Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Η μικρή γοργόνα






Η μικρή γοργόνα , η μικρότερη και η πιο αγαπημένη κόρη του βασιλιά των θαλασσών, ζούσε ευτυχισμένη στα βάθη των θαλασσών πλέκοντας με φύκια τα μαλλιά της, παίζοντας από το πρωί ως το βράδυ, περιτριγυρισμένη από τους αγαπημένους της και προστατευμένη από τους φίλους της τα δελφίνια .
Είχε όμως πάντα μέσα της ,κρυμμένη βαθιά, την περιέργεια να μάθει περισσότερα, ήθελε να γνωρίσει πως είναι ο κόσμος έξω από τον βυθό, να δει με τα μάτια της πως είναι αυτά τα δίποδα όντα που δεν έχουν ουρά και δεν ξέρουν να ξεκουράζονται στην αγκαλιά των κυμάτων.
Και μια ωραία φθινοπωρινή μέρα, ενώ ξέπλεκε βαριεστημένα τα μαύρα της μαλλιά, είδε από μακριά ένα καράβι και ακούγοντας δυνατές φωνές πλησίασε κοντά. Άπλωσε τα χέρια , ανασήκωσε το κορμί για να κοιτάξει από πού ερχόταν ο θόρυβος
Το πρώτο που αντίκρισε μπροστά της ήταν δυο θαλασσιά μάτια να την κοιτάζουν με περιέργεια και την ίδια στιγμή ανακάλυψε το μήλο του βυθού της. Ήταν ένα από εκείνα τα δίποδα όντα που πάντα ονειρευόταν να γνωρίσει
Και βλέποντάς τον εκεί , ανάμεσα στους δύο κόσμους , τον δικό της και τον δικό του, αποφάσισε να τον ακολουθήσει και να ζήσει το όνειρο που υποσχόταν τα φωτεινά του μάτια και τα γελαστά του χείλη.
Όσο κι αν όλοι προσπαθούσαν να την συγκρατήσουν, δεν άκουγε κανέναν. Όσο κι αν όλοι της εξηγούσαν ότι δεν μπορούσε να ακολουθήσει αυτόν τον ξένο,η ανυπότακτη καρδιά της, της έλεγε ότι θα είναι η μόνη της ευκαιρία να κυνηγήσει το όνειρο και να το κάνει δικό της.
Θυσίασε λοιπόν την γυαλιστερή ουρά της , που ήταν τόσο περήφανη μέχρι χθες γι’ αυτήν, την αντάλλαξε για δύο ανθρώπινα πόδια, δίνοντας την φωνή της ενέχυρο.
Προσπάθησε να αλλάξει την φύση της για να ταιριάξει στην δική του , αλλά όπως όλα τα ψάρια έξω από νερό , έχασε όλα τα πλεονεκτήματα που είχε όταν στο δικό της περιβάλλον. Περπατούσε άκομψα γιατί είχε μάθει μόνο να κολυμπάει. Ντυνόταν περίεργα γιατί είχε μάθει να φοράει μόνο την ουρά της. Τα μαλλιά της τυλιγμένα με τα φύκια ήταν αστεία για τους άλλους. Και δεν είχε πλέον και λαλιά για να μπορέσει να επικοινωνήσει.
Έξω από τη θάλασσα , μακριά από τους δικούς της και χωρίς την γλυκιά της φωνή, έχασε όλα όσα την χαρακτήριζαν και για τα οποία την είχαν κατά καιρούς αγαπήσει. Ο πρίγκιπας την κοιτούσε όλο και λιγότερο. Της χαμογελούσε πλέον ελάχιστα και το ένιωθε πως πλέον τον ενοχλούσε με την παράταιρη παρουσία της.
Ήξερε πως πλέον δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω- είχε χάσει όλα όσα της επέτρεπαν να επιβιώνει στον κόσμο του βυθού. Ήξερε πως δεν θα μπορούσε να προσαρμοστεί και σε αυτόν τον εχθρικό και αφιλόξενο κόσμο, τόσο ξένο χωρίς την παρουσία του.
Κάθισε στην άκρη της θάλασσας κι άρχισε να κλαίει κι όπως έκλαιγε η μορφή της άρχισε να ξεθωριάζει και να ασπρίζει. Ένα μεγάλο κύμα την σήκωσε ψηλά μαζί του κι αυτή αφέθηκε με ανακούφιση . Ένιωσε ζαλίζεται την ώρα που έπεφτε , άσπρος αφρός , στα βράχια..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου