόμα της ανοιγόκλεισε σαν ψαριού χωρίς να κατορθώσει να πει κουβέντα.
«Καλημέρα, Μάρκο. Τι κάνεις;». Ο ήχος της φωνής της ξάφνιασε και την ίδια. Θέλησε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, έστρεψε το κεφάλι της από την άλλη για να κρύψει το κοκκίνισμά της, αλλά ο Μάρκος γύρισε και της χαμογέλασε. Έκλεισε το κινητό και της απάντησε «Καλημέρα, Βασιλική. Τι θα έλεγες για ένα καφεδάκι;». Πριν προλάβει να συνέλθει από το ξάφνιασμα κι απαντήσει ένιωσε δίπλα της ένα φτερούγισμα κι αναπήδησε ξαφνιασμένη. Μια πολύχρωμη πεταλούδα έκατσε στον ώμο της, κι ύστερα ακόμα μία, κι άκουγε γύρω της συνέχεια φτερουγίσματα.
Ο Μάρκος άπλωσε το χέρι του κι έπιασε την μία πεταλούδα από τα φτερά. Την κράτησε σφιχτά σαν να την τιμωρούσε , ενώ της έλεγε πως δεν έχει τίποτα να φοβάται. Βρέθηκε κοντά του χωρίς να το καταλάβει. Τον κοίταξε θυμωμένη και του χτύπησε το χέρι δυνατά. «Είσαι άξεστος και αναίτια σκληρός. Της έσπασες τα φτερά. Δεν θα μπορέσει να ξαναπετάξει. Θα μείνει καρφωμένη στην γη μέχρι να ξεψυχήσει. Το ίδιο εύχομαι και για σένα».
Κι ενώ το χαμόγελο διαδέχτηκαν τα σφιγμένα χείλη κι η σκοτεινή ματιά του Μάρκου, πρόσεξε τον αετό που καθόταν στην μηχανή του σαν συνοδηγός. Την κοίταξε κι αυτός και πέταξε ψηλά σκεπάζοντας για μια στιγμή τον ήλιο. Η Βασιλική άκουσε μια ψιλή φωνούλα , δίπλα στο δεξί της αυτί, που είπε «Μα τι χαζή που ήμουν! Φυσικά και είναι ο αετός!» κι είδε πως στον δεξί της ώμο καθόταν αντί για πεταλούδα, μία μικρή νεράιδα.
Η Καλλιόπη πανευτυχής άπλωσε τα φτερά της και άρχισε να πετάει ψηλά. Ο αετός την περίμενε κάνοντας κύκλους γύρω από την Βασιλική, ώστε να είναι συνέχεια στην σκιά του. Όταν έφτασε κοντά του, τον αγκάλιασε κι άρχισε να του μιλάει . Σύντομα τους έχασαν από τα μάτια τους.
Όταν ο Μάρκος γύρισε να κοιτάξει την Βασιλική, είδε πως έφευγε με βήμα αργό και μια αυτοπεποίθηση, που δεν είχε λίγη ώρα πριν. Δεν μίλησαν ποτέ όσες φορές τυχαία συναντηθήκαν . Ο αετός δεν ξαναγύρισε. Ούτε κι η Καλλιόπη, που δεν είχε δει ποτέ του…


Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Ο λύκος και η νεράιδα της λίμνης



Ένα χειμωνιάτικο βράδυ. σε μια λίμνη σκαρφαλωμένη στα βουνά, έφτασε ένας λύκος οδηγημένος από την πείνα και τους περίεργους θορύβους που άκουγε. Αν και λύκος ήταν μοναχικός. Του άρεσε από καιρό σε καιρό να εγκαταλείπει την αγέλη του και να γυρίζει στα βουνά μονάχος , να ανακαλύπτει ομορφιές και να γνωρίζει νέους τόπους.
Είχε ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το φεγγάρι ολόγιομο, καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης, φωτίζοντας και την γύρω της περιοχή. Τα αστέρια,  χλωμά μπροστά στην λάμψη του φεγγαριού, αντανακλούσαν το φως τους σαν παιχνίδισμα στην επιφάνεια του νερού και το έσπαζαν σε χιλιάδες κομμάτια, όπου υπήρχε κίνηση. Στην αρχή ο λύκος νόμιζε πως το παιχνίδισμα ήταν που του τράβηξε την προσοχή, κοιτώντας όμως καλύτερα, διέκρινε μικρές σκιές ανάμεσα στις καλαμιές, ενώ στα αυτιά του έφτασε ο ήχος από πνιχτά γέλια.
Περίεργος και επιφυλακτικός πλησίασε προσεκτικά για να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Και τότε τις είδε. Νεαρές νεράιδες του γλυκού νερού με ξέπλεκα τα μακριά τους μαλλιά, μαζεμένες σε κύκλο και με τα χέρια πλεγμένα, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν ντυμένες με φύλλα και πέταλα λουλουδιών και δέντρων κι έτσι όπως στροβιλιζόταν θύμιζαν πολύχρωμο μπουκέτο, που ο αέρας έφερνε στην ευαίσθητη μύτη του, το γλυκό και μεθυστικό άρωμά τους. Έμεινε ακίνητος, μαγεμένος από το θέαμα και περίεργος να δει τι θα γίνει στην συνέχεια.
Οι νεραϊδούλες λύνοντας τον κύκλο, άφησαν άτακτα τα λουλουδένια φορέματά τους στις καλαμιές και η μία μετά την άλλη βούτηξαν στα κρύα νερά της λίμνης. Έμεινε να τις κοιτάζει καθώς ξεμάκραιναν, με τα ξανθά, κόκκινα και καστανά μαλλιά τους να επιπλέουν γύρω τους σαν φύκια, ενώ το σεληνόφως ασήμιζε τα φτερά τους. Αυτές κολυμπούσαν βιαστικά, κυνηγώντας η καθεμία , το αντικαθρέφτισμα από ένα διαφορετικό αστέρι και φτάνοντας στο κέντρο του, εξαφανιζόταν από την επιφάνεια του νερού.
Τότε άκουσε το κλάμα. Γύρισε ξαφνιασμένος ψάχνοντας την πηγή του. Στην όχθη της λίμνης, δίπλα στο σωρό με τα λουλουδένια φορέματα, ήταν μια νεράιδα, που έκλαιγε με λυγμούς . Την παρατήρησε και πρόσεξε πως ήταν διαφορετική από τις άλλες. Ήταν ψηλή και μεγαλύτερη στην ηλικία από τις υπόλοιπες, τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν την νύχτα, τα φτερά της ήταν μικρά και το φόρεμά της ήταν φτιαγμένο από τσουκνιδόφυλλα.
Προσπαθώντας να μην τρομάξει , πλησίασε αργά και σταθερά προς το μέρος της. Η νεράιδα νιώθοντας την παρουσία του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε ίσια στα μάτια χωρίς ίχνος φόβου. Κοιτάζοντας τα μαύρα μάτια της , που έλαμπαν ακόμα από τα δάκρυα, την ρώτησε με απαλή φωνή τι της συμβαίνει και γιατί δεν ακολούθησε τις υπόλοιπες.
Αυτή προχώρησε και κάθισε στην άκρη της λίμνης βουτώντας τα ξυπόλυτα πόδια της στο νερό. Χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει τον κάλεσε να κάτσει δίπλα της. Κοιτώντας προς το φεγγάρι άρχισε να διηγείται με φωνή μονότονη και κουρασμένη πως έχασε το δικαίωμα , που έχουν όλες οι νεράιδες του γλυκού νερού, να ανανεώνεται κάθε πανσέληνο και να μένει άφθαρτη, γιατί επέτρεψε σ’ έναν άνθρωπο να την δει γυμνή, χωρίς να του πάρει ούτε την μιλιά, ούτε την καρδιά , όπως ήταν γραμμένο στους κανόνες των ξωτικών, εδώ και αιώνες.
Ο λύκος την κοίταξε δείχνοντας τα δόντια του, που έλαμψαν και της είπε πως όλες οι αγέλες θέλουν υποτακτικούς και πάντα τους απειλούν με τον χαμένο παράδεισο. «Θέλει δύναμη και παρρησία για να μην συμφωνείς με αυτό που λέει ο αρχηγός, όποιος κι αν είναι αυτός, και να προχωρήσεις μόνος σου. Έχεις τσαγανό, μικρή μου κι αυτό πρέπει οι άλλοι να μάθουν να το υπολογίζουν και να το φοβούνται. Κι όσοι δεν το φοβούνται να το σέβονται».
Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή και βάλανε τα γέλια. Γελούσαν για ώρα πολύ κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Ενώ το πρώτο φως της αυγής έβαφε τον ουρανό, ο λύκος την ρώτησε για το περίεργο φόρεμά της. Η νεράιδα του είπε πως το φως του ήλιου θα κάψει τα φτερά της κι ότι δεν μπορεί να μείνει άλλο. Του ζήτησε να έρθει το επόμενο βράδυ για να του πει την υπόλοιπη ιστορία κι ανοίγοντας τα φτερά της, πέταξε γρήγορα μακριά.
Η μέρα πέρασε αργά και για τους δύο. Η ελπίδα πως θα νικήσουν την μοναξιά φώλιασε στην καρδιά τους και περίμεναν με αδημονία να δύσει ο ήλιος για να βρεθούν ξανά. Μόλις σουρούπωσε ο λύκος κίνησε για την λίμνη. Πήγαινε αργά προσπαθώντας να μην δείξει την ανυπομονησία του. Η καχύποπτη φύση του τον έκανε να σκέφτεται πως η νεράιδα παίζει κάποιο παιχνίδι και προσπαθούσε να σκεφτεί πως θα αμυνθεί αν τελικά είναι κάποιο κόλπο.
Την βρήκε να κάθεται στο ίδιο σημείο, που είχαν αποχαιρετιστεί το πρωί. Του χαμογέλασε και τα μάτια της έλαμψαν στο σκοτάδι. Τον χάιδεψε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της προσπαθώντας να κλέψει λίγη από την ζεστασιά του. Ο λύκος έμεινε ακίνητος . Γύρισε το κεφάλι και την δάγκωσε απαλά ζητώντας της να συνεχίσει την ιστορία.
Του είπε πως οι νεράιδες φτιάχνουν φορέματα με τα λουλούδια και τα φυτά, που ανθίζουν μέσα τους. Ο άνθρωπος , που επέτρεψε να την δει γυμνή, της ζήτησε ένα δώρο. Κι αυτή μην έχοντας τίποτα άλλο να του δώσει, έβγαλε το φόρεμα με τα ροδοπέταλα που φορούσε και του το έδωσε. Αυτός ,ενώ πρόθυμα το δέχτηκε, έφυγε και δεν γύρισε πίσω ποτέ πια. Κι αυτή, το μόνο που βρήκε ψάχνοντας στην καρδιά της για να καλύψει την γύμνια της , ήταν τα τσουκνιδόφυλλα. Αυτό το νέο φόρεμα δεν μπόρεσε να το βγάλει από πάνω της ,όσο κι αν την πονούσε, γιατί είχε κολλήσει στο δέρμα της και ο κήπος της καρδιάς της σταμάτησε να ανθίζει.
Ο λύκος έμεινε σιωπηλός για λίγο. Της είπε πως θα την βοηθήσει να βγάλει το φόρεμα με τις τσουκνίδες κι άρχισε να τραβάει με τα δόντια του ένα-ένα τα κολλημένα φύλλα. Η γλώσσα του γέμισε φουσκάλες, που τον έτσουζαν και τον πονούσαν, αλλά αυτός συνέχισε να τραβάει αποκαλύπτοντας σταδιακά το γυμνό κορμί της. Η νεράιδα δεν διαμαρτυρήθηκε, όταν ένιωσε τα δόντια του στην σάρκα της. Ήξερε πως το έκανε για το καλό της. Αλλά δεν παρέλειψε να του χτυπήσει ανάλαφρα την μουσούδα, ώστε να είναι σίγουρη πως δεν θα ξεχαστεί.
Το ίδιο συνεχίστηκε πολλά βράδια. Κι όσο το κορμί της νεράιδας απελευθερωνόταν από τα πράσινα δεσμά του, τόσο περισσότερο ο λύκος έμενε σιωπηλός. Σταμάτησε να του χτυπάει την μουσούδα και να παίζει μαζί του. Κοιτούσε την εικόνα της στον καθρέφτισμα της λίμνης και την σύγκρινε με αυτήν που έβλεπε στα μάτια του λύκου. Χαμήλωνε αμέσως το βλέμμα κι άρχιζε να του λέει ιστορίες, χωρίς να είναι βέβαιη πια αν την ακούει και μην τολμώντας να τον διακόψει, βλέποντας τον πόνο που του προκαλούσε.
Ένα ανοιξιάτικο βράδυ, τα τσουκνιδόφυλλα τελείωσαν όλα. Η νεράιδα, γυμνή, αλλά χαρούμενη, κοίταξε τον λύκο, τον αγκάλιασε και του είπε να ζητήσει ό,τι θέλει για αμοιβή κι αυτή θα του το έδινε χωρίς σκέψη. Αυτός κοιτώντας την με μάτια αγριεμένα απάντησε πως δεν θέλει τίποτα από αυτήν. Κι ότι ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούνε. Αυτή συγκρατώντας τα δάκρυα της του ζήτησε να έρθει για ακόμα ένα βράδυ. «Θέλω να δεις το νέο μου φόρεμα» του είπε «και να με δεις επιτέλους να χορεύω».
Την άλλη μέρα είχε πανσέληνο, όπως τότε που πρωτογνωριστήκαν. Ο λύκος πήγε στο γνωστό μέρος, αλλά δεν την είδε. Παραξενεμένος κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τα ίχνη της. Κοιτώντας προς τις καλαμιές, την είδε. Φορώντας ένα κατακόκκινο φόρεμα, φτιαγμένο από χιλιάδες πέταλα παπαρούνων, τον περίμενε κοιτώντας τον μετά από καιρό κατάματα.
Άρχισε να χορεύει κι ενώ στροβιλιζόταν γύρω τόσο γρήγορα ,που φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα, την άκουσε για πρώτη φορά να τραγουδάει. Μαγεμένος κάθισε για να παρακολουθήσει αυτήν την παράσταση την ειδικά αφιερωμένη σε εκείνον. Κι ενώ ένα χαμόγελο έσκασε μετά από καιρό στα χείλη του, ένιωσε να πέφτει επάνω του ένα υγρό φύλλο.
Την είδε να βγάζει από πάνω της τα κόκκινα πέταλα και να τα πετάει προς το μέρος του χωρίς να σταματάει να χορεύει και να τραγουδάει.
«Για σένα αγάπη μου, κι ας μην τα ζήτησες ποτέ.
Για σένα αγάπη μου, κι ας μην κρατήσεις ούτε ένα.
Για σένα αγάπη μου, κι ας με ξεχάσεις αύριο».
Κι όσο ο σωρός μεγάλωνε κι το σώμα της γυμνωνόταν, άρχισε να βλέπει πως από κάτω είχε άλλα φύλλα, κατακόκκινα κι αυτά. Του πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει πως ήταν τσουκνιδόφυλλα , ποτισμένα στο αίμα.
Ο λύκος δίστασε για μια στιγμή. Και μετά πήδηξε επάνω της να την σταματήσει. Την έριξε κάτω, πάνω στον κόκκινο σωρό και προσπάθησε να την ακινητοποιήσει με τα πόδια και τα δόντια του. Κι ενώ ο ήλιος έστελνε τις πρώτες ακτίνες του στη γη , έμεινε λαχανιασμένος να την κοιτάει.
Τα φτερά της νεράιδας κάηκαν στην στιγμή αφήνοντας στο έδαφος ένα σημάδι σαν πρωινή πάχνη. Οι πληγές στο κορμί της έκλεισαν. Κι ενώ οι ματιές τους αντάμωναν ξανά , το σώμα της τυλίχτηκε με άσπρα ροδοπέταλα. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και ένιωσε την ανάσα του να της χαϊδεύει το πρόσωπο, πριν ακουμπήσει το κεφάλι του στον μυρωμένο της λαιμό.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Κάποιοι παρατηρητές παρακολουθώντας έναν μοναχικό λύκο, οδηγήθηκαν σε μια απομονωνόμενη λίμνη. Τον είδαν να πηγαίνει στις καλαμιές και τον ακολούθησαν. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα στρώμα από παπαρούνες κι έτσι όπως γύρισε να τους κοιτάξει, είδαν πως στο στέρνο του είχε ένα περίεργο άσπρο σημάδι, που θύμιζε τριαντάφυλλο…