Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Η βάρκα του έρωτα



         Η Ανθή ξύπνησε νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή , μούσκεμα στον ιδρώτα, με το νυχτικό της να κολλάει επάνω της σαν δεύτερο δέρμα και το σεντόνι κουβαριασμένο στα πόδια της.
Σηκώθηκε απότομα κι είδε μικρές μαύρες βούλες να σκιάζουν το οπτικό της πεδίο, ζαλίστηκε κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Το ασημί φως του φεγγαριού, που έμπαινε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, την ξύπνησε τελείως.
Πήγε στο μπάνιο κι έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της, αποφεύγοντας να κοιτάξει το είδωλό της στον καθρέφτη. Βγήκε στο μπαλκόνι, έκατσε στην καρέκλα, άπλωσε τα πόδια στα κάγκελα του μπαλκονιού κι άναψε τσιγάρο.
Είχε τρεις μέρες που έφτασε σε αυτό το παραλιακό χωριό, νοίκιασε ένα δωμάτιο μπροστά στην θάλασσα και κούρνιασε μέσα σαν έμβρυο, χωρίς να βγει παρά μόνο για τα απαραίτητα. Είχε έρθει οδηγημένη από την ανάγκη να ξεχάσει έναν ανέλπιδο έρωτα και διώξει τους εφιάλτες , που την ξυπνούσαν κάθε βράδυ. Δεν είχε κάνει καμία πρόοδο.
Κοίταξε με βλέμμα θολό το μονοπάτι του φεγγαριού πάνω στην θάλασσα κι αναστενάζοντας μπήκε μέσα, έβγαλε την μουσκεμένη ακόμα νυχτικιά, φόρεσε ένα ελαφρύ φορεματάκι , έβαλε τις σαγιονάρες , έριξε τα κλειδιά και τα τσιγάρα στην τσάντα της και βγήκε έξω.
Περπάτησε αρκετή ώρα στην έρημη παραλία μέχρι να φτάσει στο σημείο που είχε εντοπίσει από το μπαλκόνι της, το σημείο που το μονοπάτι του φεγγαριού έφτανε μέχρι τα πρώτα βράχια. Ακούμπησε την τσάντα στην κόχη του βράχου, έβγαλε το φουστάνι, τις σαγιονάρες και τα εσώρουχά της και όρμησε στην θάλασσα, κολυμπώντας μανιασμένα μέχρι να της κοπεί η ανάσα.
Κοίταξε γύρω της , πιότερο για να βεβαιωθεί πως δεν έχασε την πορεία της προς το ολόγιομο φεγγάρι, όταν είδε μία μικρή βάρκα, με την άγκυρα ριγμένη, άδεια, εκεί στη μέση του λιμανιού. Κολύμπησε γεμάτη περιέργεια προς το μέρος της και φτάνοντας κοντά την περιεργάστηκε χωρίς να καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα.
Βάζοντας όση δύναμη της είχε απομείνει, κατόρθωσε να μπει μέσα στην ρηχή βαρκούλα, που είχε τα κουπιά της στο πλάι, κι έδειχνε σαν να ήταν εκεί για χρόνια ξεχασμένη. Κοίταξε γύρω της με περιέργεια ψάχνοντας ένα σημάδι που να της έδινε κάποια πληροφορία για τον ιδιοκτήτη της. Άνοιξε το μικρό ντουλαπάκι, στο οποίο βρήκε πέρα από τα αναγκαία, ένα μικρό μπλε τετράδιο και διάφορα μολύβια.
Άνοιξε το τετράδιο. Ήταν λευκό. Κανείς δεν είχε γράψει τίποτα. Το κοίταξε πολύ ώρα , ενώ άρχισε να νιώθει το κορμί της να παγώνει. Έβγαλε την κουβέρτα που είχε δει από πριν , τυλίχτηκε και κράτησε ένα από τα μολύβια στο χέρι της, στριφογυρίζοντας το καθώς σκεφτόταν.
Είχε πολύ καιρό να γράψει. Κι είχε υποσχεθεί πως δεν θα το έκανε. Πως δεν θα έγραφε ξανά για εκείνον. Πως δεν θα έγραφε για τον έρωτα, που την έκαιγε. Και κυρίως για την απώλεια του. Τώρα όμως , ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Κανείς πέρα από το φεγγάρι δεν θα το μάθαινε. Ακόμα κι η ίδια μπορούσε να το ξεχάσει.
Κι έγραψε το γράμμα, που δεν του έστειλε ποτέ. Αυτό που μιλούσε για τον έρωτα που εκπόρνευσε τα όνειρά της, που την καταδίκασε να περιμένει παγιδευμένη στο δίχτυ που της πέταξε θεωρώντας το παλάτι κι όχι φυλακή, που λάθος εκτίμησε, κακώς εμπιστεύτηκε κι έχασε την ψυχή της σε μια ατέρμονη αναζήτηση, που την έφερε σε αδιέξοδο. Έγραφε ώρα πολύ, γεμίζοντας τις σελίδες την μία πίσω από την άλλη χωρίς να κομπιάζει, χωρίς να σκέφτεται, έχυνε πάνω στο χαρτί όλο τον έρωτα και την απόγνωσή της , σκουπίζοντας μηχανικά τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
Άφησε την κουβέρτα να στεγνώνει, έβαλε το τετράδιο και τα μολύβια στη θέση τους και έφυγε κολυμπώντας προς την ακτή. Γυρίζοντας στο δωμάτιο, κοιμήθηκε αμέσως, χωρίς τίποτα να ταράξει τον ύπνο της, μετά από πολύ καιρό, μέχρι αργά το πρωί.
Το πρωινό φως που της χάιδεψε το πρόσωπο, την έκανε να ανοίξει τα μάτια. Σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Η βάρκα δεν φαινόταν πουθενά. Χωρίς να είναι σίγουρη αν ονειρεύτηκε , κοίταξε πιο προσεκτικά και τότε την είδε. Κάποιος την είχε βγάλει στην ακροθαλασσιά , δίπλα στα βράχια. Είδε από μακριά έναν άντρα να κάθεται στο πλάι της βάρκας, για να του κάνει σκιά, ενώ κρατούσε κάτι στα χέρια του και διάβαζε.
Στριφογυρνούσε όλη μέρα, νιώθοντας αδημονία, περιμένοντας να πέσει ο ήλιος . Δεν τολμούσε να ελπίσει, αλλά κάτι μέσα της την έκανε να χαμογελάει. Περίμενε καθισμένη στο μπαλκόνι μέχρι που είδε την μικρή βάρκα να αγκυροβολεί στο χθεσινό σημείο. Είδε τον άντρα να κάθεται χωρίς να κάνει τίποτα για αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα, τον είδε να απομακρύνεται κολυμπώντας.
Ντύθηκε αμέσως κι έφυγε βιαστικά. Έφτασε στην βάρκα με μεγάλες απλωτές κι ανέβηκε βιαστικά. Άνοιξε το ντουλαπάκι κι έβγαλε έξω το μπλε τετράδιο. Ξεφύλλισε βιαστικά τις σελίδες που είχε γράψει την προηγούμενη μέρα και με την καρδιά να χτυπά σαν τρελή είδε στο τέλος γραμμένο κάτι. Διάβασε την απάντηση χαμογελώντας χωρίς να νιώθει το κρύο. Πήρε το μολύβι κι έγραψε ένα νέο γράμμα στον άγνωστο ιδιοκτήτη της βάρκας.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ανθή ένιωθε παράξενα ευτυχισμένη. Κάθε βράδυ επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό κι άρχισε να μαθαίνει περισσότερα για τον άγνωστο άντρα και για τον ίδιο της τον εαυτό με αυτήν την παράξενη αλληλογραφία. Ένιωσε με κατάπληξη πως ένιωθε ερωτευμένη με αυτόν τον άντρα που δεν ήξερε, που δεν είχε συναντήσει ποτέ, αλλά τον ένιωθε τόσο κοντά στην ψυχή της όσο κανέναν άλλο. Όλοι οι προηγούμενοι έρωτες, ακόμα κι ο τελευταίος που την είχε οδηγήσει εκεί , έμοιασαν να ξεθωριάζουν όπως τα άστρα στην εμφάνιση του ήλιου.
Ο άγνωστος άντρας νιώθοντας την τρικυμία , που σήκωσε στην καρδιά της, παραξενεμένος από αυτόν τον έρωτα, που δεν μπορούσε να κατανοήσει, σταμάτησε να απαντάει σε κάθε μήνυμα. Η Ανθή έφτανε κολυμπώντας με την ανάσα κομμένη, άνοιγε ανυπόμονα το μπλε τετράδιο και δεν έβλεπε τα αγαπημένα του ορνιθοσκαλίσματα. Αυτό δεν την αποθάρρυνε και συνέχισε να του γράφει, καθώς οι λιγοστές απαντήσεις του ήταν πιο σημαντικές από την σιωπή του.
Ένα βράδυ ξεκίνησε νωρίτερα. Δεν περίμενε να τον δει να βγαίνει. Το προηγούμενο μόλις βράδυ της άφησε ένα μήνυμα, που την έκανε να συνειδητοποίησει πως άκουγε κι αυτός το φτερούγισμα του θεού, αλλά επέλεξε να κωφεύει, ώστε να μην έρχεται σε αντιπαράθεση με την λογική του. Κολυμπούσε αργά και ήρεμα , ενώ αναρωτιόταν αν ήταν σοφή η απόφασή της να τον γνωρίσει από κοντά.
Φτάνοντας κοντά στην βάρκα άκουσε αναστεναγμούς και γέλια. Κράτησε την ανάσα της και κάλυψε την υπόλοιπη απόσταση κολυμπώντας κάτω από το νερό. Δεν χρειάστηκε να ακούσει πολλά. Προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο, κολύμπησε βιαστικά προς την ακτή. Πήγε τρέχοντας στο δωμάτιο κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Ακούμπησε πάνω της καθώς ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν την ίδια στιγμή, που τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα.
Την περίμενε αυτήν την στιγμή, αλλά πίστευε πως είχε ακόμα χρόνο. Αφέθηκε στο παραμύθι της καρδιάς της , αγνοώντας επιδεικτικά το γεγονός ότι ο άγνωστος άντρας δεν το ακολουθούσε. Δεν είχε αλλάξει κάτι μέσα της, αλλά κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει.
Την επόμενη κιόλας μέρα ετοίμασε τα πράγματά της, πλήρωσε το δωμάτιο, βγήκε κι έκανε μερικά τελευταία ψώνια. Γυρίζοντας έκατσε στο μπαλκόνι κι έγραψε ένα μεγάλο γράμμα στον άγνωστο αγαπημένο. Το έδεσε με κόκκινη κορδέλα στην μικρή βαρκούλα που είχε αγοράσει από ένα μαγαζί με αναμνηστικά και είδη για τουρίστες.
Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη . Τα μάτια της έλαμπαν και το πιγούνι της ήταν ανασηκωμένο, όπως κάθε φορά που έπαιρνε μία απόφαση. Χαμογέλασε στο είδωλό της κι είδε όλο της το πρόσωπο να αλλάζει . Βούρτσισε τα μακριά της μαλλιά κι τα άφησε να πέσουν ελεύθερα στους ώμους της. Φόρεσε ένα άσπρο μακό μπλουζάκι, ένα τζιν παντελόνι, ίσια άσπρα πέδιλα, έβαλε την αγαπημένη της κολόνια κι κοίταξε με περηφάνια την γυναίκα απέναντί της.
Πήγε στην ακροθαλασσιά κρατώντας στο χέρι της την μικρή βάρκα με το γράμμα. Έβγαλε τα πέδιλά της, γύρισε τα μπατζάκια του παντελονιού και μπήκε στην θάλασσα. Ακούμπησε με τρυφερότητα την βαρκούλα στην επιφάνειά της και παρακολούθησε την τρελή της πορεία για λίγο. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
Ένας νεαρός άντρας μπήκε στην θάλασσα κι έπιασε την βαρκούλα. Έλυσε την κόκκινη κορδέλα και να διάβασε το μήνυμα με την πλάτη ακουμπισμένη στην βάρκα του. Έβγαλε ένα μικρό μπλε τετράδιο και το έβαλε μέσα.
Η μικρή βάρκα έμεινε ξεχασμένη στην ακροθαλασσιά περιμένοντας το επόμενο ταξίδι..

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Το χτύπημα του γερακάρη


Ζούσε πριν από πολλά χρόνια , σ’ ένα χωριό σκαρφαλωμένο στη ράχη ενός υψώματος, ένας νέος άντρας, περήφανος και ρομαντικός, που αγαπούσε τα γεράκια και τις γυναίκες. Ήταν αγαπητός στους φίλους και τρομερός στους εχθρούς του, δεν τον έσκιαζε τίποτα εκτός από την ίδια του την σκιά, που την έβλεπε να ξεμακραίνει αντί να τον πλησιάζει καθώς τα χρόνια περνούσαν.
Όπως πολλοί από την γενιά του, αποφάσισε να γίνει γερακάρης, χωρίς να φαντάζεται την βαρύτητα που θα αποκτούσε αυτήν του η απόφαση για το μέλλον και την ζωή του. Το έκανε όπως είχε μάθει, με αγάπη για τα άγρια αυτά πουλιά και μεράκι για την καθημερινή τους αναμέτρηση, εξοπλισμένος με υπομονή και καρτερία, με στόχο να πάρει δύναμη από την προσπάθεια της εξημέρωσης. Έτσι ξεκίνησε τη μόνη σχέση του, που δεν βασιζόταν στην υποταγή, μα αντίθετα ήταν άκρα φροντίδα και σεβασμός.
Ήταν σκληρός αλλά δίκαιος, επίμονος και συνάμα τρυφερός με τα γεράκια που έπιανε και εκπαίδευε και σύντομα ανακάλυψε πως ήταν καλός σε αυτό που έκανε. Εκπαίδευε λοιπόν γεράκια για κυνήγι, για να κυνηγούν τα πουλιά στα χωράφια, για να στέλνουν μηνύματα στα κορίτσια και έχαιρε του θαυμασμού και της εκτίμησης της μικρής κοινότητας στην οποία ζούσε.
Τα μάθαινε να κάθονται στο γάντι και στην βάση, προσέχοντας πάντα να είναι σε σκοτεινό , ήσυχο και κλειστό μέρος και συνήθιζε να ξενυχτά μαζί τους την πρώτη μέρα , ώστε να έχει γρηγορότερα αποτελέσματα. Τους μάθαινε να τρώνε το κρέας που τους πρόσφερε ψυχολογώντας κάθε φορά τον μαθητή του και κρατώντας πάντα την ανάσα του την πρώτη φορά, γνωρίζοντας καλά πως η παραμικρή αδεξιότητα μπορεί να το αποτρέψει.
Όταν έφτανε η στιγμή να αφήσει τα γεράκια να πετάξουν ελεύθερα ένιωθε πάντα αγωνία και συγκίνηση. Απέφευγε τις ζεστές ώρες της ημέρας, τα απογεύματα για να μην τους πιάσει η νύχτα, τις βροχερές μέρες και τις μέρες με αέρα. Πριν αφαιρέσει τον σπάγκο συνήθιζε να χτυπάει με το δάχτυλό το ράμφος του γερακιού, ώστε να του υπενθυμίσει την σχέση και την θέση του. Όλα τα γεράκια που είχαν περάσει από τα χέρια του, γυρνούσαν πίσω.
Μετά από λίγο καιρό η εκπαίδευση έγινε ρουτίνα. Δεν είχε σταματήσει να τον συναρπάζει , δεν είχε αρχίσει ακόμα να βαριέται, αλλά είχε αρχίσει να χαλαρώνει λίγο την προσοχή του, όπως οι περισσότεροι, όταν η εμπειρία σκεπάζει το πρωτόγνωρο. Τότε ήρθε στα χέρια του μια κοκκινόουρη γερακίνα.
Από την αρχή η σχέση τους ήταν έντονη , καθώς όλοι οι κανόνες και αυτά που θεωρούσε ως δεδομένα, έπαψαν να ισχύουν. Χρειάστηκε να ξενυχτήσει περισσότερες μέρες μέχρι να καμφθεί η αντίστασή της και να κάτσει στο γάντι. Έμπηγε τα νύχια της στο γάντι και τον τραυμάτισε αρκετές φορές. Ήταν καχύποπτη με το φαγητό και πέρασαν μέρες μέχρι να καταφέρει να την ταΐσει. Κι όλα αυτά αντί να τον εκνευρίζουν , μεγάλωναν την υπομονή και την επιμονή του, ενώ άρχισε να αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης και μίσους μεταξύ τους.
Αν και ήθελε να καθυστερήσει την στιγμή , που θα την άφηνε να πετάξει ελεύθερη, ο εγωισμός δεν τον άφησε να κάνει πίσω. Έτσι, αφού ακολούθησε την γνωστή διαδικασία, της έβγαλε τον σπάγκο και στάθηκε απέναντί της. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και τότε άπλωσε το χέρι του και με το δάχτυλό του την χτύπησε στο ράμφος. Η γερακίνα τον χτύπησε στο μάτι, τραυματίζοντάς τον, και πέταξε μακριά.
Στην αρχή περίμενε πως θα ξανάρθει σύντομα. Κι ενώ ο καιρός περνούσε, άρχισε να μετανιώνει γιατί δεν κατάλαβε πόσο διαφορετική ήταν, ώστε να προσαρμόσει την συμπεριφορά και την εκπαίδευσή του , και να μην την χάσει. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος, όταν μία μέρα την είδε στο παράθυρό του, ακίνητη και χτυπημένη. Την πήρε τρυφερά στα χέρια του κι εκείνη ακριβώς την στιγμή η γερακίνα ξεψύχησε.
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Το γεγονός ότι η γερακίνα επέλεξε να έρθει στο σπίτι του για να πεθάνει, που έδειχνε την αγάπη και την κατηγόρια της για τον ίδιο, τον στοίχειωνε. Την άλλη μέρα ελευθέρωσε όλα του τα γεράκια και δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με την εκπαίδευσή τους, αν και πάντα τάιζε αυτά που ερχόταν να τον βρουν.
Σύντομα παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά. Με την μικρή του κόρη, την γερακίνα του όπως την αποκαλούσε, είχε μια ιδιαίτερη σχέση, γεμάτη αντιθέσεις και καυγάδες, που πάντα όμως κατέληγαν σε συγκινητικές συμφιλιώσεις. Δεν ήθελε να δείξει την αδυναμία του και μοίραζε και στα τρία παιδιά του εξίσου τα χάδια και το ξύλο. Κι ενώ τα δύο μεγαλύτερα δεν αντιδρούσαν ούτε στα φιλιά ούτε στα χαστούκια, η μικρή τον μέλωνε με αγκαλιές και γέλια και την έπιανε θυμός και παράπονο όταν σήκωνε το χέρι.
Όταν έφτασε η μικρή στην εφηβεία, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Οι καυγάδες έγιναν καθημερινή ρουτίνα και έβλεπε τα μάτια της να γυαλίζουν, όταν προσπαθούσε να της σφίξει τα λουριά. Σ’ έναν από εκείνους τους καυγάδες , σήκωσε το χέρι του να την χτυπήσει, έτσι όπως έκανε όταν ήταν παιδί. Η μικρή τον κοίταξε με μίσος και την ένιωσε να σφίγγεται. Ένιωσε αντανακλαστικά τον πόνο στο μάτι, που τον είχε τραυματίσει η γερακίνα τόσα χρόνια πριν και χαμήλωσε το χέρι του. Την πήρε αγκαλιά και μίλησαν ώρα πολλή κι είδε τα μάτια της να ξαστεριάζουν , ενώ του χάιδευε τρυφερά το παλιό σημάδι.
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ακούγοντας θόρυβο έξω στην αυλή , κοίταξε έξω από το παράθυρό του και είδε την μικρή του κόρη, να επιστρέφει στο σπίτι κρατώντας μια βαλίτσα. Με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, την παρακολούθησε στην συνέχεια να μπαίνει μέσα και να κατευθύνεται πατώντας στις μύτες των ποδιών στο δωμάτιό της.
Τον είδε την ώρα που άνοιγε την βαλίτσα για να βγάλει τα ρούχα και τα υπόλοιπα υπάρχοντά της  που είχε κρυφά μαζέψει. Εκείνη την στιγμή άκουσαν και το θόρυβο στο παραθύρι της. Γυρνώντας και οι δύο προς τα εκεί , είδαν μια κοκκινόουρη γερακίνα να χτυπάει με το ράμφος της το τζάμι. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν είχε κιόλας φύγει μακριά.
Στα χρόνια που πέρασαν δεν αναφέρθηκαν ποτέ σ’ εκείνο το γεγονός. Ο δεσμός τους δεν έσπασε στιγμή και ποτέ δεν αισθάνθηκε πως την έχασε, ούτε κι όταν έφυγε για να πάει στο δικό της σπιτικό. Απέκτησε ένα γιο και όταν μεγάλωσε, τον πήγε στον πατέρα της, ζητώντας να του μάθει την τέχνη του γερακάρη.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Ο λύκος και η νεράιδα της λίμνης



Ένα χειμωνιάτικο βράδυ. σε μια λίμνη σκαρφαλωμένη στα βουνά, έφτασε ένας λύκος οδηγημένος από την πείνα και τους περίεργους θορύβους που άκουγε. Αν και λύκος ήταν μοναχικός. Του άρεσε από καιρό σε καιρό να εγκαταλείπει την αγέλη του και να γυρίζει στα βουνά μονάχος , να ανακαλύπτει ομορφιές και να γνωρίζει νέους τόπους.
Είχε ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το φεγγάρι ολόγιομο, καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης, φωτίζοντας και την γύρω της περιοχή. Τα αστέρια,  χλωμά μπροστά στην λάμψη του φεγγαριού, αντανακλούσαν το φως τους σαν παιχνίδισμα στην επιφάνεια του νερού και το έσπαζαν σε χιλιάδες κομμάτια, όπου υπήρχε κίνηση. Στην αρχή ο λύκος νόμιζε πως το παιχνίδισμα ήταν που του τράβηξε την προσοχή, κοιτώντας όμως καλύτερα, διέκρινε μικρές σκιές ανάμεσα στις καλαμιές, ενώ στα αυτιά του έφτασε ο ήχος από πνιχτά γέλια.
Περίεργος και επιφυλακτικός πλησίασε προσεκτικά για να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Και τότε τις είδε. Νεαρές νεράιδες του γλυκού νερού με ξέπλεκα τα μακριά τους μαλλιά, μαζεμένες σε κύκλο και με τα χέρια πλεγμένα, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν ντυμένες με φύλλα και πέταλα λουλουδιών και δέντρων κι έτσι όπως στροβιλιζόταν θύμιζαν πολύχρωμο μπουκέτο, που ο αέρας έφερνε στην ευαίσθητη μύτη του, το γλυκό και μεθυστικό άρωμά τους. Έμεινε ακίνητος, μαγεμένος από το θέαμα και περίεργος να δει τι θα γίνει στην συνέχεια.
Οι νεραϊδούλες λύνοντας τον κύκλο, άφησαν άτακτα τα λουλουδένια φορέματά τους στις καλαμιές και η μία μετά την άλλη βούτηξαν στα κρύα νερά της λίμνης. Έμεινε να τις κοιτάζει καθώς ξεμάκραιναν, με τα ξανθά, κόκκινα και καστανά μαλλιά τους να επιπλέουν γύρω τους σαν φύκια, ενώ το σεληνόφως ασήμιζε τα φτερά τους. Αυτές κολυμπούσαν βιαστικά, κυνηγώντας η καθεμία , το αντικαθρέφτισμα από ένα διαφορετικό αστέρι και φτάνοντας στο κέντρο του, εξαφανιζόταν από την επιφάνεια του νερού.
Τότε άκουσε το κλάμα. Γύρισε ξαφνιασμένος ψάχνοντας την πηγή του. Στην όχθη της λίμνης, δίπλα στο σωρό με τα λουλουδένια φορέματα, ήταν μια νεράιδα, που έκλαιγε με λυγμούς . Την παρατήρησε και πρόσεξε πως ήταν διαφορετική από τις άλλες. Ήταν ψηλή και μεγαλύτερη στην ηλικία από τις υπόλοιπες, τα μαλλιά της ήταν μαύρα σαν την νύχτα, τα φτερά της ήταν μικρά και το φόρεμά της ήταν φτιαγμένο από τσουκνιδόφυλλα.
Προσπαθώντας να μην τρομάξει , πλησίασε αργά και σταθερά προς το μέρος της. Η νεράιδα νιώθοντας την παρουσία του, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε ίσια στα μάτια χωρίς ίχνος φόβου. Κοιτάζοντας τα μαύρα μάτια της , που έλαμπαν ακόμα από τα δάκρυα, την ρώτησε με απαλή φωνή τι της συμβαίνει και γιατί δεν ακολούθησε τις υπόλοιπες.
Αυτή προχώρησε και κάθισε στην άκρη της λίμνης βουτώντας τα ξυπόλυτα πόδια της στο νερό. Χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει τον κάλεσε να κάτσει δίπλα της. Κοιτώντας προς το φεγγάρι άρχισε να διηγείται με φωνή μονότονη και κουρασμένη πως έχασε το δικαίωμα , που έχουν όλες οι νεράιδες του γλυκού νερού, να ανανεώνεται κάθε πανσέληνο και να μένει άφθαρτη, γιατί επέτρεψε σ’ έναν άνθρωπο να την δει γυμνή, χωρίς να του πάρει ούτε την μιλιά, ούτε την καρδιά , όπως ήταν γραμμένο στους κανόνες των ξωτικών, εδώ και αιώνες.
Ο λύκος την κοίταξε δείχνοντας τα δόντια του, που έλαμψαν και της είπε πως όλες οι αγέλες θέλουν υποτακτικούς και πάντα τους απειλούν με τον χαμένο παράδεισο. «Θέλει δύναμη και παρρησία για να μην συμφωνείς με αυτό που λέει ο αρχηγός, όποιος κι αν είναι αυτός, και να προχωρήσεις μόνος σου. Έχεις τσαγανό, μικρή μου κι αυτό πρέπει οι άλλοι να μάθουν να το υπολογίζουν και να το φοβούνται. Κι όσοι δεν το φοβούνται να το σέβονται».
Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή και βάλανε τα γέλια. Γελούσαν για ώρα πολύ κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Ενώ το πρώτο φως της αυγής έβαφε τον ουρανό, ο λύκος την ρώτησε για το περίεργο φόρεμά της. Η νεράιδα του είπε πως το φως του ήλιου θα κάψει τα φτερά της κι ότι δεν μπορεί να μείνει άλλο. Του ζήτησε να έρθει το επόμενο βράδυ για να του πει την υπόλοιπη ιστορία κι ανοίγοντας τα φτερά της, πέταξε γρήγορα μακριά.
Η μέρα πέρασε αργά και για τους δύο. Η ελπίδα πως θα νικήσουν την μοναξιά φώλιασε στην καρδιά τους και περίμεναν με αδημονία να δύσει ο ήλιος για να βρεθούν ξανά. Μόλις σουρούπωσε ο λύκος κίνησε για την λίμνη. Πήγαινε αργά προσπαθώντας να μην δείξει την ανυπομονησία του. Η καχύποπτη φύση του τον έκανε να σκέφτεται πως η νεράιδα παίζει κάποιο παιχνίδι και προσπαθούσε να σκεφτεί πως θα αμυνθεί αν τελικά είναι κάποιο κόλπο.
Την βρήκε να κάθεται στο ίδιο σημείο, που είχαν αποχαιρετιστεί το πρωί. Του χαμογέλασε και τα μάτια της έλαμψαν στο σκοτάδι. Τον χάιδεψε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της προσπαθώντας να κλέψει λίγη από την ζεστασιά του. Ο λύκος έμεινε ακίνητος . Γύρισε το κεφάλι και την δάγκωσε απαλά ζητώντας της να συνεχίσει την ιστορία.
Του είπε πως οι νεράιδες φτιάχνουν φορέματα με τα λουλούδια και τα φυτά, που ανθίζουν μέσα τους. Ο άνθρωπος , που επέτρεψε να την δει γυμνή, της ζήτησε ένα δώρο. Κι αυτή μην έχοντας τίποτα άλλο να του δώσει, έβγαλε το φόρεμα με τα ροδοπέταλα που φορούσε και του το έδωσε. Αυτός ,ενώ πρόθυμα το δέχτηκε, έφυγε και δεν γύρισε πίσω ποτέ πια. Κι αυτή, το μόνο που βρήκε ψάχνοντας στην καρδιά της για να καλύψει την γύμνια της , ήταν τα τσουκνιδόφυλλα. Αυτό το νέο φόρεμα δεν μπόρεσε να το βγάλει από πάνω της ,όσο κι αν την πονούσε, γιατί είχε κολλήσει στο δέρμα της και ο κήπος της καρδιάς της σταμάτησε να ανθίζει.
Ο λύκος έμεινε σιωπηλός για λίγο. Της είπε πως θα την βοηθήσει να βγάλει το φόρεμα με τις τσουκνίδες κι άρχισε να τραβάει με τα δόντια του ένα-ένα τα κολλημένα φύλλα. Η γλώσσα του γέμισε φουσκάλες, που τον έτσουζαν και τον πονούσαν, αλλά αυτός συνέχισε να τραβάει αποκαλύπτοντας σταδιακά το γυμνό κορμί της. Η νεράιδα δεν διαμαρτυρήθηκε, όταν ένιωσε τα δόντια του στην σάρκα της. Ήξερε πως το έκανε για το καλό της. Αλλά δεν παρέλειψε να του χτυπήσει ανάλαφρα την μουσούδα, ώστε να είναι σίγουρη πως δεν θα ξεχαστεί.
Το ίδιο συνεχίστηκε πολλά βράδια. Κι όσο το κορμί της νεράιδας απελευθερωνόταν από τα πράσινα δεσμά του, τόσο περισσότερο ο λύκος έμενε σιωπηλός. Σταμάτησε να του χτυπάει την μουσούδα και να παίζει μαζί του. Κοιτούσε την εικόνα της στον καθρέφτισμα της λίμνης και την σύγκρινε με αυτήν που έβλεπε στα μάτια του λύκου. Χαμήλωνε αμέσως το βλέμμα κι άρχιζε να του λέει ιστορίες, χωρίς να είναι βέβαιη πια αν την ακούει και μην τολμώντας να τον διακόψει, βλέποντας τον πόνο που του προκαλούσε.
Ένα ανοιξιάτικο βράδυ, τα τσουκνιδόφυλλα τελείωσαν όλα. Η νεράιδα, γυμνή, αλλά χαρούμενη, κοίταξε τον λύκο, τον αγκάλιασε και του είπε να ζητήσει ό,τι θέλει για αμοιβή κι αυτή θα του το έδινε χωρίς σκέψη. Αυτός κοιτώντας την με μάτια αγριεμένα απάντησε πως δεν θέλει τίποτα από αυτήν. Κι ότι ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούνε. Αυτή συγκρατώντας τα δάκρυα της του ζήτησε να έρθει για ακόμα ένα βράδυ. «Θέλω να δεις το νέο μου φόρεμα» του είπε «και να με δεις επιτέλους να χορεύω».
Την άλλη μέρα είχε πανσέληνο, όπως τότε που πρωτογνωριστήκαν. Ο λύκος πήγε στο γνωστό μέρος, αλλά δεν την είδε. Παραξενεμένος κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τα ίχνη της. Κοιτώντας προς τις καλαμιές, την είδε. Φορώντας ένα κατακόκκινο φόρεμα, φτιαγμένο από χιλιάδες πέταλα παπαρούνων, τον περίμενε κοιτώντας τον μετά από καιρό κατάματα.
Άρχισε να χορεύει κι ενώ στροβιλιζόταν γύρω τόσο γρήγορα ,που φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα, την άκουσε για πρώτη φορά να τραγουδάει. Μαγεμένος κάθισε για να παρακολουθήσει αυτήν την παράσταση την ειδικά αφιερωμένη σε εκείνον. Κι ενώ ένα χαμόγελο έσκασε μετά από καιρό στα χείλη του, ένιωσε να πέφτει επάνω του ένα υγρό φύλλο.
Την είδε να βγάζει από πάνω της τα κόκκινα πέταλα και να τα πετάει προς το μέρος του χωρίς να σταματάει να χορεύει και να τραγουδάει.
«Για σένα αγάπη μου, κι ας μην τα ζήτησες ποτέ.
Για σένα αγάπη μου, κι ας μην κρατήσεις ούτε ένα.
Για σένα αγάπη μου, κι ας με ξεχάσεις αύριο».
Κι όσο ο σωρός μεγάλωνε κι το σώμα της γυμνωνόταν, άρχισε να βλέπει πως από κάτω είχε άλλα φύλλα, κατακόκκινα κι αυτά. Του πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει πως ήταν τσουκνιδόφυλλα , ποτισμένα στο αίμα.
Ο λύκος δίστασε για μια στιγμή. Και μετά πήδηξε επάνω της να την σταματήσει. Την έριξε κάτω, πάνω στον κόκκινο σωρό και προσπάθησε να την ακινητοποιήσει με τα πόδια και τα δόντια του. Κι ενώ ο ήλιος έστελνε τις πρώτες ακτίνες του στη γη , έμεινε λαχανιασμένος να την κοιτάει.
Τα φτερά της νεράιδας κάηκαν στην στιγμή αφήνοντας στο έδαφος ένα σημάδι σαν πρωινή πάχνη. Οι πληγές στο κορμί της έκλεισαν. Κι ενώ οι ματιές τους αντάμωναν ξανά , το σώμα της τυλίχτηκε με άσπρα ροδοπέταλα. Τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και ένιωσε την ανάσα του να της χαϊδεύει το πρόσωπο, πριν ακουμπήσει το κεφάλι του στον μυρωμένο της λαιμό.
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Κάποιοι παρατηρητές παρακολουθώντας έναν μοναχικό λύκο, οδηγήθηκαν σε μια απομονωνόμενη λίμνη. Τον είδαν να πηγαίνει στις καλαμιές και τον ακολούθησαν. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα στρώμα από παπαρούνες κι έτσι όπως γύρισε να τους κοιτάξει, είδαν πως στο στέρνο του είχε ένα περίεργο άσπρο σημάδι, που θύμιζε τριαντάφυλλο…

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

Η κούνια



Όταν ήμουν εννέα χρονών, έσπασα το πόδι μου. Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, μου το έσπασαν πετώντας επάνω του ένα θρανίο...
Ήμασταν άγρια παιδιά. Τα παιχνίδια μας κατέληγαν συχνά σε ξύλο, κυνηγιόμασταν με φυσοκάλαμα με καρφίτσες, σκαρφαλώναμε σε απόκρημνα βράχια για να φτάσουμε στο λημέρι μας, μπαίναμε κρυφά στις οικοδομές, που χτιζόταν παντού στην γειτονιά.
Γυρνούσα σπίτι γεμάτη γρατζουνιές, μελανιές, ανοιχτές πληγές, που τις επιδείκνυα με υπερηφάνεια. Δεν έκλαιγα ποτέ μου όσο κι αν πονούσα. Δυνάμωνα την αντοχή στον πόνο με ασκήσεις. Τρυπούσα το πόδι με παραμάνες, έκοβα μικρά κομματάκια με ψαλίδι, έβαζα το χέρι μου στην φλόγα του κεριού.
Μπορούσα όμως να κλαίω με τις ώρες για τα παθήματα του ήρωα του βιβλίου, που διάβαζα, ενώ πάντα τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα, όταν μ' έπιανε το παράπονο, και δάγκωνα τα χείλη μου πεισματάρικα για να μην τ' αφήσω να κυλήσουν.
Δεν έκλαψα ούτε εκείνη την ημέρα. Ούτε όταν έσπασε, ούτε όταν με μεταφέρανε στο σπίτι άρον άρον, ούτε όταν πήγαμε στον γιατρό. Ζήτησα από τον γιατρό να μου κάνει τακουνάκι στον γύψο, για να ταιριάζει με τα καινούρια μου λουστρίνια, κι αυτός μου χαμογέλασε και μου έκανε το χατίρι. Μου είπε ότι θα πρέπει να τον έχω για δύο εβδομάδες, να προσέχω να μην το χτυπήσω κι έφυγα με το κεφάλι ψηλά.
Δύο εβδομάδες! Το διάστημα φάνταζε αιωνιότητα στα παιδικά μου μάτια. Άρχισα να καταστρώνω σχέδια για παιχνίδια, που δεν θα χρειαζόταν τρέξιμο και σκαρφάλωμα. Πήρα τις πατερίτσες με καλό μάτι και πήγαινα στο σχολείο με κέφι, κάθε μέρα μ' ένα καινούριο παιχνίδι και με κάποια υπερηφάνεια.
Το μόνο, που μου έλειπε ήταν η κούνια. Ήταν κρεμασμένη στην αυλή του διπλανού σπιτιού και λόγω εξάσκησης και χαρακτήρα, πήγαινα πιο ψηλά από όλα τα παιδιά κι ήταν πάντα χαρά μου να παραβγαίνω με τα αγόρια και τα κορίτσια της γειτονιάς και να τα νικάω. Η πιο αγαπημένη μου όμως στιγμή ήταν το σούρουπο, όταν άρχιζαν οι μαμάδες να βγαίνουν στα μπαλκόνια και στις αυλές για να καλέσουν το παιδομάνι, με φωνές και παρακάλια, να γυρίσουν σπίτι.
Τότε, κλέβοντας χρόνο, καθόμουν μόνη μου στην κούνια, κι όσο πιο ψηλά ανέβαινα, ένιωθα ελεύθερη και χαρούμενη. Μου έλειπε κυρίως εκείνη η μικρή στιγμή, που νόμιζα πως θα αγγίξω τον ουρανό . Ούτε οι γονείς, ούτε οι φίλοι με άφηναν να πλησιάσω. Εγώ όμως, κάθε βράδυ την ονειρευόμουν.
Γυρνούσα κάθε απόγευμα και καθόμουν στα καρφιά, μέχρι να φύγουν όλοι. Πλησίαζα και την χάιδευα. Οι μέρες δεν περνούσαν. Είχε περάσει ήδη μια εβδομάδα, όταν δεν κρατήθηκα άλλο.
Κουτσαίνοντας και στηριζόμενη στις πατερίτσες πήγα μέχρι εκεί. Έριξα μια βιαστική ματιά γύρω μου και προχώρησα αποφασιστικά, προς το μέρος της κούνιας.
Άφησα προσεκτικά τα δεκανίκια και πιάνοντας τα σκοινιά, κατάφερα να ανέβω. Προσπάθησα να πάρω φόρα, χρησιμοποιώντας το καλό μου πόδι κι έπεσα. Το επανέλαβα μέχρι που τα κατάφερα. Ενώ είχα φτάσει ψηλά, νιώθοντας την άγρια χαρά που μου χάριζε πάντα η έλλειψη βαρύτητας, το πόδι με τον γύψο , μ΄ έκανε να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω άγαρμπα στο έδαφος.
Ένιωσα ένα οξύ πόνο να με διαπερνάει καθώς έπεφτα. Δαγκώνοντας τα χείλη μου αποφασιστικά κατάφερα να σηκωθώ, ενώ ο πατέρας μου ερχόταν τρέχοντας προς το μέρος μου, ειδοποιημένος από τους γείτονες- θεατές.
Πήγαμε στον ίδιο γιατρό. Μου έβγαλε τον ραγισμένο γύψο και βγάλαμε ακτίνες. Μου είπε ότι θα έπρεπε να κρατήσω τον καινούριο γύψο, άλλες δυο εβδομάδες. Ο πατέρας μου, μουρμούρισε κάτι ανάμεσα στα δόντια του, για την ανυπομονησία μου και την τρέλα μου. Ο γιατρός βλέποντας τα μάτια μου βουρκωμένα για πρώτη φορά, μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά και χαμηλώνοντας τη φωνή του , με ρώτησε: "Άξιζε τον κόπο;". Έβαλα τα γέλια και απάντησα: "ναι, γιατρέ..τον άξιζε".
Δεν παραπονέθηκα καθόλου όλο το υπόλοιπο διάστημα, που έμεινα στον γύψο. Ακόμα και σήμερα την περίοδο εκείνη την σκέφτομαι με τρυφερότητα. Πρόσφατα κάποια φίλη με ρωτούσε γιατί αφέθηκα να πληγωθώ, γιατί επέλεξα να κυνηγήσω μία χίμαιρα, γιατί δεν σκέφτηκα τις συνέπειες, πριν να ακολουθήσω τον δρόμο της καρδιάς.
Έβαλα τα γέλια και της απάντησα "γιατί άξιζε τον κόπο!".


Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Η πασχαλίτσα και η ζάχαρη



Ζούσε κάποτε μία πασχαλίτσα, που δεν φοβόταν τίποτα και κανέναν. Όλη μέρα περιφερόταν από λουλούδι σε φύλλο μασουλώντας μελίγκρες, διασκεδάζοντας με τον φόβο των φίλων της για τα πουλιά και τους ανθρώπους .
Ποτέ δεν τάχυνε το βήμα της, ούτε πετούσε μακριά όταν ερχόταν αντιμέτωπη με κάποια απειλή. Της άρεσε να δείχνει την τόλμη της βολτάροντας καμαρωτή στα μπράτσα και στις παλάμες των ανθρώπων, που συναντούσε στο δρόμο της και να πετά βαριεστημένα μετά μακριά, ενώ οι φίλες της την κοιτούσαν με έκπληξη και θαυμασμό.
Σε μία από αυτές τις βόλτες, ο άνθρωπος, ένα εννιάχρονο αγοράκι, άπλωσε άξαφνα το χέρι τους και την έκλεισε στην χούφτα του. Μέχρι να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί ,ένιωσε να πέφτει, χωρίς να μπορεί να πιαστεί από πουθενά. Προσπάθησε να πετάξει μακριά, αλλά όπου και να στρεφόταν χτυπούσε σε κάτι σκληρό. Δεν σταμάτησε να ψάχνει διέξοδο παρά μόνο όταν εξαντλημένη, έπεσε κάτω. Το αγοράκι έκλεισε το βάζο, βάζοντας ως καπάκι μια γάζα, που την έπιασε γρήγορα με ένα λαστιχάκι. Έβγαλε προσεκτικά ένα σακουλάκι από την τσέπη του κι ανοίγοντας μια ακρούλα άρχισε να ρίχνει το περιεχόμενό του μέσα στο βάζο.
Η πασχαλίτσα ένιωσε κάτι να πέφτει επάνω της και γύρισε να δει. Τριγύρω της έπεφταν συνεχώς κάτι άσπροι, κρυσταλλένιοι κόκκοι. Δοκίμασε διστακτικά ένα μικρό κομμάτι. Και ξετρελάθηκε. Ήταν ότι πιο νόστιμο είχε δοκιμάσει ποτέ της. Συνέχισε να μασουλάει ασταμάτητα. Ένιωσε την καρδούλα της να χτυπάει σαν τρελή και της ήρθε κάτι σαν λιγοθυμιά από την ηδονή.
Δεν ήξερε πόσος καιρός πέρασε. Αν ήταν στιγμές ή μέρες ή μήνες. Αυτή η ζαχαρένια φυλακή την είχε κάνει να χάσει την αίσθηση του χρόνου και δεν αποζητούσε τίποτα άλλο, παρά να βλέπει τους μικρούς άσπρους κόκκους και να τους γεύεται. Είχε λησμονήσει την περηφάνια, τις φίλες, τον εαυτό της.
Κοιτάζοντας έξω από τον γυάλινο κόσμο της, είδε ένα κοριτσάκι να πλησιάζει. Το αγοράκια περήφανο της έδειχνε την φυλακισμένη πασχαλίτσα και γελούσε. Είδε τα μαύρα μάτια του κοριτσιού να ανάβουν σαν κάρβουνα, καθώς χειρονομούσε και φώναζε. Το χαμόγελο σβήστηκε από το πρόσωπο του δεσμοφύλακά της.
Το αγοράκι άνοιξε το βάζο κι άρχισε να παρακινεί την πασχαλίτσα να βγει έξω. Αυτή άρχισε να οπισθοχωρεί, να ψάχνει μέρος να κρυφτεί, να μείνει εκεί για πάντα. Με μια αποφασιστική κίνηση, το αγοράκι έβαλε το χέρι του στο βάζο, την έβγαλε έξω και την άφησε πάνω σ' ένα φύλλο. Το κορίτσι τον κοιτούσε χωρίς να μιλάει, μέχρι που έβγαλε την σακουλίτσα με την ζάχαρη και της την έδωσε. Του χαμογέλασε και έμειναν να κοιτάζονται στα μάτια, αδιαφορώντας για τον κόσμο γύρω τους και την απελευθερωμένη πασχαλίτσα.
Αυτή έμεινε παραζαλισμένη να κοιτάει γύρω της με απόγνωση. Ο κόσμος γύρω της φαινόταν άγριος και απειλητικός. Δοκίμασε να πετάξει, αλλά δεν τα κατάφερε .Απελπισμένη άρχισε να περπατάει παραπατώντας, ενώ κοίταζε με ελπίδα πίσω της, μήπως το αγοράκι ξαναγυρίσει.
Μετά από αρκετές μέρες άρχισε να πετάει. Οι μελίγκρες της φαινόταν άνοστες κι έχανε συνέχεια βάρος. Βρήκε τις φίλες της, τις μάζεψε γύρω της και τις είπε "Είχατε δίκιο να φοβάστε. Δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομακτικό, από την γλύκα των ανθρώπων".
Πέρασαν μήνες και ακόμα δεν είχε βρει το κέφι της και την πρότερη ανεμελιά της. Ένιωθε πως είχε αφήσει ένα κομμάτι του εαυτού της στον πάτο του βάζου, που δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά. Μια μέρα, ενώ έτρωγε βαριεστημένα τις μελίγκρες μιας ροδιάς, είδε μπροστά της το ίδιο αγοράκι , που την είχε τότε αρπάξει. Καθόταν στο γρασίδι παρέα με το κοριτσάκι και τρώγανε εναλλάξ κάτι από ένα μεγάλο βάζο, χρησιμοποιώντας το ίδιο κουτάλι.
Με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή, πέταξε κι έπεσε με φόρα στο βάζο, που ήταν γεμάτο με μέλι. Κατάλαβε το λάθος της , αλλά ήταν πια πολύ αργά. Ενώ άρχισε να βουλιάζει στο παχύρευστο υγρό, το δοκίμασε διστακτικά . Η γεύση του ήταν υπέροχη. Σταμάτησε να παλεύει κι άφησε τον εαυτό της να βουλιάξει στην γλύκα.
Το αγοράκι προσπάθησε να την βγάλει με το κουτάλι, όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν πια νεκρή. Την κράτησε μπροστά στο πρόσωπό του και είπε "Τι ανόητη πασχαλίτσα! Βούλιαξε μέσα στο μέλι και πέθανε για το τίποτα!".
Το κοριτσάκι σηκώθηκε όρθιο. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα και τα μάτια της έλαμπαν. Στάθηκε μπροστά του και του φώναξε "Εγώ, πάντως, την ζηλεύω!" κι έφυγε τρέχοντας. Το αγοράκι δεν προσπάθησε να την σταματήσει. Την ήξερε αρκετά καλά για να γνωρίζει πόσο επικίνδυνη γινόταν όταν τα μάτια της ήταν βουρκωμένα. Ήταν σίγουρος άλλωστε ότι θα γυρίσει,. Πάντα γυρνούσε. .
Βρεθήκανε μετά από δέκα χρόνια τυχαία στο σπίτι ενός γνωστού. Συμφωνήσανε να βγούνε την επόμενη μέρα για ένα ποτό. Ο νεαρός πλέον άντρας μετά από λίγη ώρα, της είπε "Για πολλά χρόνια ονειρευόμουνα τα μάτια σου και με κυνηγούσε στους εφιάλτες μου η πλάτη σου". Αυτή τον κοίταξε για πολλή ώρα στα μάτια, ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό της και τέλος του είπε "Λυπάμαι, καλέ μου, αλλά είναι πολύ αργά για ζάχαρη τώρα. Έχω συνηθίσει στο μέλι".
Σηκώθηκε όρθια, τον φίλησε απαλά στο μάγουλο και έφυγε περπατώντας αργά. Δεν γύρισε ούτε μια φορά να κοιτάξει πίσω της. Ο νεαρός άντρας έμεινε να κοιτάζει την πλάτη της καθώς απομακρυνόταν για άλλη μια φορά.
Άνοιξε την παλάμη του και κοίταξε το τσαλακωμένο κόκκινο κουτάκι, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Έβγαλε τρυφερά από μέσα μια ασημένια πασχαλίτσα και την άφησε να πέσει στο ποτήρι του.
Δεν συναντηθήκανε ποτέ ξανά.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Το πρωτομαγιάτικο στεφάνι



Πέρασε κι αυτή η Πρωτομαγιά κι η βροχή μαζί με το κρασί ξεκλείδωσαν αναμνήσεις, από τα περασμένα.
Οι πρωτομαγιές των παιδικών μου χρόνων είναι γεμάτες από φως, χρώμα ,γέλιο και μια σταγόνα δάκρυ. Σηκωνόμουν πάντα νωρίς και ανυπόμονα περίμενα να ξυπνήσουν και να ετοιμαστούν οι γονείς μου για να φύγουμε. Έλεγχα αν υπήρχε ακόμα στον καρπό μου ο "μάρτης" για να μην με κάψει ο μαγιάτικος ήλιος , όπως φοβόταν η γιαγιά, και χοροπηδούσα όλη την ώρα μέχρι να έρθουν και οι υπόλοιποι και να ξεκινήσουμε.
Οι "υπόλοιποι" ήταν η μεγάλη παρέα των γονιών μου, πάντα μαζί σε όλες τις γιορτές και σχόλες, τις ηλιόλουστες Κυριακές και φυσικά την Πρωτομαγιά. Στριμωγμένοι σαν σαρδέλες στο αυτοκίνητο, οι γυναίκες πίσω κι εμείς στην αγκαλιά τους, με τον ιδρώτα να κυλάει και τα πειράγματα να δίνουν και να πέρνουν, φτάναμε στον προορισμό μας.
Μέχρι να ετοιμάσουν οι γυναίκες τα μεζεδάκια για το τσίπουρο, εμείς, τα παιδιά αυτής της πολύβουης παρέας, ξεχυνόμασταν να μαζέψουμε λουλούδια και κλαδιά για να φτιάξουμε το πρωτομαγιάτικο στεφάνι.
Εκείνη την πρωτομαγιά, όταν ήμουν έξι χρονών, το πρωτομαγιάτικο στεφάνι έγινε αιτία να αλλάξουν πολλά πράγματα μέσα μου. Αφού μαζέψαμε τα λουλούδια και τα κλαδιά, το μελίσσι, όπως μας λέγανε, γυρίσαμε και κάτσαμε μακριά από τους μεγάλους για να πλέξουμε τα στεφάνια. Λίγο πριν βγει το κρασί και τα κρέατα από την σκάρα, εμφανιστήκαμε κρατώντας ο καθένας το δικό του.
Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν κάνει στεφάνια καλοδεμένα, σε κυκλικό σχήμα, χρησιμοποιώντας δύο ή τρία χρώματα και λουλούδια. Εγώ εμφανίστηκα, καμαρωτή σαν γύφτικο σκερπάνι, με το γνωστό σκανδαλιάρικο χαμόγελο στα χείλη, κρατώντας ένα στεφάνι το οποίο ήταν έτοιμο να διαλυθεί, το σχήμα του δεν ήταν ούτε κυκλικό ούτε τριγωνικό, αλλά κάτι ενδιάμεσο και ήταν φορτωμένο με κάθε λογής λουλούδια, που μπόρεσα να βρω, διαφορετικά όλα σε χρώμα και μέγεθος.
Η μητέρα μου με κοίταξε έκπληκτη και άρχισε να φωνάζει "μα, τι είναι αυτό που έκανες; Αυτό δεν μοιάζει με στεφάνι. Δεν σου έχω δείξει τόσες φορές πως το δένουν, πως το στερεώνουν; Αχ, και τα λουλούδια.." Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της. Κατακόκκινη, με τα μάτια να γυαλίζουν από τα δάκρυα που δεν ήθελα να αφήσω να κυλήσουν, πέταξα κάτω το στεφάνι κι έφυγα τρέχοντας. Κάθισα κάτω από ένα δέντρο κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς.
Λίγη ώρα μετά ήρθε και με βρήκε ο πατέρας μου, κρατώντας με προσοχή το ετοιμόρροπο στεφάνι στα χέρια. Κάθισε δίπλα μου κι άρχισε να μιλάει κοιτώντας ευθεία μπροστά του, μέχρι να σκουπίσω τα μάτια μου. "Είμαι πολύ περήφανος για το στεφάνι που έκανες. Μου αρέσει που είναι διαφορετικό από αυτά που έκανε το υπόλοιπο μελίσσι. Δείχνει ότι θέλησες να βρεις εσύ μόνη σου τον τρόπο και δεν μιμήθηκες τους άλλους." .
 Σταμάτησα να κλαίω και γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. "Δεν μου άρεσε όμως που έφυγες. Όταν κάποιος κατακρίνει κάτι που μας αρέσει, το υπερασπιζόμαστε. Και ποτέ, μα ποτέ δεν το παρατάμε" και μ' αυτές τις λέξεις μου έδωσε το στεφάνι μου και με πήρε αγκαλιά.
Γυρίζοντας το βράδυ στο σπίτι, κοιτώντας άγρια την μητέρα μου , που προσπάθησε κάτι να πει, ο πατέρας μου κρέμασε το στεφάνι, που δεν το είχα αφήσει στιγμή από τα χέρια μου, στην πόρτα μας. Έμεινε εκεί μέχρι που διαλύθηκε τελείως.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και πολλές πρωτομαγιές. Ο πατέρας μου πέθανε τον Μάρτη του '95 από την επάρατο νόσο, αφήνοντας ένα κενό, που δεν αναπληρώθηκε ποτέ
Δεν έπλεξα άλλο πρωτομαγιάτικο στεφάνι από τότε. Η σχέση με την μητέρα μου δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.
Δεν κρέμασα στεφάνι στην πόρτα μου και φέτος. Αλλά όπως κάθε χρονιά, τα λόγια του πατέρα μου, παραμένουν στεφάνι γύρω από την καρδιά μου. Κι αυτό το στεφάνι χρόνια τώρα το υπερασπίζομαι και ποτέ, μα ποτέ, δεν το παρατάω..

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Το κορίτσι και το χρυσόψαρο



Ζούσε κάποτε σε ένα ενυδρείο ένα μικρό χρυσόψαρο, που ήταν πολύ περίεργο, ανυπόμονο και βιαστικό. Ήθελε συνεχώς να δοκιμάζει καινούρια πράγματα, να γνωρίζει καινούρια χρυσόψαρα, να συζητά με άλλα ψάρια, αλλά όσο περνούσε ο καιρός μειωνόταν οι επιλογές που είχε στο ενυδρείο για να ικανοποιήσει τις ανάγκες αυτές, κι άρχισε να γίνεται ευερέθιστο και νευρικό.
Σταδιακά άρχισε να επιχειρεί μικρά άλματα κρατώντας την ανάσα του, μέχρι να νιώσει τα βράγχια του να πονάνε. Όλο και πιο συχνά δοκίμαζε την ικανότητά του, ενώ τα υπόλοιπα χρυσόψαρα του ενυδρείου σταμάτησαν να του κάνουν παρέα και έμεινε μόνο.
Μία μέρα είδε ένα περίεργο πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι του ενυδρείου να το παρακολουθεί. Ήταν ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε, που το κοιτούσε συνεχώς, όπου κι αν πήγαινε. Κοιτάζοντάς την προσεκτικά, έκανε ένα από τα μεγάλα του άλματα και πέφτοντας ξανά μέσα στο νερό γύρισε να δει τις αντιδράσεις της. Αυτή χτυπούσε τα χέρια και γελούσε.
Την άκουσε να φωνάζει τον μπαμπά της. Χτυπούσε το πόδι κάτω και επέμενε ότι έχει βρει το τέλειο χρυσόψαρο κι ότι το θέλει δικό της. Από την έκφραση στο πρόσωπο του πατέρα της ήταν εμφανές ότι η νίκη ήταν με το μέρος της.
Το χρυσόψαρο έκανε συνεχώς τα τρελά του άλματα, ενώ η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Επιτέλους! Κάποιος που τον δεχόταν όπως ήταν και μάλιστα η ιδιορρυθμία του ήταν προσόν κι όχι ελάττωμα! Πάρε με μαζί σου ήθελε να φωνάξει, αλλά από το στόμα του βγήκαν μόνο μικρές φυσαλίδες. Κόλλησε στο τζάμι του ενυδρείου και περίμενε.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και το κοριτσάκι ξαναγύρισε με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο στο παιδικό της μουτράκι. Σύντομα ένιωσε να τον τραβάνε έξω με μια μικρή απόχη και τον τοποθέτησαν σε μια μικρή σακούλα με νερό. Το κορίτσι την πήρε στα χέρια και φέροντάς την απέναντι από το πρόσωπό της , του χαμογέλασε. " Θα σε πάρω μαζί μου. Θα είμαστε για πάντα μαζί. Μην φοβάσαι τρελό μου χρυσόψαρο, εγώ θα σε προσέχω".
Παρά το άβολο ταξίδι και την ταλαιπωρία, το χρυσόψαρο ένιωθε τόσο ευτυχισμένο όσο ποτέ στην ζωή του. Φτάνοντας στο σπίτι το τοποθέτησαν σε μια μεγάλη γυάλα στο δωμάτιο του κοριτσιού. Αν και ήταν περιορισμένο και χωρίς παρέα, δεν διαμαρτυρήθηκε στιγμή.
Το κορίτσι κράτησε την υπόσχεσή του. Κάθε μέρα το τάιζε, του μιλούσε, του γελούσε και του έλεγε ιστορίες. Το χρυσόψαρο την περίμενε ανυπόμονα και μάζευε τις δυνάμεις του για να κάνει όλο και πιο περίεργα, όλο και πιο μακρινά άλματα, ώστε να την εντυπωσιάζει. Πίστευε πως αξίζει να ξεπερνάει τον εαυτό του, να ζει περιορισμένο και να βλέπει την ζωή μέσα από την μικρή γυάλα, φτάνει να αντικρίζει το χαμόγελο της και να νιώθει αυτήν την κρυφή συνενοχή.
Ο καιρός περνούσε. Η γυάλα άρχισε να γεμίζει βρωμιές και το κορίτσι άρχισε να αδιαφορεί. Δεν κολλούσε πλέον το πρόσωπό της στην γυάλα, δεν του χαμογελούσε κι οι ώρες που του έλεγε ιστορίες ήταν πια παρελθόν. Το χρυσόψαρο όλο και πιο συχνά έπεφτε έξω από την γυάλα στην προσπάθεια να κάνει κάτι πιο εντυπωσιακό και περίμενε τα τρυφερά της χέρια να το πάρουν και να το ξαναβάλουν μέσα, ενώ σπαρταρούσε στο τραπέζι, στο πάτωμα κι όπου αλλού τύχαινε να βρεθεί.
Το κοριτσάκι άρχισε να το μαλώνει. " Μα γιατί δεν κάθεσαι φρόνιμα στην γυάλα σου όπως όλα τα ψαράκια; Γιατί συνέχεια χοροπηδάς και κάνεις τα πάντα μούσκεμα; Σε βαρέθηκα πια!". Όπως όλοι οι άνθρωποι και τα ψάρια είχε αρχίσει να το κατηγορεί και το μισεί για τους ίδιους λόγους ,που το είχε αρχικά αγαπήσει.
Το χρυσόψαρο κοίταξε γύρω του. Ήταν εγκλωβισμένο σε έναν διάφανο κόσμο, που δεν είχε τίποτα να του προσφέρει. Το χειρότερο ήταν ότι αυτόν τον εγκλεισμό τον θεωρούσε τον προσωπικό του παράδεισο για τόσο μεγάλο διάστημα, που πλέον δεν θυμόταν αν είχε ζήσει αλλιώς. Μάζεψε όλες του δυνάμεις και εκτινάχτηκε έξω από την γυάλα.
Έπεσε ακριβώς μπροστά στα πόδια του κοριτσιού. Εκείνη απέμεινε να το κοιτάζει όσο σπαρταρούσε χωρίς να κάνει καμιά κίνηση για να το σηκώσει. Πέρασαν ώρες. Όταν τελικά σταμάτησε να αναπνέει, το πήρε τρυφερά στα χέρια της και το έσφιξε πάνω στο στήθος της  στο μέρος της καρδιάς.
Περπατώντας στις μύτες πήγε ως την κουζίνα και το πέταξε στον κάδο των σκουπιδιών. Γύρισε στο δωμάτιό της και έσπασε την γυάλα πετώντας της κάτω με δύναμη. Οι γονείς της δεν μπόρεσαν να της πάρουν λέξη για αυτή την συμπεριφορά.
Μεγαλώνοντας παρουσίασε κάποια περίεργη αλλεργία στα ψάρια. Δεν πήγαινε ποτέ διακοπές στην θάλασσα και στις λίμνες, ενώ έπινε μόνο μεταλλικό νερό. Στα σαράντα της λιποθύμησε ξαφνικά και την πήγαν για εξετάσεις. Στην ακτινογραφία θώρακος φαινόταν ξεκάθαρα, ακόμα και για τον πιο αδαή, ότι στο μέρος της καρδιάς είχε μια μεγάλη σκιά, που έμοιαζε με χρυσόψαρο .