Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Η βάρκα του έρωτα



         Η Ανθή ξύπνησε νιώθοντας την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή , μούσκεμα στον ιδρώτα, με το νυχτικό της να κολλάει επάνω της σαν δεύτερο δέρμα και το σεντόνι κουβαριασμένο στα πόδια της.
Σηκώθηκε απότομα κι είδε μικρές μαύρες βούλες να σκιάζουν το οπτικό της πεδίο, ζαλίστηκε κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Το ασημί φως του φεγγαριού, που έμπαινε από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, την ξύπνησε τελείως.
Πήγε στο μπάνιο κι έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της, αποφεύγοντας να κοιτάξει το είδωλό της στον καθρέφτη. Βγήκε στο μπαλκόνι, έκατσε στην καρέκλα, άπλωσε τα πόδια στα κάγκελα του μπαλκονιού κι άναψε τσιγάρο.
Είχε τρεις μέρες που έφτασε σε αυτό το παραλιακό χωριό, νοίκιασε ένα δωμάτιο μπροστά στην θάλασσα και κούρνιασε μέσα σαν έμβρυο, χωρίς να βγει παρά μόνο για τα απαραίτητα. Είχε έρθει οδηγημένη από την ανάγκη να ξεχάσει έναν ανέλπιδο έρωτα και διώξει τους εφιάλτες , που την ξυπνούσαν κάθε βράδυ. Δεν είχε κάνει καμία πρόοδο.
Κοίταξε με βλέμμα θολό το μονοπάτι του φεγγαριού πάνω στην θάλασσα κι αναστενάζοντας μπήκε μέσα, έβγαλε την μουσκεμένη ακόμα νυχτικιά, φόρεσε ένα ελαφρύ φορεματάκι , έβαλε τις σαγιονάρες , έριξε τα κλειδιά και τα τσιγάρα στην τσάντα της και βγήκε έξω.
Περπάτησε αρκετή ώρα στην έρημη παραλία μέχρι να φτάσει στο σημείο που είχε εντοπίσει από το μπαλκόνι της, το σημείο που το μονοπάτι του φεγγαριού έφτανε μέχρι τα πρώτα βράχια. Ακούμπησε την τσάντα στην κόχη του βράχου, έβγαλε το φουστάνι, τις σαγιονάρες και τα εσώρουχά της και όρμησε στην θάλασσα, κολυμπώντας μανιασμένα μέχρι να της κοπεί η ανάσα.
Κοίταξε γύρω της , πιότερο για να βεβαιωθεί πως δεν έχασε την πορεία της προς το ολόγιομο φεγγάρι, όταν είδε μία μικρή βάρκα, με την άγκυρα ριγμένη, άδεια, εκεί στη μέση του λιμανιού. Κολύμπησε γεμάτη περιέργεια προς το μέρος της και φτάνοντας κοντά την περιεργάστηκε χωρίς να καταλήξει σε κανένα συμπέρασμα.
Βάζοντας όση δύναμη της είχε απομείνει, κατόρθωσε να μπει μέσα στην ρηχή βαρκούλα, που είχε τα κουπιά της στο πλάι, κι έδειχνε σαν να ήταν εκεί για χρόνια ξεχασμένη. Κοίταξε γύρω της με περιέργεια ψάχνοντας ένα σημάδι που να της έδινε κάποια πληροφορία για τον ιδιοκτήτη της. Άνοιξε το μικρό ντουλαπάκι, στο οποίο βρήκε πέρα από τα αναγκαία, ένα μικρό μπλε τετράδιο και διάφορα μολύβια.
Άνοιξε το τετράδιο. Ήταν λευκό. Κανείς δεν είχε γράψει τίποτα. Το κοίταξε πολύ ώρα , ενώ άρχισε να νιώθει το κορμί της να παγώνει. Έβγαλε την κουβέρτα που είχε δει από πριν , τυλίχτηκε και κράτησε ένα από τα μολύβια στο χέρι της, στριφογυρίζοντας το καθώς σκεφτόταν.
Είχε πολύ καιρό να γράψει. Κι είχε υποσχεθεί πως δεν θα το έκανε. Πως δεν θα έγραφε ξανά για εκείνον. Πως δεν θα έγραφε για τον έρωτα, που την έκαιγε. Και κυρίως για την απώλεια του. Τώρα όμως , ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Κανείς πέρα από το φεγγάρι δεν θα το μάθαινε. Ακόμα κι η ίδια μπορούσε να το ξεχάσει.
Κι έγραψε το γράμμα, που δεν του έστειλε ποτέ. Αυτό που μιλούσε για τον έρωτα που εκπόρνευσε τα όνειρά της, που την καταδίκασε να περιμένει παγιδευμένη στο δίχτυ που της πέταξε θεωρώντας το παλάτι κι όχι φυλακή, που λάθος εκτίμησε, κακώς εμπιστεύτηκε κι έχασε την ψυχή της σε μια ατέρμονη αναζήτηση, που την έφερε σε αδιέξοδο. Έγραφε ώρα πολύ, γεμίζοντας τις σελίδες την μία πίσω από την άλλη χωρίς να κομπιάζει, χωρίς να σκέφτεται, έχυνε πάνω στο χαρτί όλο τον έρωτα και την απόγνωσή της , σκουπίζοντας μηχανικά τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της.
Άφησε την κουβέρτα να στεγνώνει, έβαλε το τετράδιο και τα μολύβια στη θέση τους και έφυγε κολυμπώντας προς την ακτή. Γυρίζοντας στο δωμάτιο, κοιμήθηκε αμέσως, χωρίς τίποτα να ταράξει τον ύπνο της, μετά από πολύ καιρό, μέχρι αργά το πρωί.
Το πρωινό φως που της χάιδεψε το πρόσωπο, την έκανε να ανοίξει τα μάτια. Σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι. Η βάρκα δεν φαινόταν πουθενά. Χωρίς να είναι σίγουρη αν ονειρεύτηκε , κοίταξε πιο προσεκτικά και τότε την είδε. Κάποιος την είχε βγάλει στην ακροθαλασσιά , δίπλα στα βράχια. Είδε από μακριά έναν άντρα να κάθεται στο πλάι της βάρκας, για να του κάνει σκιά, ενώ κρατούσε κάτι στα χέρια του και διάβαζε.
Στριφογυρνούσε όλη μέρα, νιώθοντας αδημονία, περιμένοντας να πέσει ο ήλιος . Δεν τολμούσε να ελπίσει, αλλά κάτι μέσα της την έκανε να χαμογελάει. Περίμενε καθισμένη στο μπαλκόνι μέχρι που είδε την μικρή βάρκα να αγκυροβολεί στο χθεσινό σημείο. Είδε τον άντρα να κάθεται χωρίς να κάνει τίποτα για αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή μετά τα μεσάνυχτα, τον είδε να απομακρύνεται κολυμπώντας.
Ντύθηκε αμέσως κι έφυγε βιαστικά. Έφτασε στην βάρκα με μεγάλες απλωτές κι ανέβηκε βιαστικά. Άνοιξε το ντουλαπάκι κι έβγαλε έξω το μπλε τετράδιο. Ξεφύλλισε βιαστικά τις σελίδες που είχε γράψει την προηγούμενη μέρα και με την καρδιά να χτυπά σαν τρελή είδε στο τέλος γραμμένο κάτι. Διάβασε την απάντηση χαμογελώντας χωρίς να νιώθει το κρύο. Πήρε το μολύβι κι έγραψε ένα νέο γράμμα στον άγνωστο ιδιοκτήτη της βάρκας.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ανθή ένιωθε παράξενα ευτυχισμένη. Κάθε βράδυ επαναλαμβανόταν το ίδιο σκηνικό κι άρχισε να μαθαίνει περισσότερα για τον άγνωστο άντρα και για τον ίδιο της τον εαυτό με αυτήν την παράξενη αλληλογραφία. Ένιωσε με κατάπληξη πως ένιωθε ερωτευμένη με αυτόν τον άντρα που δεν ήξερε, που δεν είχε συναντήσει ποτέ, αλλά τον ένιωθε τόσο κοντά στην ψυχή της όσο κανέναν άλλο. Όλοι οι προηγούμενοι έρωτες, ακόμα κι ο τελευταίος που την είχε οδηγήσει εκεί , έμοιασαν να ξεθωριάζουν όπως τα άστρα στην εμφάνιση του ήλιου.
Ο άγνωστος άντρας νιώθοντας την τρικυμία , που σήκωσε στην καρδιά της, παραξενεμένος από αυτόν τον έρωτα, που δεν μπορούσε να κατανοήσει, σταμάτησε να απαντάει σε κάθε μήνυμα. Η Ανθή έφτανε κολυμπώντας με την ανάσα κομμένη, άνοιγε ανυπόμονα το μπλε τετράδιο και δεν έβλεπε τα αγαπημένα του ορνιθοσκαλίσματα. Αυτό δεν την αποθάρρυνε και συνέχισε να του γράφει, καθώς οι λιγοστές απαντήσεις του ήταν πιο σημαντικές από την σιωπή του.
Ένα βράδυ ξεκίνησε νωρίτερα. Δεν περίμενε να τον δει να βγαίνει. Το προηγούμενο μόλις βράδυ της άφησε ένα μήνυμα, που την έκανε να συνειδητοποίησει πως άκουγε κι αυτός το φτερούγισμα του θεού, αλλά επέλεξε να κωφεύει, ώστε να μην έρχεται σε αντιπαράθεση με την λογική του. Κολυμπούσε αργά και ήρεμα , ενώ αναρωτιόταν αν ήταν σοφή η απόφασή της να τον γνωρίσει από κοντά.
Φτάνοντας κοντά στην βάρκα άκουσε αναστεναγμούς και γέλια. Κράτησε την ανάσα της και κάλυψε την υπόλοιπη απόσταση κολυμπώντας κάτω από το νερό. Δεν χρειάστηκε να ακούσει πολλά. Προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο, κολύμπησε βιαστικά προς την ακτή. Πήγε τρέχοντας στο δωμάτιο κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της. Ακούμπησε πάνω της καθώς ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν την ίδια στιγμή, που τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα.
Την περίμενε αυτήν την στιγμή, αλλά πίστευε πως είχε ακόμα χρόνο. Αφέθηκε στο παραμύθι της καρδιάς της , αγνοώντας επιδεικτικά το γεγονός ότι ο άγνωστος άντρας δεν το ακολουθούσε. Δεν είχε αλλάξει κάτι μέσα της, αλλά κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει.
Την επόμενη κιόλας μέρα ετοίμασε τα πράγματά της, πλήρωσε το δωμάτιο, βγήκε κι έκανε μερικά τελευταία ψώνια. Γυρίζοντας έκατσε στο μπαλκόνι κι έγραψε ένα μεγάλο γράμμα στον άγνωστο αγαπημένο. Το έδεσε με κόκκινη κορδέλα στην μικρή βαρκούλα που είχε αγοράσει από ένα μαγαζί με αναμνηστικά και είδη για τουρίστες.
Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη . Τα μάτια της έλαμπαν και το πιγούνι της ήταν ανασηκωμένο, όπως κάθε φορά που έπαιρνε μία απόφαση. Χαμογέλασε στο είδωλό της κι είδε όλο της το πρόσωπο να αλλάζει . Βούρτσισε τα μακριά της μαλλιά κι τα άφησε να πέσουν ελεύθερα στους ώμους της. Φόρεσε ένα άσπρο μακό μπλουζάκι, ένα τζιν παντελόνι, ίσια άσπρα πέδιλα, έβαλε την αγαπημένη της κολόνια κι κοίταξε με περηφάνια την γυναίκα απέναντί της.
Πήγε στην ακροθαλασσιά κρατώντας στο χέρι της την μικρή βάρκα με το γράμμα. Έβγαλε τα πέδιλά της, γύρισε τα μπατζάκια του παντελονιού και μπήκε στην θάλασσα. Ακούμπησε με τρυφερότητα την βαρκούλα στην επιφάνειά της και παρακολούθησε την τρελή της πορεία για λίγο. Έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω της.
Ένας νεαρός άντρας μπήκε στην θάλασσα κι έπιασε την βαρκούλα. Έλυσε την κόκκινη κορδέλα και να διάβασε το μήνυμα με την πλάτη ακουμπισμένη στην βάρκα του. Έβγαλε ένα μικρό μπλε τετράδιο και το έβαλε μέσα.
Η μικρή βάρκα έμεινε ξεχασμένη στην ακροθαλασσιά περιμένοντας το επόμενο ταξίδι..

9 σχόλια:

  1. Ήρθα να χαιρετίσω το αντίπαλον δέος και να καταθέσω ότι το μπλογκ σου είναι εξαιρετικό. Θα τα ξαναπούμε! Φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φιλάκια!! Πάντα χαίρομαι με τις επισκέψεις κι ακόμα περισσότερο όταν είναι από ανυπάκουα κοριτσάκια παραμυθιών!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολυ ομορφη και τρυφερη ιστορια φωτεινη μου
    οπως μονο εσυ ξερεις να διηγησε...
    και χαιρομαι που η ηρωιδα μας βρηκε την
    δυναμη και να αρχισει ξανα τα ταξιδια της...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλέ μου λύκε,
    Σ' ευχαριστώ που εξακολουθείς να με συντροφεύεις στα μικρά μου ταξίδια στην χώρα των ονείρων και των παραμυθιών..
    Όσο για την ηρωίδα μου, την έσωσε η πίστη στο μικρό μπλε τετράδιο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Φωτεινή μου, πόσο όμορφα μπορείς και μας ταξιδεύεις!
    Είσαι πραγματικό ταλέντο!Σου αξίζουν πολλά συγχαρητήρια!
    Πανέμορφη και αυτή η ιστορία σου!
    Σ'ευχαριστούμε...
    ~Φαίη~

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ζαχαρένια μου Φαίη,
    Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, αλλά τόσο η ηρωίδα όσο κι εγώ χαθήκαμε σ' αυτήν την ιστορία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. χαθήκατε;

    πάντα συμβαίνει..
    κι όταν κάποιος χάνεται, τότε μονάχα βρίσκει..

    http://otrelostouxwriou.blogspot.com/2009/02/blog-post_03.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Η εικονα διπλοχρησιμοποιημενη κατω από την ίδια αναγκη... να εκφραστούν τα ανειπωτα...

    Μαγική προέκταση..
    σαναν απλώνω το βλεμμα και να πιάνω... εμενα..
    στο είπα...

    σε ξαναδιαβαζω, ακομη κι αν είναι η ΠΡΩΤΗ μου φορα...

    φιλι.... της Μοίρας απόφαση!....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μαγικό και τρομακτικό το αντικαθρέφτισμα της σκέψης σου στα λόγια κάποιου άλλου..
    Μαγικό γιατί καλύπτει την αφόρητη μοναξιά του εγώ, τρομακτικό για τον ίδιο λόγο..

    Πάμε για ένα παραμυθο-ποίημα;

    ΑπάντησηΔιαγραφή