Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Το παιχνίδι




Η Βιολέτα κοίταξε το τηλέφωνο με μίσος. Ήθελε να το αρπάξει, να το τραβήξει βίαια μαζί με τα καλώδια και να το πετάξει κάτω. Κι αν δεν σπάσει σε επαρκώς μικρά κομμάτια, να χοροπηδήσει πάνω του μέχρι να γίνει σκόνη. Άπλωσε το χέρι της, έχοντας σκοπό να ικανοποιήσει την διάθεση της στιγμής, όταν το τηλέφωνο χτύπησε.
Έμεινε με το χέρι μετέωρο κι ένιωσε την γλύκα της αμφιβολίας να την τυραννά. Μετά από τρία κουδουνίσματα, άπλωσε το χέρι για να το τραβήξει αμέσως πίσω λες και το τηλέφωνο έκαιγε. Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπάει. Το άφησε να χτυπάει χωρίς να το σηκώσει. Δεν ήταν εκείνος.
Άνοιξε το ραδιόφωνο, πήρε το βιβλίο που είχε αφήσει στο τραπέζι και ξάπλωσε στον καναπέ. Θα προσπαθούσε να ηρεμήσει. Να ταξιδέψει στον κόσμο του βιβλίου και να μην σκέφτεται. Να μην σκέφτεται γιατί δεν την κάλεσε. Να μην σκέφτεται αν έχει κάνει κάποιο λάθος. Να μην τον σκέφτεται.
Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις φορές και σταμάτησε. Κράτησε την ανάσα της, όπως συνήθιζε να κάνει πριν από κάθε μακροβούτι στην θάλασσα. Έκλεισε με μια κίνηση το ραδιόφωνο. Η σιωπή βάρυνε τον αέρα γύρω της. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Μία, δύο, τρεις φορές. Και σταμάτησε.
Σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Ήταν το σιωπηλό μήνυμά του. Απλό, σύντομο, χαρακτηριστικό, με μια νότα μυστηρίου, όπως κι εκείνος. Κοίταξε κλεφτά στον καθρέφτη του χολ πριν να κλείσει την πόρτα πίσω της. Τα μάτια της έλαμπαν και τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα . Όπως κάθε φορά.
Κατέβηκε χοροπηδώντας τα σκαλιά τραγουδώντας ένα παιδικό τραγούδι , που της ήρθε στο μυαλό «μια δεκάρα η βιολέτα, τσιγκολελέτα, τσιγκολελέτα, δυο δεκάρες η βιολέτα…» .Γέλασε καθώς πηδούσε και με τα δύο πόδια τα τελευταία πέντε σκαλιά για να προσγειωθεί στην είσοδο. Άνοιξε την εξώπορτα και με αργά πλέον βήματα ανέβηκε τα σκαλιά , που οδηγούσανε στον δρόμο μπροστά από το σπίτι της.
Η βροχή είχε μόλις σταματήσει και ο δρόμος έλαμπε από το νερό που τον ξέπλυνε. Η ατμόσφαιρα ήταν θολή καθώς οι στάλες της βροχής εξατμιζόταν πάνω από την καυτή άσφαλτο. Διέκρινε την σκιά του που πλησίαζε κι έμεινε ακίνητη. Δεν γύρισε να κοιτάξει . Δεν έκανε ούτε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. Δεν το επέτρεπαν οι κανόνες του παιχνιδιού.
«Καλησπέρα Βιολέτα» είπε εκείνος φτάνοντας μπροστά της, ενώ έβγαζε από την τσέπη του το γνωστό άσπρο μαντήλι. «Είσαι έτοιμη;» συνέχισε , ενώ αυτή γυρνούσε για να της δέσει το μαντήλι πίσω από το κεφάλι, κλείνοντας τα μάτια της. «Δεν θα βρισκόμουν εδώ , αν δεν ήμουν» του απάντησε κι άπλωσε το χέρι της αναζητώντας τον. Ο ήχος των γνωστών βημάτων την προειδοποίησαν πως προχωρούσε μπροστά της.
Ξεχνώντας την όραση, εστίασε σε όλες τις άλλες αισθήσεις της προσπαθώντας να προσανατολιστεί και να τον ακολουθήσει. Ένιωσε την αδρεναλίνη να την πλημμυρίζει , όπως κάθε φορά που ξεκινούσε το παιχνίδι τους. Μερικές φορές είχε μπει στον πειρασμό να σηκώσει λίγο το μαντήλι, να κάνει μια μικρή παρασπονδία, να κλέψει λίγο, αλλά η περηφάνια και μια παλιοκαιρίτικη αίσθηση τιμής ,δεν της επέτρεπε να υποχωρήσει.
Είχε καιρό που έπαιζαν. Αρχηγός ήταν αυτός κι οι κανόνες όλοι δικοί του. Στην αρχή της άρεσε αυτό και δεν την πείραζε που έχανε. Αλλά τώρα τελευταία κάτι επαναστατούσε μέσα της. Ίσως γιατί το παιχνίδι έγινε πιο σημαντικό από την ζωή. Κι αυτό το ήξερε καλά πως ήταν λάθος κι ενάντια σε όλους τους κανόνες.
Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της και προσπάθησε να τον εντοπίσει. Ήξερε πως δεν θα γύριζε να την συναντήσει έτσι και τον έχανε. Τάχυνε το βήμα της ενώ για πολλοστή φορά υποσχόταν στον εαυτό της πως σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά. Η τελευταία φορά που έπαιζε το παιχνίδι του, η τελευταία φορά που κυνηγούσε την σκιά του, η τελευταία φορά που θα έχανε.
Στα ρουθούνια της έφτασε έντονη η μυρωδιά των σαπισμένων φύλλων . Τα πόδια της βούλιαξαν στη λάσπη. Ένιωσε να χάνει την ισορροπία της και άπλωσε τα χέρια να κρατηθεί. Άγγιξε τον κορμό ενός δέντρου και ψηλαφώντας πήγε κι ακούμπησε για μια στιγμή επάνω του. Πήρε βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή.
Το αγαπούσε το δάσος και ειδικά το φθινόπωρο της άρεσε να περπατάει με τις ώρες μέσα του. Αλλά κάποιος αρχέγονος φόβος , την έκανε σήμερα να θέλει να φύγει. Σύντομα. Πριν να έρθει το βράδυ. Η μυρωδιά του φόβου μπερδεύτηκε με του βρεγμένου χώματος και των σαπισμένων φύλλων. Ανατρίχιασε.
Δεν τον άκουσε που την πλησίασε. Τινάχτηκε τρομαγμένη στο άγγιγμά του. Μετά από πολύ καιρό της έπιασε το χέρι και την οδήγησε χωρίς να μιλάει. Ένιωθε έντονα την παρουσία του δίπλα της και η ζεστασιά από το χέρι του ανέβηκε προς την καρδιά της. Πήρε βαθιές ανάσες να γεμίσει από την μυρωδιά του.
Κάποτε σταμάτησε να προχωράει κι ένιωσε τα δυο του χέρια στους ώμους της. «Σήμερα θα παίξουμε κρυφτό» της είπε. «Θα μετρήσεις μέχρι το δέκα αργά. Μετά θα βγάλεις το μαντήλι και θα ψάξεις να με βρεις. Αν δεν τα καταφέρεις μέχρι να βραδιάσει, γύρισε σπίτι. Θα σε καλέσω για το επόμενο παιχνίδι».
Η Βιολέτα έγνεψε καταφατικά, ενώ οι ερωτήσεις που δεν έκανε, στριφογύριζαν στον μυαλό της. Ήταν η πρώτη φορά που θα έβγαζε το μαντήλι. Θα ήταν η όραση αλήθεια βοηθός ή εμπόδιο στην αναζήτηση; Τι θα γινόταν αν τον έβρισκε; Τι θα γινόταν αν βράδιαζε κι αυτή επέμενε στην αναζήτηση; Κι αν τον έβρισκε , θα είχε άραγε κερδίσει;
Μέτρησε αργά μέχρι το δέκα. Άκουγε τα βήματα του που απομακρυνόταν. Ανάμεσα σε κάθε αριθμό δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της , μουσκεύοντας το μαντήλι. Όταν έφτασε στο δέκα έλυσε με αργές κινήσεις το μαντήλι. Σκούπισε το πρόσωπό της από τα δάκρυα που το λέρωσαν κι έμεινε για μια στιγμή ακίνητη.
Έδεσε το μαντήλι στα μαλλιά της. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω. Μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο στα χείλη άρχισε να χοροπηδάει φεύγοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση που άκουσε τα βήματά του.
Το γέλιο της μαζί με το τραγούδι διέσχιζε το δάσος «μια δεκάρα η Βιολέτα , τσιγκολελέτα- τσιγκολελέτα, δυο δεκάρες η Βιολέτα, τσιγκολελέτα- τσιγκολελέτα και πράσινα κουφέτα».

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ιστός




Η Μαρκέλλα προχωρούσε τραγουδώντας στο μονοπάτι του δάσους. Ήταν χαρούμενη και γεμάτη ενεργητικότητα καθώς η μέρα προμηνυόταν ηλιόλουστη και λαμπερή, μετά από μέρες βροχής, που την είχαν καθηλώσει μέσα.
Είχε φύγει από το σπίτι στα κλεφτά, πατώντας στις άκρες των δαχτύλων της, για να μην ξυπνήσει κανέναν. Δεν ήθελε να ξεκινήσει την μέρα της με την ρουτίνα του πρωινού, δεν ήθελε να την προσγειώσουν πριν ακόμα πετάξει. Η αίσθηση ότι το έσκασε από την καθημερινότητα, την έκανε να τραγουδάει.
Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και το δάσος στολισμένο με το κόκκινο, το καφέ, το χρυσαφί και το κίτρινο των φύλλων ήταν μαγευτικό. Οι μέρες άρχισαν να μικραίνουν και η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μεθούσε τις αισθήσεις της.
Το δάσος έσφυζε από ζωή. Έβλεπε γύρω της ζώα κρύβουν αποθέματα τροφής, άλλα να κυνηγούν για να παχύνουν κι άλλα να τακτοποιούν τη φωλιά τους. Όλοι ετοιμάζονταν για τον χειμώνα .Το ίδιο έπρεπε να κάνει κι αυτή. Αλλά πάντα απεχθανόταν τα πρέπει.
Πήγε κάτω από ένα δέντρο και κούνησε απαλά το πρώτο κλαδί που έφτανε το χέρι της. Σήκωσε το πρόσωπό της με προσμονή , έκλεισε τα μάτια κι άφησε τις στάλες τις βροχής, που έπεσαν από τα φύλλα, να της ξεπλύνουν το πρόσωπο. Ένιωσε αμέσως να χαλαρώνει.
Κράτησε το χέρι της ακίνητο για να μην κυλήσει η σταγόνα που τρεμάμενη έκατσε πάνω του. Μια ηλιαχτίδα που τρύπωσε ανάμεσα στα κλαδιά, έδωσε στην σταγόνα χρώματα και ζωή. Η Μαρκέλλα χαμογελώντας έφερε το χέρι της στο ύψος των ματιών για να την θαυμάσει. Την έφερε στα χείλη της και χαμογέλασε.
Άρχισε να χορεύει ακούγοντας την μουσική της καρδιάς της και το κελάηδημα των πουλιών. Τα βήματά της τυφλά την οδηγούσαν σε μέρη απάτητα, στην καρδιά του δάσους μέχρι που ο μόνος ήχος που άκουγε ήταν το τρίξιμο των φύλλων στο ανάλαφρο πάτημά της και οι χτύποι της καρδιάς της. Σταμάτησε λαχανιασμένη κι έκατσε στον κορμό ενός δέντρου.
Εκεί ο ήλιος δεν είχε φτάσει ακόμα. Η πρωινή πάχνη τύλιγε τα πάντα γύρω της και μια χλωμή ομίχλη άφηνε την υποψία πως η μέρα παραμόνευε, αλλά ήταν ακόμα μακριά. Είχε κάτι απόκοσμο και οικείο, σαν όνειρο που δεν θυμάσαι το πρωί , αλλά νιώθεις τον αντίκτυπό του.
Και τότε τον είδε. Ήταν το ομορφότερο πράγμα που είχε δει στην ζωή της. Ανάμεσα σε δύο κοντινά δέντρα ένας ιστός αράχνης, λεπτοδουλεμένος, με τις στάλες τις βροχής να λαμπυρίζουν επάνω του σαν μικρά διαμάντια. Έκλεισε τα μάτια θαμπωμένη για να τα ανοίξει αμέσως μετά, φοβούμενη μην τον χάσει από τα μάτια της. Πλησίασε πιο κοντά , κρατώντας την ανάσα της για να μην τον χαλάσει.
Άκουσε τα βήματα κι είδε το λεπτό νήμα που έπεσε από ψηλά. Η μεγάλη μαύρη αράχνη κατέβαινε να επιθεωρήσει το έργο της. Η Μαρκέλλα ανατρίχιασε αλλά έμεινε ακίνητη. Μαγεμένη την είδε να προσγειώνεται στον ιστό και να περπατάει πάνω του, διορθώνοντας μικρές ατέλειες.
Όταν άκουσε το τραγούδι , γύρισε ξαφνιασμένη ψάχνοντας την πηγή του. Κοίταξε με έκπληξη την αράχνη κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Η αράχνη τραγουδούσε. Κάθε μπάλωμα στον ιστό κι ένα τραγούδι αγαπημένο, που μιλούσε μέσα στην καρδιά. Κι αντί αυτό να φαίνεται παράταιρο, έδειχνε απόλυτα ταιριαστό.
Έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά. Ένιωσε τις στάλες της βροχής να μουσκεύουν τα μαζεμένα της φτερά, καθώς ο αραχνοΰφαντος ιστός κόλλησε πάνω της. Προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μπλεχτεί ακόμα περισσότερο στο λεπτό νήμα. Άπλωσε τα χέρια να το σκίσει , αλλά ανακάλυψε έντρομη πως αν και λεπτό, το νήμα ήταν πολύ ανθεκτικό.
Η αράχνη δεν γύρισε να την κοιτάξει. Συνέχισε να τραγουδάει και να προχωράει προς την αντίθετη κατεύθυνση μπαλώνοντας τα μικρά κενά και ταχτοποιώντας τις στάλες της βροχής στο διάβα της . Ένιωσε πολύ μικρή και ανίσχυρη, ενώ ο φόβος ότι θα έμενε ξεχασμένη εκεί, παγιδευμένη από την περιέργεια και το θάμπωμά της από την ομορφιά, υπερτερούσε του ένστικτου της επιβίωσης.
Άρχισε να φωνάζει δυνατά καλώντας την αράχνη να γυρίσει πίσω. Όταν εκείνη εξακολούθησε να την αγνοεί , άρχισε να βρίζει και καταριέται. Κι όταν την έχασε τελικά από τα μάτια της, άρχισε να κλαίει. Κι ενώ τα δάκρυά της κυλούσαν ασταμάτητα , είδε πως μεταμορφώνονταν σε μικρά διαμαντάκια που την στόλιζαν. Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της και μάζεψε μια χούφτα λαμπερά διαμαντάκια.
Ήξερε από μαγεία και σπάνια την ξάφνιαζε το παράδοξο. Αλλά αυτό δεν το είχε συναντήσει μέχρι σήμερα. Κοίταξε πιο προσεχτικά τον ιστό, που την μάγεψε και παγίδεψε με την ομορφιά του. Τότε κατάλαβε πως αυτά που είχε θεωρήσει στην αρχή σταγόνες της βροχής, ήταν τα δάκρυα της αράχνης.
Χάιδεψε τον ιστό που την τύλιγε κι ένιωσε πως κάτω από το ανθεκτικό μεταξένιο νήμα και τα πολύπλοκα σχέδια ήταν κρυμμένα όλα τα τραγούδια, τα όνειρα, η απογοήτευση, η περηφάνια και η σκληρότητα της αράχνης. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της , που η αδρεναλίνη την έκανε να χτυπάει σαν τρελή. Είχε ακούσει γι’ αυτό, αλλά δεν το είχε νιώσει ποτέ μέχρι σήμερα. Δεν θα προσπαθούσε να ξεφύγει.
Περίμενε ώρες. Ξαπλωμένη πάνω στον ιστό, χαλαρή και ακίνητη, παρακολουθούσε τα έντομα, που ξεγελασμένα μπλεκόταν στον ιστό κι έμεναν παγιδευμένα χάρη στην κόλλα, που υπήρχε κρυμμένη στην έλικα που διέσχιζε κυκλικά τον ιστό, από το κέντρο ως την άκρη του. Ένιωθε τον φόβο τους και τα λυπόταν ξέροντας πως θα άφηναν εκεί την τελευταία τους πνοή χωρίς να έχουν καταλάβει την ομορφιά του.
Είχε αρχίσει να λαγοκοιμάται, όταν άκουσε το τραγούδι. Γύρισε γεμάτη προσμονή κι είδε την αράχνη να έρχεται προς το μέρος της. Το πρόσωπό της ήταν στην σκιά και δεν μπορούσε να μαντέψει τα συναισθήματά της, αλλά δεν ένιωθε καθόλου φόβο, μόνο προσμονή. Το τραγούδι σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα της αράχνης καθώς πλησίαζε και ο αναστεναγμός των εντόμων.
Έφτασε κοντά της και την κοίταξε στα μάτια. «Γιατί δεν έφυγες» την ρώτησε. «Ξέρω πως το μπορούσες». Η Μαρκέλλα χαμογέλασε και είπε «διάβασα τον ιστό σου. Είδα τα διαμάντια και κατάλαβα την σημασία τους. Θέλω να μείνω μαζί σου». Η αράχνη πλησίασε ώσπου το πρόσωπό της κόλλησε στο δικό της.
«Είμαι το πιο ακατάλληλο άτομο για εσένα. Δεν θέλω για να σε αφήσω να ελπίζεις σε ένα όνειρο που δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Έχεις όμορφη ψυχή και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι μαζί μου η ζωή σου θα είναι κόλαση. Δεν θα μπορέσεις να βαδίσεις μαζί μου στον ιστό, ούτε να κυνηγάς έντομα για να ζήσεις. Κι αυτός ο ιστός δεν φτιάχτηκε για σένα».
Η Μαρκέλλα δεν απάντησε. Άπλωσε μόνο τα χέρια της και αγκάλιασε σφιχτά την αράχνη. Δεν χαλάρωσε το αγκάλιασμά της ούτε όταν προσπάθησε βίαια να της ξεφύγει. Η αράχνη την ελευθέρωσε από τα δεσμά της και την καθάρισε από την κόλλα. Ώρες μετά την αγκάλιασε με την σειρά της. Κι έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκε το πρωί.
Με την πρώτη ηλιαχτίδα η αράχνη έφυγε. Η νεράιδα σηκώθηκε χαμογελώντας. Πήρε ένα διαμάντι από τον ιστό και στόλισε τα μαλλιά της.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Η κλεψύδρα





Στριφογύριζε ώρα στο κρεβάτι χωρίς να καταφέρει να κοιμηθεί κι αυτό το βράδυ. Κούρασε το κορμί και το μυαλό όλη την μέρα , ελπίζοντας πως θα τα κατάφερνε. Όμως κι αυτό το βράδυ θα ήταν ατελείωτο.
Σηκώθηκε, πήρε τα γνωστά σύνεργα και πήγε στο σαλόνι. Άναψε τα κεριά πάνω στο τραπέζι κι έβαλε μουσική. Έστησε τον καθρέφτη απέναντί της και πήρε στα χέρια την μικρή κλεψύδρα . Κοίταξε τα κομμένα μάτια της κι είδε το φως των κεριών μέσα τους. Γύρισε με μια αποφασιστική κίνηση την κλεψύδρα.
Τα μάτια της έμειναν ανέγγιχτα από τον χρόνο. Μέσα τους έβλεπε το κορίτσι που ήταν , την γυναίκα που έγινε, την γριά που θα έρθει. Χαμογέλασε στον καθρέφτη περιπαιχτικά. Το σωτήριο χαμόγελο, το έμβλημα και το όπλο της, ήταν ακόμα εκεί και περίμενε .
Δεν την πείραζε ο χρόνος που κυλούσε. Δεν την ενοχλούσαν οι μικρές ρυτίδες, οι πρώτες άσπρες τρίχες, τα λάθη που είχε κάνει, οι πληγές που δεν έκλεισαν. Γι’ αυτήν ήταν πάντα δεμένα με τα χαμόγελα, τις στιγμές ευτυχίας, την γνώση που απέκτησε, την εμπειρία των αισθήσεων.
Εκείνο που την ενοχλούσε όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό ήταν η αίσθηση πως ο χρόνος είχε συρρικνωθεί κι ότι δεν προλάβαινε να βαδίσει παράλληλα μαζί του. Το τυπικό 24ώρο δεν της έφτανε για να ονειρευτεί. Και δεν μπορούσε να επεκτείνει την διάρκειά του, ούτε να κλέψει χρόνο εις βάρος της υπόλοιπης ταχτοποιημένης ζωής της.
Πέρασε αρκετά χρόνια χωρίς όνειρα. Χρόνια απόλυτης νηνεμίας , που όμως δεν της χάρισαν γαλήνη. Είχε πέσει σ’ ένα κώμα , που το ξύπνημα απ’ αυτό, έκανε πιο έντονη την δίψα για τις στιγμές που έχασε. Κι όλα ξεκίνησαν από την μικρή κλεψύδρα, που βρήκε τυχαία.
Πριν από μερικούς μήνες αποφάσισε να ανακαινίσει κάποια δωμάτια του σπιτιού. Πήρε μεγάλα χαρτοκιβώτια κι άρχισε να αδειάζει προσεχτικά τα συρτάρια, ξεκαθαρίζοντας επί ευκαιρία τα άχρηστα και ξεχασμένα αντικείμενα. Τότε την είδε. Μια μικρή κλεψύδρα , που δεν θυμόταν πως βρέθηκε ανάμεσα στα πράγματά της. Την έβαλε πάνω στο τραπέζι και ξεχάστηκε εκεί.
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πήγε στο σαλόνι , άναψε τα κεριά για να μην ενοχλεί το φως τους άλλους κατοίκους του σπιτιού κι έκατσε οκλαδόν στο χαλί, όπως συνήθιζε, ανάμεσα στο τραπεζάκι και τον καναπέ . Χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα τα φύλλα των άσπρων τριαντάφυλλων, που είχε στο βάσο.Είδε τον παλιό επιτραπέζιο καθρέφτη, που είχε παρατήσει πάνω στο τραπέζι με σκοπό να τον πετάξει κι αναστενάζοντας τον έφερε μπροστά της.
Την τρόμαξε η παραίτηση που είδε στο πρόσωπό της. Ύψωνε πάντα σαν λάβαρο το μαχητικό της πνεύμα και δεν είχε καταλάβει πόσο είχε κουραστεί. Κοίταξε ακόμα πιο προσεκτικά το είδωλό της κι είδε πως κάτι έλειπε. Τα μάτια της έδειχναν ξεθωριασμένα σαν μουτζούρα στον καθρέφτη. Είχε χάσει τα άστρα των ματιών της.
Έκπληκτη και μουδιασμένη έπιασε μηχανικά την μικρή κλεψύδρα , την έφερε ανάμεσα στο πρόσωπό της και στον καθρέφτη και την αναποδογύρισε. Παρατηρούσε την άμμο που κυλούσε αργά , έβλεπε προσεχτικά κάθε κόκκο που έπεφτε κι ένιωσε μια περίεργη ζαλάδα. Έκλεισε τα μάτια της.
Άκουσε το θόρυβο των κυμάτων , ένοιωσε την μυρωδιά της θάλασσας και των πεύκων κι ανατριχιάζοντας άνοιξε τα μάτια. Είδε τον ήλιο να προβάλλει βάφοντας τον ουρανό με το μαγικό του πινέλο κι εκεί μπροστά της έναν γλάρο να πετάει στο φως. Τον γλάρο που είχε υποσχεθεί πως δεν θα χάσει ποτέ από τα μάτια της.
Έβγαλε μια κραυγή κι ο γλάρος γύρισε και την κοίταξε . Πέταξε γρήγορα κοντά της και έκατσε δίπλα της. «Θα είμαι εδώ» της είπε. «Όσο θα έρχεσαι και θα με ζητάς , θα είμαι εδώ για σένα. Θα είμαι εδώ να σε ξυπνάω από τον λήθαργο».Άπλωσε τα χέρια της να τον πιάσει κι αυτός πέταξε μακριά. Χαμογέλασε νιώθοντας την ζεστασιά της ελπίδας.
Όταν άνοιξε τα μάτια της , ο χρόνος της κλεψύδρας είχε τελειώσει. Δεν είχε μείνει ούτε ένας κόκκος άμμου. Κοίταξε με φόβο και ελπίδα την πυξίδα. Είχε περάσει μόνο μισή ώρα, αλλά ήξερε πως κράτησε πολύ περισσότερο στο ρολόι της καρδιάς της.
Ένιωσε το άρωμα από τα τριαντάφυλλα που ήταν στο τραπέζι και στρέφοντας το βλέμμα επάνω τους είδε πως είχαν γίνει κόκκινα. Κοίταξε τα μάτια της στον καθρέφτη και τα είδε να λάμπουν ξανά. Έσβησε τα κεριά και πήγε να ξαπλώσει. Η μαγεία είχε μπει στην ζωή της κι ο ύπνος χωρίς όνειρα ήταν καλοδεχούμενος.
Πέρασαν μήνες από εκείνη την πρώτη φορά. Κάθε βράδυ επαναλάβανε την ίδια διαδικασία, μην τολμώντας να αλλάξει την παραμικρή λεπτομέρεια , από φόβο μήπως χάσει το όνειρο. Κυνηγώντας το όνειρο, επεκτείνοντας τον χρόνο, γυρνώντας την κλεψύδρα ξανά και ξανά. Κι ο γλάρος ήταν πάντα εκεί.
Τα τελευταία βράδια η μαγεία ήρθε , αλλά αυτός ήταν απών. Γύριζε την πυξίδα, κλέβοντας κι άλλο χρόνο, μέχρι που την έβρισκε ξάγρυπνη το πρωί. Ήταν μόνη στο όνειρο κι η μαγεία της άφηνε την αίσθηση της άμμου στο στόμα. Σαν ναρκομανής γυρνούσε ξανά το βράδυ, παρά τις υποσχέσεις της προηγούμενης μέρας, προσπαθώντας να γυρίσει πίσω και να καταλάβει τι λάθος είχε κάνει.
Σήμερα για πρώτη φορά ήταν θυμωμένη. Οι άυπνες νύχτες την είχαν διαλύσει συναισθηματικά. Έστησε μπροστά της τον καθρέφτη. Κοίταξε τα λαμπερά μάτια της κι απέστρεψε το βλέμμα με θυμό , που ολοένα μεγάλωνε. Κράτησε για λίγη ώρα την κλεψύδρα στα χέρια της περιστρέφοντάς την , μία επάνω μία κάτω χωρίς να την αφήνει από τα μάτια της. Με μια αποφασιστική κίνηση την πέταξε κάτω.
Το γυαλί έσπασε και κόκκοι άμμου άρχισαν να κυλούν στο πάτωμα. Ένιωσε να στεγνώνει και διαλύεται. Ζαλίστηκε κι έκλεισε τα μάτια. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Ο αέρας μέσα στην κλεψύδρα λιγόστευε. Κυλούσε σαν κόκκος κι έπεφτε χτυπώντας και ματώνοντας. Εγκλωβισμένη στην κλεψύδρα του ονείρου εξαφανιζόταν.
Άκουσε το θόρυβο των κυμάτων , ένοιωσε την μυρωδιά της θάλασσας και των πεύκων κι ανατριχιάζοντας άνοιξε τα μάτια. Είδε τον ήλιο να προβάλλει βάφοντας τον ουρανό με το μαγικό του πινέλο κι εκεί μπροστά της έναν γλάρο να πετάει στο φως.. Καθώς μια ηλιαχτίδα έπεσε πάνω του, κάτι έλαμψε στο φως της. Έβαλε τα χέρια της αντήλιο κι είδε πως στο ράμφος του κρατούσε μια μικρή κλεψύδρα.

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Η λέαινα του σαλονιού



Η Σαμπρίνα πέρασε προσεχτικά ανάμεσα στα έπιπλα του σαλονιού κι έφτασε μπροστά στον μεγάλο καναπέΤεντώθηκε με απόλαυση περισσή και ξάπλωσε δίπλα στα τεντωμένα πόδια του Μπάμπη.
Είχε μόλις φάει και ένιωθε την γλυκιά χαύνωση που ακολουθεί το μεσημεριανό γεύμα, ειδικά τα καλοκαιρινά απογεύματα όπως το σημερινό. Χασμουρήθηκε και τεντώθηκε ακόμα μια φορά κι ένιωσε το χέρι του Μπάμπη να της χαϊδεύει την πλάτη. Γύρισε και τον κοίταξε με λατρεία.
Ήταν πολλά χρόνια μαζί κι η οικειότητα που τους έδενε ήταν εμφανή σε κάθε τους κίνηση. Μπορούσε να νιώσει από μακριά την διάθεση του και αντιλαμβανόταν τα αισθήματά του παρατηρώντας τις ακούσιες μικρές κινήσεις του. Το πέρασμα του χεριού από τα μαλλιά του όταν ήταν αμήχανος, το τρίψιμο των δαχτύλων όταν ήταν σκεφτικός, το ρυθμικό χτύπημα του ποδιού όταν ήταν ανυπόμονος, το τέντωμα των μυώνων όταν θύμωνε, την πλήρη ακινησία όταν ήταν πληγωμένος, το λακκάκι στο μάγουλο όταν ήταν χαρούμενος, την χαλάρωση του κορμιού όταν ήταν ευτυχισμένος.
Ναι, ήταν πολλά χρόνια μαζί, τόσα, που είχε ξεχάσει πως ήταν η ζωή της πριν από αυτόν. Μόνο στα όνειρα έβλεπε αποσπασματικές εικόνες από την παλιά της ζωή και τον ξεχασμένο της εαυτό, αλλά τα λησμονούσε το πρωί όταν άνοιγε τα μάτια. Και τώρα τελευταία σαν στο φως μιας αστραπής, έβλεπε την εικόνα κάποιου κρυμμένου στην ομίχλη, τόσο διαφορετικού από τον Μπάμπη, τόσο ίδιου με την εικόνα στον καθρέφτη του ονείρου.
Άκουσε το γέλιο του και γύρισε στην τηλεόραση που παρακολουθούσε για να εντοπίσει τον λόγο της ευθυμίας του. «Έχει ντοκιμαντέρ για τα λιοντάρια, λέαινά μου», είπε αυτός. «Δες πως θα ήσουν χωρίς εμένα στην ζωή σου». Ένιωσε να ξυπνάει απότομα κι έστρεψε όλες τις αισθήσεις της στην ανοιχτή τηλεόραση. Άκουσε τον ο υποβλητικό βρυχηθμό, είδε το ανέμισμα της χαίτης κι η καρδιά της φτερούγισε. Σε αυτό το μικρό κουτί ζούσαν τα όνειρα της νύχτας.
Οι αναμνήσεις βγήκαν από το κλειδωμένο της μυαλό και την χτύπησαν σαν μαστίγιο. Όλα όσα είχε αφήσει πίσω της , μαζεύτηκαν απειλώντας να την πνίξουν. Ο Μπάμπης ένιωσε την ανησυχία της και την κοίταξε ερωτηματικά. Το κορμί της άρχισε να θυμάται. Το καρτέρι, το κυνήγι, την γεύση του αίματος, την επιβράβευση του κοπαδιού, το ζευγάρωμα , όλα όσα δεν πρόλαβε να ζήσει. Μία παράξενη έντονη οσμή βγήκε από το κορμί της και γέμισε το σαλόνι.
Ήταν μικρή όταν την βρήκε και την έσωσε. Τα υπόλοιπα μικρά δεν επέζησαν από την επίθεση των υαινών. Την τύλιξε με την αγάπη και την στοργή του και της αφιέρωνε πολλές ώρες την ημέρα χωρίς να βαρυγκωμά. Ήξερε πως την αγαπούσε, όπως τον αγαπούσε κι αυτή, αλλά σήμερα κατάλαβε πως δεν έφτανε αυτό. Είχε έρθει η ώρα να φύγει και το κατάλαβε κι αυτός. Συνέχισε να την χαϊδεύει, αλλά το υπόλοιπο κορμί του κοκάλωσε. Τον είχε πληγώσει και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον παρηγορήσει.
Βγήκε στην αυλή του σπιτιού και τον άκουγε να τηλεφωνεί και να μιλάει με διάφορους. Ήξερε ότι έψαχνε να βρει την καλύτερη λύση για να την αφήσει ελεύθερη. Δεν κατάλαβε όμως ότι δεν μπορούσε να περιμένει. Δεν μπορούσε να μείνει βλέποντας τον πληγωμένο. Ένιωθε πως κάθε φορά που θα κοιταζόταν , θα γκρεμιζόταν ένα κομμάτι από την αγάπη τους. Σκαρφάλωσε στο δέντρο της αυλής και πήδηξε έξω από τον φράχτη.
Αν και μεγάλωσε με ανθρώπους γύρω της γνώριζε καλά πως δεν πρέπει να τους εμπιστεύεται και πως όφειλε να είναι πολύ προσεχτική. Δεν ήξερε που μπορούσε να πάει, ούτε ήταν σίγουρη για την κατάληξη αυτής της απόδρασης, όμως ήταν σίγουρη πως θα έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον μοναδικό άνθρωπο, που εμπιστευόταν απόλυτα. Συνέχισε να προχωράει στα τυφλά κατευθυνόμενη προς την μεγάλη πόλη.
Δεν ήξερε πόση ώρα περπατούσε. Η αρχική αμηχανία της μοναξιάς και του αποπροσανατολισμού , έδωσαν την θέση τους στην αδρεναλίνη της βουτιάς στο άγνωστο και την συγκίνηση της περιπέτειας. Ένιωσε ζωντανή μετά από πολύ καιρό και συνειδητοποίησε ότι δεν θα γυρνούσε ποτέ πίσω κι ότι ξεκινούσε από την αρχή. Στα ρουθούνια της έφτασε η χαρακτηριστική μυρωδιά του κορμιού της , που ανακάλυπτε για πρώτη φορά.
Άκουσε τον ο υποβλητικό βρυχηθμό για δεύτερη φορά εκείνην την ημέρα κι ανατρίχιασε. Προσπάθησε να εντοπίσει την πηγή του. Επικέντρωσε όλες τις αισθήσεις της στην ακοή και άφησε να την κατευθύνει. Σύντομα τα βήματά της την οδήγησαν έξω από την μεγάλη σκηνή. Η ακοή και η όσφρηση την οδήγησαν στο σωστό σημείο. Βρήκε την πόρτα και με την εξοικείωση των χρόνων, που πέρασε στο σπίτι, την άνοιξε.
Βρέθηκε δίπλα στο κλουβί με τα λιοντάρια και κοίταξε με τα μάτια ορθάνοιχτα τα δύο αρσενικά και τα έξι θηλυκά, που βρισκόταν μέσα. Το πιο μεγαλόσωμο αρσενικό γύρισε και την κοίταξε και πήγε τρέχοντας κοντά της με την χαίτη του να ανεμίζει, ο άρχοντας και βασιλιάς των ονείρων της. Έχοντας το εμπόδιο των σιδερένιων μπάρων, προσπάθησαν να αγγίξουν ο ένας τον άλλο. Στην προσπάθεια αυτή η Σαμπρίνα τον γρατζούνισε, τον δάγκωσε κι ένιωσε απόγνωση όταν κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να βρεθεί δίπλα του.
Τραβήχτηκε πίσω, κοίταξε τον χαμένο Παράδεισο και του είπε «Σου ζητώ συγνώμη. Δεν ξέρω γιατί φέρθηκα έτσι. Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Σε θέλω όμως και δεν μπορώ να σε αγγίξω κι αυτό με τρελαίνει». Το μεγάλο αρσενικό έκοβε βόλτες όλο εκνευρισμό μέσα στο κλουβί κι ούτε που την κοίταξε. Έκατσε σε μία γωνία με την ουρά του να χτυπάει μία δεξιά μία αριστερά σαν τρελό εκκρεμές. Τα υπόλοιπα λιοντάρια δεν τον πλησίασαν
Πέρασε αρκετή ώρα κι η Σαμπρίνα εξακολουθούσε να στέκεται όρθια και ακίνητη, χωρίς να τον αφήνει στιγμή από τα μάτια της, περιμένοντας. Ξαφνικά γύρισε και της είπε «Το ξέρω. Κι εγώ σε θέλω και γίνομαι επιθετικός, γι’ αυτό δεν χρειάζεται να μου ζητάς συγνώμη». Τότε μόνο συνειδητοποίησε πως είχε κι η ίδια γρατζουνιές και πληγές και το σημάδι των δοντιών του επάνω της. Ένιωσε παράδοξα ευτυχισμένη. Κι αποφάσισε να μείνει
Ξάπλωσε μπροστά στην σιδερένια πόρτα με την βαριά κλειδαριά και έκλεισε τα μάτια της. Άκουγε τις φωνές των υπολοίπων λιονταριών σαν σε όνειρο, αλλά ήξερε πως τα όνειρα είχαν τελειώσει κι ότι είχε την ευκαιρία να ζήσει το δικό της. Λαγοκοιμόταν και περίμενε. Ήταν σίγουρη πως θα έβρισκε τον τρόπο να μπει μέσα. Δεν την ένοιαζε πόσο θα χρειαζόταν να περιμένει. Ούτε τι κόστος θα είχε αυτό. Το μόνο που ήθελε ήταν να βρεθεί δίπλα του.
Κόντευε να ξημερώσει, όταν ξαφνικά γύρισε και της είπε «Φύγε. Φύγε όσο ακόμα μπορείς. Δεν είμαι εγώ για σένα. Ούτε αυτή είναι ζωή για ένα λιοντάρι. Θα πληγωθείς κι εγώ δεν θα μπορώ να σε προστατεύσω. Όσο κι αν το θέλω. Κι ας μου αρέσει που έρχεται μέχρι εδώ η μυρωδιά της έντασής σου». Η Σαμπρίνα σηκώθηκε τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και του απάντησε «Δεν ξέρεις πως ήταν η ζωή μου μέχρι σήμερα. Δεν ξέρεις τι ζητάω. Ούτε τι βαρύτητα έχει για μένα να σε βλέπω μπροστά μου. Μέχρι χθες πίστευα πως είσαι ένα όνειρο. Κι είχα ξεχάσει πως είμαι λέαινα. Δεν θα φύγω».
Οι άνθρωποι του τσίρκου ξαφνιάστηκαν όταν είδαν την λέαινα μπροστά στην πόρτα. Κι ακόμα περισσότερο από την έλλειψη επιθετικότητάς της. Ειδικά όταν ένιωσαν την χαρακτηριστική οσμή της να τους τυλίγει. Κοιτάχτηκαν πονηρά κι άνοιξαν την πόρτα , ενώ με την άκρη του ματιού τους παρακολουθούσαν την όλο ένταση κίνηση μέσα στο κλουβί. Την ίδια μέρα απομάκρυναν τα υπόλοιπα λιοντάρια σε άλλο κλουβί, αφήνοντας το ζευγάρι να ζευγαρώσει, όπως συνήθιζαν
Για μια εβδομάδα , όσο κράτησε η γαμήλια περίοδος, παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις τρυφερού ενδιαφέροντος και αγάπης, που έδειχνε το αρσενικό λιοντάρι στην Λέαινα του σαλονιού, όπως την ονόμασαν. Της έγλειφε συνεχώς την πλάτη και το λαιμό και έπαιζε μαζί της για ώρες. Της δάγκωνε τρυφερά το λαιμό, ενώ εκείνη έβγαζε δυνατούς βρυχηθμούς. Στο τέλος της εβδομάδας, άρχισε να αδιαφορεί εντελώς γι’ αυτήν. Μετέφεραν τα υπόλοιπα λιοντάρια και άρχισαν την εκπαίδευση με τα στεφάνια της φωτιάς.
Η Σαμπρίνα ζαλισμένη από την ένταση της ευτυχίας, άργησε να καταλάβει την αδιαφορία του. Θέλοντας να είναι άξια σύντροφος του, προσαρμόστηκε γρήγορα στην ζωή του τσίρκου και πηδούσε πάντα πρώτη το φλεγόμενο στεφάνι, παρά τον ενστικτώδη φόβο , που ένιωθε. Σύντομα πρόσθεσαν ένα καινούριο νούμερο μόνο γι’ αυτήν. Πηδούσε ανάμεσα από τρία φλεγόμενα στεφάνια και μ’ αυτό το εντυπωσιακό πήδημα έκλειναν την παράσταση. Οι άλλες λέαινες άρχισαν να την αντιπαθούν.
Εκείνο το βράδυ η έντονη οσμή των θηλυκών έπνιξε το κλουβί. Δύο από τις λέαινες ήταν σε οίστρο και τα αρσενικά αναστατωμένα. Αυτές κοιτούσαν και οι δύο το μεγάλο αρσενικό περιμένοντας. Η Σαμπρίνα κατάλαβε ότι μέχρι εκείνη την μέρα ζούσε σε ένα όνειρο, που είχε τελειώσει. Τον πλησίασε και προσπάθησε να του τραβήξει την προσοχή
Εκείνος την δάγκωσε δυνατά πληγώνοντάς την. Την έσπρωξε προς το μέρος των άλλων θηλυκών ζητώντας να κάτσει μαζί τους. Αυτή έμεινε απέναντί του, με το αίμα να κυλά από τον λαιμό της, χωρίς να κουνηθεί. Το αρσενικό γέλασε και της είπε «Αν και πληγωμένη, λέαινα, λογικά και έξυπνα μένεις μακριά». Πριν προλάβει να διαλέξει την λέαινα που θα ζευγάρωνε, τους μάζεψαν για την βραδινή παράσταση.
Πριν να εκτελέσει το νούμερό της, η Σαμπρίνα γύρισε προς το μέρος του και του είπε «Βασιλιά και Άρχοντα της καρδιάς μου, δεν απείχα από φόβο, θέλω να το ξέρεις. Ο μόνος λόγος που έμεινα μακριά ήταν από υπερηφάνεια. Υπερηφάνεια για σένα που μου θύμισες την φύση μου, αλλά δεν την σεβάστηκες. Θα τις άφηνα να με ξεσχίσουν όχι από αδυναμία , αλλά από σεβασμό στην δική σου δύναμη. Έφυγα από ένα κλουβί για να μπω σε μια φυλακή, που καταπατάει την αξιοπρέπειά μου. Το δέχτηκα γιατί ήσουν κι εσύ εδώ. Και γιατί με ξεγέλασε η χαίτη σου».
 Οι θεατές παρακολούθησαν την Σαμπρίνα να κάνει ένα ψηλό άλμα και σταματάει θαρρείς στον αέρα, με τα φλεγόμενα στεφάνια καρφωμένα πάνω της. Κι ενώ η μυρωδιά της καμένης σάρκας πλημμύρισε τον αέρα, άκουσαν το βρυχηθμό του μεγάλου αρσενικού, που όμως έμεινε μακριά. Ο κτηνίατρος του τσίρκου είπε την επόμενη μέρα πως θα είχε γλυτώσει, αν δεν είχε μια μεγάλη δαγκωματιά στο λαιμό.