Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Το είδωλο ενός ερωτικού ονείρου


«Ακόμα να σηκωθείς; Πέρασε η ώρα». Η φωνή διέσχισε τα πέπλα της συνείδησης κι έφτασε στ’ αυτιά μου , αποσπώντας με βίαια από την αγκαλιά του Μορφέα. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα με απορία. Ανακάθισα στο κρεβάτι με κόπο νιώθοντας τρομερά κουρασμένη. 
Σηκώθηκα μονολογώντας πηγαίνοντας με σερνάμενα βήματα προς το μπάνιο «Η συμφιλίωση με τα όνειρα είναι εφικτή για αυτούς που τα αποδέχονται ως ανάπαυλα, ως ανάσα ενάντια στην καθημερινότητα. Για αυτούς που δεν αποδέχονται ή δεν θέλουν να αποδεχτούν την πραγματικότητα είναι μια πληγή που αιμορραγεί μόλις ανοίξουν τα μάτια τους».
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Καθάρισα μορφάζοντας τα σημάδια του μολυβιού γύρω από τα μάτια. Έβγαλα τη νυχτικιά και τα εσώρουχά μου. Επιθεώρησα το είδωλό μου από όλες τις πλευρές, έσκυψα, έστειλα φιλιά, δοκίμασα χαμόγελα , προβάρισα στάσεις και κινήσεις. Έβγαλα κοροϊδευτικά την γλώσσα στο γυμνό κορμί απέναντι μου και αναστέναξα.
«Δεν υπάρχουν όνειρα-καθρέφτες, να κάτι πραγματικά ευχάριστο. Στα όνειρά μου δεν έχω κυτταρίτιδα και ραγάδες, η κοιλιά μου είναι επίπεδη, δεν έχω σημάδια και ρυτίδες. Πάλι άσχημα ξύπνησα και σήμερα – πρέπει να σταματήσω να ονειρεύομαι».
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και άναψα τσιγάρο. «Σε λίγο πρέπει να είμαι στο γραφείο. Τα όνειρα δεν έχουν πρέπει, είναι ένας υπέροχος κόσμος ασυδοσίας. Πρέπει σημαίνει ακολουθώ την φωνή της λογικής, της ηθικής, του νόμου. Στα όνειρά μόνο είμαι ελεύθερη να ακολουθήσω τα αισθήματά μου χωρίς τον φόβο της τιμωρίας. Μάλωσα με τον Γ. χθες. Κάτω από το φως της λογικής του τα όνειρα γίνονται μακρινές χίμαιρες , ο σκεπτικισμός του με προσγειώνει σε έναν κόσμο επίπεδο χωρίς φως και χρώματα, χωρίς μουσική και τραγούδια, όπου οι λέξεις απομυθοποιούνται και ο έρωτας δεν έχει φτερά. Κι εγώ, φαινομενικά συμβιβασμένη, απέμεινα να τον κοιτάζω με άδειο βλέμμα, περιμένοντας το βράδυ για να αποδράσω, να ξαναβρεθώ στο μαγικό κόσμο των ξωτικών».
Σηκώθηκα και άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Έβαψα τα μάτια , φόρεσα κραγιόν, κούμπωσα το σακάκι, κοιτάχτηκα και πάλι στον καθρέφτη. «Άργησα και πάλι, όπως συχνά συμβαίνει τον τελευταίο καιρό. Άργησα στην δουλειά, στον έρωτα, στην ζωή. Και αυτή η αργοπορία αντί να με αγχώνει , με αδρανοποιεί». Πήγα πάλι στην κουζίνα, άναψα τσιγάρο , πήρα μερικές βαθιές ρουφηξιές και το έσβησα με νευρικές κινήσεις στο τασάκι. Βγήκα κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω μου.
Έξω έβρεχε. Άφησα την βροχή να κυλάει επάνω μου σαν χάδι, σαν λύτρωση, σαν ξέπλυμα αμαρτιών. Την αγαπάω την βροχή ακόμα και σε αυτήν την πόλη που δεν έχει μυρωδιά και ταυτότητα. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν ασταμάτητα, οι άνθρωποι τρέχουν με τις ομπρέλες ανοιχτές και εγώ στέκομαι ακίνητη έξω από το αυτοκίνητο, με τα κλειδιά στο χέρι, σκουπίζοντας χαμογελώντας τις στάλες της βροχής από τις βλεφαρίδες μου. Χωρίς ομπρέλα, χωρίς προστασία, χωρίς προφυλακτικό, ενάντια στις συμβουλές της μαμάς και της λογικής που μου επιβάλλουν.
Οδηγώ μηχανικά, έχει πολύ κίνηση, κοιτάζω αφηρημένα έξω από το παράθυρο. « Από πότε έχω να βρεθώ στην φύση, να μυρίσω τις εποχές, να αγγίξω λουλούδια, να ακούσω πουλιά να κελαηδούν, να νιώσω το κορμί μου, από πότε αλήθεια, από πότε;» . Η μουσική με ταξιδεύει, οι υαλοκαθαριστήρες κάνουν το γνωστό μονότονο θόρυβο, η βροχή στην οροφή με νανουρίζει.
Κοιτάζω έξω τα σαλιγκάρια-αυτοκίνητα που έχουν ξεχυθεί στους δρόμους, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, νευρικοί οδηγοί κορνάρουν ασταμάτητα λες κι έτσι θα εξαφανίσουν την ουρά στα φανάρια, βάζω πρώτη, σταματάω πάλι. Αρχίζω να κάνω σχέδια. « Σήμερα θα κοιμηθώ νωρίς. Τέρμα στα βράδια με μουσική και ονειροπολήματα. Τέρμα στην μεμψιμοιρία και στην απόγνωση. Δεν θα κυνηγήσω ξανά χίμαιρες. Θα κλείσω για πάντα την πόρτα στα παραμύθια.». Το χτύπημα στο παράθυρο με τρομάζει. Κοιτάζω την κοπέλα με το αδιάβροχο και τα διαφημιστικά σαν φάντασμα. Ανοίγω το παράθυρο και παίρνω χαμογελώντας το φυλλάδιο, που μου προσφέρει.
«Εναλλακτικές διακοπές. Ελάτε κοντά στην φύση μπλα,μπλα.» Στη μέση μια φωτογραφία. Ένα μικρό σπίτι στο δάσος, από μακριά ένα ποτάμι με αφρισμένα νερά, πουλιά που πετάνε.. Τα μάτια μου θολώνουν. Νιώθω το χαμόγελο να παγώνει στο πρόσωπό μου και την βροχή να κυλά στο πρόσωπό μου, παρά το κλειστό παράθυρο. Αισθάνομαι τα πόδια μου να βουλιάζουν σε κάτι μαλακό και οικείο. Μυρίζω μουσκεμένο χώμα και φύλλα . Κάτι μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Ακούω το θόρυβο που κάνει το νερό στο ποτάμι. Ανοίγω τα μάτια μου.
Κοιτάζω έκθαμβη γύρω μου. Απλωμένο στα πόδια μου ένα καφεκόκκινο χαλί από πεσμένα φύλλα. Γύρω μου δέντρα και ερημιά. Προχωρώ διστακτικά ακούγοντας τα ξεραμένα φύλλα να μεταδίνουν το βήμα μου σπάζοντας . Περπατώ πιο αποφασιστικά κλωτσώντας με απόλαυση φύλλα και χώμα. Ανοίγω τα χέρια διάπλατα και αρχίζω να στροβιλίζομαι στα βήματα ενός αυτοσχέδιου χορού βγάζοντας χαρούμενες κραυγές, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα .
Σταματώ λαχανιασμένη και σωριάζομαι στο έδαφος. Κοιτώ τα κομμάτια του ουρανού που φαίνονται ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και συνειδητοποιώ πως έχει αρχίσει να βραδιάζει και εγώ δεν ξέρω που βρίσκομαι και προς τα πού θα πρέπει να πάω. Η φύση είναι περίεργα σιωπηλή. Ο μόνος θόρυβος που ακούγεται είναι η καρδιά μου που χτυπά δυνατά. Πανικοβάλλομαι και αρχίζω να τρέχω δεξιά και αριστερά ψάχνοντας κάποιο σημάδι ζωής. Τα κλαδιά των δέντρων πληγώνουν το πρόσωπό μου, αγκάθια και θάμνοι γρατζουνούν τα χέρια και τα πόδια μου. Ο ιδρώτας που κυλά αλατίζει τις πληγές και με τσούζουν.
«Που βρίσκομαι; Τι μου συμβαίνει; Φοβάμαι, θέλω να γυρίσω πίσω. Πρέπει να βρω τον δρόμο της επιστροφής. Πρέπει να υπάρχει κάποιος δρόμος. Θέλω να γυρίσω πίσω, να γυρίσω πίσω όλα τα ρολόγια, χρόνια πριν το σήμερα, χρόνια πριν από τον φόβο, πριν γεννηθεί στο μυαλό μου αυτό το τέρας που ζητά αίμα καρδιάς για να ξεδιψάσει και κομμάτια της λογικής μου για χορτάσει. Το ναρκώνω με όνειρα, το νανουρίζω σε κρεβάτια δίχως πάθος, του λέω παραμύθια για να γλυτώσω τους εφιάλτες που γεννά. Πήρα το τρένο του ονείρου και κατέβηκα σε λάθος σταθμό. Θα κλείσω ξανά τα μάτια κι όταν τα ανοίξω θα έχω γυρίσει πίσω, μακριά από τον φόβο, μακριά».
Είμαι ακόμα εδώ. Ακούω μόνο την καρδιά μου. Ο αέρας μυρίζει μούχλα και αποσύνθεση. Σηκώνοντας το βλέμμα, βλέπω μπροστά μου ένα πέτρινο σπίτι. Από το παράθυρο αχνοφέγγει μια σιλουέτα που πηγαινοέρχεται. Σταματάω κοντανασαίνοντας μπροστά στην πόρτα. Φτιάχνω μηχανικά τα μαλλιά μου και τινάζω τα φύλλα και το χώμα από το κορμί μου. «Ας είναι κάποιος μέσα, ας είναι αληθινό, ας είναι καταφύγιο. Μην είναι Θεέ μου παγίδα, μην είναι ψέμα, μην είναι απάτη». Κοιτάω πίσω μου τα δέντρα που απλώνουν θαρρείς την σκιά τους να με φτάσουν και κολλάω το δάχτυλο στο κουδούνι.
Ανοίγει τόσο απότομα που πέφτω στα πόδια της ηλικιωμένης γυναίκας που με κοιτά ερευνητικά. « Σας παρακαλώ, βοηθείστε με, έχω χαθεί». Η φωνή μου σπάει, δάκρυα αναβλύζουν από τα μάτια μου. Η γυναίκα με σηκώνει, με αγκαλιάζει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Η αγκαλιά της είναι ζεστή. Μυρίζει γάλα και σαπούνι . Μου σκουπίζει τα μάτια σιωπηλά και κλείνει πίσω της την πόρτα. Αισθάνομαι μετά από πολύ καιρό ήρεμη και ασφαλής. Ακολουθώ αυτήν την άγνωστη γυναίκα με την οποία αισθάνομαι παράξενα οικεία, την ακολουθώ πειθήνια , γιατί μυρίζει αγάπη.
«Έλα πουλάκι μου, κάτσε κοντά στην σόμπα να ζεσταθείς. Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι και θα ετοιμάσω το μπάνιο. Έλα, τζιγέρι μου, μην κλαις άλλο, αύριο θα είναι όλα διαφορετικά» μου είπε και με έβαλε να κάτσω σε μια πολυθρόνα , ενώ αυτή βγήκε από το δωμάτιο. Άκουγα το θόρυβο από το νερό της βρύσης και τα ντουλάπια που ανοιγόκλεινε στην κουζίνα.
Οι αναμνήσεις βγήκαν από το χρονοντούλαπο. Δεν είχα ποτέ στενή σχέση με την μητέρα μου. Όλες οι προσπάθειες προσέγγισης πάντα μας οδηγούσαν πιο μακριά την μία από την άλλη. Οι μόνοι άνθρωποι που μοιραζόμουν χωρίς τον φόβο της απόρριψης τα συναισθήματά μου, ήταν ο πατέρας μου και η γιαγιά μου, πεθαμένοι και οι δύο χρόνια τώρα. Μ’ αυτούς μπορούσα να υποστώ την κριτική νιώθοντας πάντα σίγουρη ότι δεν επισκίαζε την αγάπη τους. Το κενό που άφησε η φυγή τους δεν έκλεισε ποτέ. «Τζιγέρι μου, μου έλεγε η γιαγιά μου, μην ταΐζεις μαργαριτάρια τα γουρούνια, μην τα δίνεις όλα, κράτα κάτι και για σένα». Κι εγώ πάντα υποστηρίκτρια των φίλων, των ερώτων , των ιδεολογιών, μάλωνα μαζί της. Σήκωνε τους ώμους και μου έλεγε «Ξέρω ότι θα κάνεις του κεφαλιού σου πουλάκι μου. Πάντα κλέβεις στο ζύγι την λογική, όταν αγαπάς».
«Έλα, το φλαμούρι είναι έτοιμο. Πιες το και μπες να κάνεις μπάνιο». Κοίταξα στα μάτια την ηλικιωμένη γυναίκα που χαμογελούσε στοργικά. Το ήπια υπάκουα και την ακολούθησα. Άνοιξε την πόρτα , με έσπρωξε μέσα απαλά και έφυγε. Πέταξα γρήγορα τα ρούχα μου και μπήκα στην μπανιέρα. Άφησα το σώμα μου να χαλαρώσει και σαπούνισα με απόλαυση το κορμί μου. Άφησα το νερό να κυλάει με δύναμη επάνω μου προσπαθώντας μαζί με την βρωμιά να καθαρίσω και το μυαλό μου από τις σκέψεις. Βγήκα και τυλίχτηκα στην άσπρη πετσέτα που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στην μπανιέρα. Άνοιξα την πόρτα και ξυπόλυτη περπάτησα στα δάχτυλα με μια παιχνιδιάρικη διάθεση ψάχνοντας την φιλόξενη οικοδέσποινα.
Ανοίγω την πρώτη πόρτα που βρίσκω μπροστά μου και ξαφνιάζομαι βλέποντας την μορφή μου να διαγράφεται θολά σ’ ένα μεγάλο καθρέφτη . Πλησιάζω πιο κοντά και στο φως των κεριών βλέπω ακουμπισμένα δίπλα του μία μαύρη διάφανη ρόμπα και χοντρές χρυσές κλωστές. Φοράω την ρόμπα και πλέκω τα υγρά ακόμα μαλλιά μου με τις κλωστές, Κοιτάζω αχόρταγα το είδωλο στον καθρέφτη. Οι χρυσές κλωστές φωτίζουν παράξενα το πρόσωπό μου. Αγγίζω τα χείλη μου, χαϊδεύω απαλά τα στήθη , την μέση, τους γοφούς, τους μηρούς που διαγράφονται κάτω από την μακριά ρόμπα.
Δίπλα στον καθρέφτη έχει μια πορφυρή βελούδινη κουρτίνα,. Την τραβάω με περιέργεια και αδημονία. Πίσω της υπάρχει μια αψίδα, που οδηγεί σε ένα άλλο δωμάτιο. Το δωμάτιο είναι κυκλικό , χωρίς πόρτες και με πολλά μικρά παράθυρα , που βλέπουν στον ουρανό. Εκατοντάδες κεριά τοποθετημένα σε διάφορες θέσεις φωτίζουν ένα κυκλικό κρεβάτι στο κέντρο του, Επάνω του, γυμνός, δεμένος με χρυσές κλωστές , ίδιες με των μαλλιών μου , είναι ο Π.
Σκιές και φως παίζουν στα μάτια του και στο κορμί του. Νιώθω το βλέμμα του να με καίει σε κάθε μου κίνηση. Πλησιάζω αργά. Στέκω μπροστά του και βγάζω την ρόμπα. Γελάω, νιώθοντας περίεργα ελεύθερη. Βλέπω το κορμί μου να καθρεφτίζεται στα μάτια του και αυτή η εικόνα γιατρεύει τις ανασφάλειες μου. Γελάω δυνατά τώρα. Είμαι η γυναίκα αράχνη, η αρχέγονη γυναίκα θεά που κρατάω τα νήματα της ζωής και του θανάτου. Χαϊδεύω παιχνιδιάρικα όλο του το κορμί με τα χέρια, τα χείλη, τη γλώσσα μου. Σταματάω κοιτώντας τον ορθωμένο του φαλλό σαν να αναμετρώ έναν αντίπαλο. Γελώ προκλητικά και τον βάζω στην υγρή μου ήβη.
Το πρόσωπό του αλλάζει. Γίνεται μια μεγάλη οθόνη που πάνω της παρελαύνουν σαν ασπρόμαυρη ταινία άλλης εποχής, όλοι οι άντρες που αγάπησα και μ’ αγάπησαν, που πρόδωσα και με πρόδωσαν, που πλήγωσα και με πλήγωσαν. Κλείνω τα μάτια μου και κλαίω σιωπηλά.
Ο Π. σπάει τις κλωστές και με κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του. Μαζεύει τα δάκρυα με τη γλώσσα του. Με χαϊδεύει απαλά, ψιθυρίζοντας λέξεις μαγικές «Άσε με να σε γνωρίσω, να μπω στο μυαλό, στην καρδιά, στο κορμί σου. Άσε με να σ’ αγγίξω, να ταξιδέψω στο σώμα σου. Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι σε αυτό το παιχνίδι. Και οι δυο μας ζητάμε την λύτρωση από αυτήν την άσκοπη μάχη. Το φόβο που νιώθεις εσύ, νιώθω κι εγώ, το αίμα μου χτυπά δυνατά στις φλέβες μου , όπως και το δικό σου. Μην ματώνεις άλλο πουλί μου, άσε με να σ’ αγαπήσω».
Τα χέρια του με αγγίζουν απαλά, ψάχνουν κάθε σπιθαμή του κορμιού μου. Τα χείλη του ακολουθούν την διαδρομή τρυφερά στην αρχή, επίμονα μετά, ιχνηλατούν αντιδράσεις, ζητούν συνενοχή. Κοιτώντας με στα μάτια , μπαίνει αργά μέσα μου.
 Αυτός κολυμβητής, που απελπισμένα παλεύει με τα κύματα, χτυπιέται στα τοιχώματα της μήτρας μου, θέλοντας να εισχωρήσει πιο βαθειά , να επανακτήσει την πρωταρχική μορφή της ύπαρξής του, να ξαναγεννηθεί. Κι εγώ, μάνα, θάλασσα και γη, ζητώ για αντάλλαγμα την έκρηξη της δημιουργίας στο κεφάλι και στο σώμα μου. Ο έρωτας μεσίτης κρατά για αμοιβή την απειροελάχιστη στιγμή που θα βρεθούμε μαζί στο κενό.
Ένα εκκρεμές είμαστε, εγώ το νήμα κι εσύ το βαρίδιο στην άκρη. Αιωρούμαστε μαζί διαγράφοντας μεγάλη αργή τροχιά στην αρχή, στην συνέχεια πιο μικρή και σύντομη, όλο και πιο μικρή και σύντομη, ώσπου να φτάσουμε και πάλι στην αρχή. Σε κίνηση μας κρατάει ο έρωτας κι εμείς επαναλαμβάνουμε την παράλογη αιώρησή μας, ως την στιγμή που ακίνητοι θα παραδοθούμε στο νόμο της βαρύτητας, στο νόμο της φύσης, στον νόμο του έρωτα.
Παραδομένοι ο ένας στο κορμί του άλλου, ισορροπούμε για ένα λεπτό, έναν χρόνο, έναν αιώνα. Δεν κινιόμαστε φοβούμενοι μην σπάσει το νήμα που μας ενώνει. Δεν μιλάμε ξέροντας πως μόνο η σιωπή μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα , που μας συγκλονίζουν.
Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και αφουγκραζόμαστε το αίμα της καρδιάς μας να χτυπά. Με τρεμάμενα δάχτυλα χαϊδεύω το περίγραμμα των χειλιών του. Φιλάει τις άκρες των δαχτύλων μου και φέρνει το χέρι μου πάνω στο στήθος του, πάνω στην καρδιά του. Κοιταζόμαστε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή. Είμαστε ο Αδάμ κι η Εύα που επαναλαμβάνουμε το προπατορικό αμάρτημα για να μείνουμε αθάνατοι, για να γίνουμε θεοί. Μοιραζόμαστε τον απαγορευμένο καρπό και γελάμε.
Σηκώνομαι και κρατώντας τον από το χέρι πάμε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. Ακούω το χτύπημα στην πόρτα. Έντονο. Επίμονο. Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω μπροστά μου κάποιον να χτυπά το παράθυρο του αυτοκινήτου δείχνοντας αρκετά θυμωμένος. Πίσω μου ακούγονται κόρνες . Βάζω μπρος και ξεκινάω.
Το κεφάλι μου γυρίζει . Εκατοντάδες σφυριά χτυπάνε στους κροτάφους μου. «Το μυαλό μου είναι ο αντίπαλος. Δημιουργεί φαντασιώσεις και εγώ ακροβατώ σε ένα τεντωμένο σκοινί , την λογική μου , για να τις φτάσω. Η άβυσσος κάτω μου τρομακτική κι εγώ προσπαθώ να ισορροπήσω , τρελός σαλτιμπάγκος , που εκτελεί το νούμερό του χωρίς δίκτυ προστασίας. 
Ταλαντεύομαι διαρκώς ενώ η απόσταση που με χωρίζει από το τέρμα όλο και μεγαλώνει. Δεν θέλω να ονειρεύομαι, δεν θέλω, δεν θέλω. Δεν θέλω να ακροβατώ, δεν θέλω, δεν θέλω. Τα όνειρα γίνονται εφιάλτες, οι φαντασιώσεις παραλήρημα κι εγώ διαλύομαι , γίνομαι κομμάτια επιστρέφοντας στην πραγματικότητα».
Κοιτώ αφηρημένα στον καθρέφτη .Βλέπω το είδωλό μου να χαμογελάει . Αποστρέφω το βλέμμα σοκαρισμένη. Η καρδιά μου χτυπά τρελά. Ξανακοιτώ κλεφτά σαν ακούσιος ηδονοβλεψίας , που παρακολουθεί μια ερωτική σκηνή κόντρα στην φωνή της ηθικής του. Το χαμόγελο- αποστάτης είναι ακόμα κρεμασμένο στα χείλη μου. « Τρελαίνομαι, Θεέ μου, τρελαίνομαι!!».
Φτάνω τρέχοντας στο γραφείο. Δεν θυμάμαι καμιά από τις δικαιολογίες που είχα ετοιμάσει τόσο προσεκτικά. Απαντάω μονολεκτικά στις ερωτήσεις για την καθυστέρηση, οι φωνές των συναδέλφων έρχονται από μακριά σαν αέρας που περνά μέσα από κλειστές πόρτες και παράθυρα. Γνέφω καταφατικά χωρίς να έχω καταλάβει τίποτα. 
Γαυγίζω στο τηλέφωνο που χτυπά ασταμάτητα , ατενίζω με απλανές βλέμμα την οθόνη του υπολογιστή μου ,κοιτάζω επίμονα τις σημειώσεις μου προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τα ιερογλυφικά . Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Απελπισμένη αφήνω τον εαυτό μου να βουλιάξει στην σκοτεινή πλευρά του μυαλού μου , όπου δεν υπάρχουν σκέψεις, εικόνες, αναμνήσεις.
Περνώ την υπόλοιπη μέρα κοιτώντας αγριωπά όποιον με πλησιάσει, φτύνω απαντήσεις με το ζόρι, κάνω την δουλειά μου μηχανικά. Στο τέλος του ωραρίου, φεύγω από το γραφείο σαν δαιμονισμένη. Γυρίζω σπίτι και κλειδώνομαι στο μπάνιο.
Προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια του μυαλού μου, να βρω λογικές εξηγήσεις. «Ίσως φταίει η βροχή. Πάντα γίνομαι υπερβολικά συναισθηματική όταν βρέχει- είναι η δική μου πανσέληνος. Ίσως φταίει η υπερένταση των τελευταίων ημερών και τα προβλήματα στην δουλειά. Κι εγώ κάτω από αυτήν την πίεση , άφησα την φαντασία μου να με παρασύρει σε μονοπάτια κακοτράχαλα κι αυτό με οδήγησε σε υπερβολικές αντιδράσεις. Θα χαλαρώσω, θα ξεκουραστώ, θα μιλήσω με τον Γ. , θα ξεχάσω».
Το βράδυ με βρίσκει να διηγούμαι στον Γ. με ανάλαφρο τόνο την πρωινή μου φαντασίωση. Ο πρωινός πανικός μου φαντάζει γελοίος. Γελάω ευτυχισμένη δίπλα σε αυτόν τον άντρα που πατάει γερά στην γη, που δεν τον φοβίζουν τα αερικά, που δεν πιστεύει στα παραμύθια. Η σταθερότητα, η ακλόνητη λογική, η επιφυλακτικότητά του, όλα αυτά που μέχρι χθες με εκνεύριζαν , σήμερα φαντάζουν ως τα κυριότερα προτερήματά του.
 Κάνουμε έρωτα με πάθος κι εγώ αφήνομαι να πλημμυρίσω από αυτήν την γήινη δύναμη, με εγκατάλειψη και ανακούφιση. Κοιμάμαι στην αγκαλιά του κουλουριασμένη σαν έμβρυο, σίγουρη πως έχω ξορκίσει τα φαντάσματα, πως έχω διώξει όλες τις σκιές.
Ξυπνάω χαρούμενη. Δεν υπάρχουν αναμνήσεις ονείρων σήμερα. Δεν έχω την γνωστή πικρίλα στο στόμα. Αισθάνομαι ξεκούραστη και ανάλαφρη. Τραγουδάω ενώ ντύνομαι κοιτάζοντας με τρυφερότητα τον Γ. που κοιμάται ακόμα. Ανοίγει τα μάτια του και με παρατηρεί σιωπηλός. Του στέλνω ένα φιλί, του κλείνω το μάτι και φεύγω βιαστικά πριν προλάβει να αντιδράσει.
Ο ήλιος λάμπει έξω. Τίποτα δεν θυμίζει την χθεσινή νεροποντή. Σηκώνω το πρόσωπό μου στον ήλιο, απλώνω τα χέρια και χαμογελάω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και αλλάζω το καταθλιπτικό μου cd με κάτι πιο χαρούμενο, πιο πρωινό, πιο κεφάτο. Σιγοτραγουδάω οδηγώντας. Δεν έχει πολύ κίνηση σήμερα και ακόμα και οι υπόλοιποι οδηγοί δείχνουν πιο χαλαροί και ευδιάθετοι. Στο γνωστό φανάρι καθυστερώ λίγο. Ανοίγω χαμογελώντας το παράθυρο στην κοπελιά που μοιράζει διαφημιστικά.
«Εναλλακτικές διακοπές. Ελάτε κοντά στην φύση μπλα,μπλα.» Στη μέση μια φωτογραφία. Ένα μικρό σπίτι στο δάσος, από μακριά ένα ποτάμι με αφρισμένα νερά, πουλιά που πετάνε.. Ετοιμάζομαι να το βάλω στη θήκη μαζί με τα υπόλοιπα , όταν κάτι τραβάει την προσοχή μου. Δίπλα στο ποτάμι στέκει όρθια μια γυμνή γυναίκα , που έχει τα μαλλιά της πλεγμένα με χρυσές κλωστές και χαμογελάει στον άντρα που ξαπλωμένος στο έδαφος, της τείνει το χέρι του..

5 σχόλια:

  1. Υπέροχη όπως πάντα... χωρίς όμως να δίνεις εύκολες λύσεις και απαντήσεις. Δε γίνεται να σταματήσουμε να ονειρευόμαστε, αλλά δε γίνεται και να ζούμε χαμένοι στο όνειρο. Η βροχή είναι και δική μου πανσέληνος. Σου εύχομαι πάντα να ονειρεύεσαι, με κάθε κόστος, και πάντα να χαμογελάς με τα πόδια στέρεα στη γη... και πάντα να γράφεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @Φιλάδελφε Δέλτα,
    Όποιος αναζητά την ευκολία δεν ονειρεύεται. Προτιμά την στείρα αλλά στέρεη πραγματικότητα από το ελπιδοφόρο αλλά ρευστό όνειρο. Προσπαθεί να επιζήσει κι όχι να ζήσει.
    Όσο για το κόστος είναι πάντα ανάλογο της βαρύτητας του ονείρου..τρελή ζυγαριά που μας βγάζει χρεωμένους, αλλά αξίζει τον κόπο :)

    Καλό σου βράδυ και σ' ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ήρθα πιστεύοντας πως θα κάνω μια απλή επίσκεψη και θα φύγω... μα δεν μπόρεσα...
    Με αιχμαλώτισες στις λέξεις σου και έμεινα ως αργά να διαβάζω...
    γράφεις πραγματικά πολύ όμορφα,
    θα περνώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή