Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Το φιλί του Ποσειδώνα



Δε θυμάμαι πώς ξεκίνησα να ασχολούμαι με την ιστιοπλοΐα... Πάνε πολλά χρόνια. Δε θα ξεχάσω όμως πώς ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη θάλασσα!
Νησιώτικο αίμα που κυλάει στις φλέβες, από νωρίς άρχισε να μιλάει στην ψυχή μου. Η περηφάνια του πατέρα μου και το καμάρι να φουσκώνει: "Το παιδί μου, πρώτα μπουσούλησε και μπήκε στη θάλασσα, και μετά περπάτησε!" Θυμάμαι σα να ήταν χθες, τα λόγια του: "Τη θάλασσα δε θέλει να τη φοβάσαι, μα να τη σέβεσαι!" και με γνώμονα αυτά, πορεύομαι.
Στα σκάφη έμπαινα από μωρό, αλλά το μηχανοκίνητο, δεν έχει γοητεία. Δε νιώθεις το μεγαλείο της φύσης. Ήρθε λοιπόν ο καιρός, να δοκιμάσω την τύχη μου με τα πανιά. Παιδί ήμουν, αλλά δεν θα ξεχάσω πώς ένιωσα την πρώτη φορά που μπήκα να κάνω ιστιοπλοΐα! Δεν ήξερα καν τις πλεύσεις, μήτε τους αέρηδες, αλλά όταν μπήκα στο μικρό σκαφάκι -ακόμα και σαν έρμα- αισθάνθηκα ελεύθερη! Κυλούσα απαλά στο χάδι του αφρού, ενώ ο αγέρας χάιδευε τα μάγουλά μου. Στο διάβα μου, μόνο το γαλάζιο της θάλασσας και το φως του ουρανού -κανένας να μη με κυβερνάει!
Το πρώτο μου σκάφος ήταν ένα optimist. Λίγο παραπάνω από 2 μέτρα στο μήκος, με ένα ημιολικό πανί. Ξύλινο σκαρί, αλαφρύ και γρήγορο σαν τους γλάρους.Μου τό 'χε κάνει δώρο ο πατέρας μου όταν ήμουν 10 χρονών. Δίψα για να μάθω και να γυρίσω τον κόσμο, μέσα στον μικρόκοσμό μου.... Σιρόκο το βάφτισα, σαν το νοτιοανατολικό άνεμο.
Τα χρόνια περνούσαν μέχρι που μεγάλωσα! Ίσαμε 5 χρόνια παιδευόμουν, για να αποκτήσω τη ναυτοσύνη και νόμιζα ότι το είχα κατορθώσει! Σαν πόσα πράγματα περνούν από το μυαλό μας, όταν είμαστε παιδιά! Έχω πολλές αναμνήσεις από τον Σιρόκο! Αγαπούσα το σκάφος σα ζωντανή ψυχή! Το πρόσεχα, το συντηρούσα, το βελτίωνα! Ο πατέρας μου, χαιρόταν με τη χαρά μου ενώ στα μάτια του παιχνίδιζε το καμάρι! "Θαλασσόσκυλο το κορίτσι μου! Σαν τον πατέρα της!" καυχιόταν! Και ποτέ, ποτέ, δεν ξέχασα τα λόγια του: να σέβομαι τη θάλασσα.
Μα μια φορά το λησμόνησα. Η ψυχή του παιδιού μπουρινιάζει γρήγορα και σηκώνει καιρό και αντάρα! Δε θυμάμαι τι με φόρτωσε, μα ήθελα να φύγω - να πάω στη θάλασσα που μόνο αυτή με καταλαβαίνει. Καλοκαίρι και απομεσήμερο, οι μεγάλοι να κοιμούνται κι εγώ να κυλάω το τρέιλερ με το σκαρί μου στην παραλία. Αρμάτωσα γρήγορα το σκάφος, με την ταχύτητα και την εμπειρία που μου έδιναν τα χρόνια που ασχολιόμουν.
Ήμουν, δεν ήμουν 13 χρονών και είχα το Σιρόκο 3 χρόνια σύντροφο! Ήξερα τις "παραξενιές" του και στο διάβα, μ' έμαθε κι ετούτος! Έβαλα το άλμπουρο, έδεσα τις σκότες, τριμάρισα το πανί μου. Με γρήγορες και θυμωμένες κινήσεις, πέταξα μέσα το πηδάλιο και την καρίνα. Έβαλα το τρέιλερ στη θάλασσα και μαλακά, σα να ακουμπούσα ένα μωρό, έσπρωξα το σκαρί μου.
Ασφάλισα το τρέιλερ και με γρήγορες κινήσεις μπήκα στη θάλασσα, σπρώχνοντας το Σορόκο μακριά από τους ανθρώπους, που με είχαν τσαταλώσει! Άμε στο καλό και στην ευχή του Άι Νικόλα! Πήδηξα μέσα στο σκάφος κι έβαλα την καρίνα και το πηδάλιο με γοργές κινήσεις. Περισσότερο από συνήθεια, κοίταξα τον αγέρα μου και μετά τον καιρό. Φόρτωνε ο αγέρας, υποκλινόταν η θάλασσα. Ήξερα ότι θα "φρεσκάρει" κι άλλο, μα δε μ' ένοιαζε! Ήξερα ότι η θέση μου ήταν κοντά στον Ποσειδώνα.
Άδραξα το πανί μου και φερμάρησα να πάρω καλά τα όρτσα. Το σκαρί ανταποκρίθηκε γρήγορα, λες και ήταν ζωντανό. Πήγαινα πολύ ώρα έτσι, με τη πλώρη μου να σκίζει τα νερά και το πανί μου να τσιτώνει! Σούζα πήγαινε το σκάφος κι εγώ καβάλα στη σοφράνο. Ο χρόνος έπαψε να υπάρχει κι εγώ ξανοιγόμουν μέχρι που μαύρισε ο ορίζοντας.
Οι σβιλιάδες τράνταζαν βίαια το πανί μου, σα θυμωμένα παιδιά που δεν τα παίζει κανένας.Ηρέμησα, άφησα μπόσκα τον εαυτό μου και κατάλαβα ότι ήρθε η ώρα να γυρίσω. Άλλωστε, το καλό με τη θάλασσα είναι ότι δεν στεναχωριέται όταν φεύγεις, γιατί ξέρει ότι κοντά της θα 'ρθεις πάλι!
Αγαντάρησα λίγο το πανί μου, μέχρι να στρώσει ο αέρας, γιατί με τις σβιλάδες ήταν ζόρικα. Η στιγμή ήταν δύσκολη και τώρα που είχα ξεθολώσει, ήξερα ότι ο καιρός ήταν επικίνδυνος. Να πάω για όρτσα ή για μπότζα α λα μπάντα; Στα όρτσα, με τόσες σβιλιάδες και δυνατό αέρα, αν την έχανα, θα με πέταγε πολύ μακριά από την πορεία μου.
Είπα να ποδίσω μέχρι τα πρύμα κι από κεί, ενώ θα κατευθύνομαι προς τα έξω να κάνω τα κουμάντα μου. Και πόδισα το διάκι μου..Μα την αλήθεια, είχα πάει πολύ μακριά! Την στεριά την έβλεπα σα μια λωρίδα πάνω σε ζωγραφιά, ενώ μήτε σπίτια, μήτε δέντρα μπορούσα να διακρίνω. Το μόνο που θωρούσα ήταν ο ουρανός που όλο μαύριζε και φόρτωνε με σύννεφα. Προετοιμάστηκα για μπουρίνι, αλλά με την απειρία μου, νόμιζα ότι με έπαιρνε λίγο ακόμα να καβατζάρω...
Όμως η μαλένια δεν άργησε να φανεί. Γύρισα να κοιτάξω πίσω μου γιατί νόμιζα ότι άκουσα τράτα να περνάει, όταν το πανί μου γύρισε με τον αέρα ούρια και πήρα μπότζα α λα μπάντα! Με τέτοια δύναμη έφυγε η μάτσα από το πράσινα, που την έφαγα στο πρόσωπο και μέχρι να αντιδράσω, ο Σιρόκος είχε μπατάρει τα πάνω κάτω....
Δεν θυμάμαι με τι δυνάμεις κρατιόμουν πάνω από το σκαρί, ούτε πόσες προσπάθειες είχα κάνει να γυρίσω το σκάφος. Θυμάμαι όμως που ένιωθα τα δάχτυλά μου να μη με βαστάνε και ζαλισμένη από το χτύπημα, σιγά-σιγά να φουντάρω....
Ο κόσμος γύρω μαύρισε κι έχασα τον προσανατολισμό μου. Σαν σε όνειρο άκουγα τα κύματα που χτυπούσαν πάνω στο αναποδογυρισμένο μου σκάφος μ’ αυτόν τον μοναδικό τρόπο που ακούς τα πάντα κάτω από το νερό. Προσπάθησα να κουνήσω τα χέρια μου, αλλά ανακάλυψα πως το πρώτο μούδιασμα από το χτύπημα εξαπλωνόταν σ’ όλο μου το κορμί.
Ένιωσα το αίμα να χτυπά στο κεφάλι μου καθώς η ανάσα μου τελείωνε. Προσπάθησα να αντισταθώ, αλλά το στόμα μου άνοιξε σε μια απελπισμένη προσπάθεια του κορμιού να βρει οξυγόνο. Το νερό μπήκε μέσα μου βίαια.
Την επόμενη στιγμή ένιωσα κάτι να με τραβάει δυνατά προς τα επάνω. Γλιστρούσα στο νερό σαν να είχα μπει σ’ ένα τούνελ με υγρά τοιχώματα, που πίεζαν λυτρωτικά το κορμί μου . Δοκίμασα να ανοίξω τα μάτια μου και τότε έχασα τις αισθήσεις μου.
Άκουσα μια μέλισσα που βούιζε πάνω από το κεφάλι μου. Ο ήλιος ζέσταινε το κορμί μου . Το κεφάλι μου έκαιγε και το στομάχι μου ήταν άνω κάτω. Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου, που τσούζανε και κοίταξα γύρω μου. Σήκωσα το χέρι αντανακλαστικά για να κάνω αντήλιο και κόκκοι άμμου έπεσαν στα μάτια μου.
Ήμουν ξαπλωμένη σε μια ερημική παραλία. Η θάλασσα ήταν λάδι. Το Optimist ήταν τραβηγμένο στην ακροθαλασσιά λίγα μέτρα πιο μακριά από μένα. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι άρχισα να βήχω και να ξερνάω θαλασσινό νερό και τα υπολείμματα του πρωινού μου.
Ένα δροσερό χέρι ακούμπησε στο μέτωπό μου, ενώ ένα άλλο σπλαχνικό τραβούσε τα μαλλιά από το πρόσωπό μου. Γύρισα και είδα μπροστά μου έναν νεαρό άντρα. Ήταν ψηλός και εύρωστος και τα γαλαζοπράσινα μάτια του έλαμψαν καθώς μου χαμογελούσε.
Μου έδωσε το χέρι του και με βοήθησε να σηκωθώ. Σκούπισα ντροπαλά το λερωμένο μου στόμα κι ετοιμάστηκα να τον ρωτήσω αν είναι αυτός που με τράβηξε έξω, όταν είδα τα μάτια του να αστράφτουν και να γίνονται γκρίζα κι ένιωσα με κατάπληξη το χέρι να πέφτει με δύναμη στο πρόσωπό μου.
«Αυτό για να προσέχεις άλλη φορά» μου είπε με δυνατή θυμωμένη φωνή. Κι ενώ εγώ τον κοίταζα με το στόμα ανοιχτό, μην μπορώντας καν να αντιδράσω , είδα και πάλι τα μάτια του να αλλάζουν χρώμα και να γίνονται πράσινα. Έσκυψε και τα χείλη του ακούμπησαν απαλά στο μέτωπο, εκεί που ένιωθα έντονα τον πόνο και το τσούξιμο από το χτύπημα.
«Κι αυτό για να θυμάσαι» μου είπε με απαλή φωνή. Τον κοίταξα αμίλητη νιώθοντας έντονα την διάθεση να βάλω τα κλάματα και να χωθώ στην αγκαλιά του. Κάνοντας το πρώτο βήμα προς το μέρος του, τα πόδια μου λύγισαν και για δεύτερη φορά στην ίδια μέρα, τυλίχτηκα στο σκοτάδι.
Άκουσα φασαρία , φωνές και κάποιος με πήρε αγκαλιά. Κοιτώντας γύρω μου , ζαλισμένη ακόμα, είδα κόσμο γύρω μου , ενώ ο άγνωστος που με κρατούσε αγκαλιά , ρωτούσε το όνομα μου, αν ξέρω πως βρέθηκα εκεί κι άλλα πολλά, που έφταναν στα αυτιά μου σαν βουητό μαζί με το κύμα της θάλασσας.
Σύντομα βρέθηκα στο νοσοκομείο. Οι γονείς μου ήρθαν να με πάρουν λίγη ώρα αργότερα. Μου εξήγησαν πως με βρήκαν λιπόθυμη στην ερημική παραλία, μίλια μακριά από το λιμανάκι που ξεκίνησα. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως κατάφερα να βγω και να σύρω και το σκάφος έξω κι όταν τους ανέφερα τον άγνωστο άντρα, με κοίταξαν με έκπληξη και μου απάντησαν πως δεν υπήρχε κανείς άλλος εκεί, όταν με βρήκανε.
Γυρίζοντας στο σπίτι ακολούθησα την συμβουλή των γονιών μου να πέσω αμέσως στο κρεβάτι, γιατί αισθανόμουν ακόμα πολύ αδύναμη και μπερδεμένη, ενώ το κεφάλι μου με πονούσε απίστευτα. Έκανα ανήσυχο ύπνο και ξυπνούσα λουσμένη στον ιδρώτα και εικόνες από πτώματα στον βυθό της θάλασσας.
Την άλλη μέρα το πρωί μπήκα στο μπάνιο να πλυθώ, πριν εμφανιστώ στους γονείς μου που θα περίμεναν να τους δώσω τις εξηγήσεις που τους χρωστούσα από την προηγούμενη μέρα. Έπλυνα το πρόσωπο μου κι έμεινα να κοιτάζω το σημάδι στο μέτωπό μου για ώρα.
Εκεί, στο μέτωπο, στο σημείο που με είχαν ράψει και στο σημείο που με φίλησε ο άγνωστος άντρας, έβλεπε κανείς ξεκάθαρα μια μικρή μαύρη τρίαινα..

4 σχόλια:

  1. "...Άλλωστε, το καλό με τη θάλασσα είναι ότι δεν στεναχωριέται όταν φεύγεις, γιατί ξέρει ότι κοντά της θα 'ρθεις πάλι!..."
    Δύσκολα βρίσκεις άνθρωπο που δεν αγαπάει τη θάλασσα...
    ...κι εμένα μπορεί να με φοβίζει αλλά, την αγαπώ.
    Πολύ όμορφη η ιστορία σου...και όπως πάντα, το τέλος που δεν ήταν καθόλου αναμενόμενο, με γέμισε με μιά γλυκιά συγκίνηση.
    ~Φαίη~

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπημένη μου Φαίη,
    Σ' ευχαριστώ για πολλοστή φορά ,που τρέχεις να διαβάσεις τις ιστοριούλες μου και να με στηρίξεις..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. πολυ ομορφη ιστορια αλλα παλι τα εκανες
    θαλασσα... παντως την γλυτωσες
    την τελευταια στιγμη οπως παντα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλέ μου λύκε,
    στα παραμύθια μου πάντα υπάρχει ένας από μηχανής (ή από θάλασσας!) θεός να με σώσει...και στην αληθινή ζωή κάποιο παραμύθι..

    ΑπάντησηΔιαγραφή