Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο


Παραμονή Χριστουγέννων κι η Δήμητρα ένιωθε το στήθος της βαρύ και την ανάσα της κομμένη.
Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η αναμονή της γιορτής την άδειαζε από συναισθήματα και ενέργεια και η συνηθισμένη της αισιοδοξία δεν αρκούσε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Είχε περάσει όλη την μέρα προσπαθώντας να ξυπνήσει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε τα κάλαντα, που ήταν το αγαπημένο της ξυπνητήρι δεν μπόρεσαν να την κάνουν να συνέλθει. Στην καρδιά της υπήρχε ένα κενό, που μεγάλωνε συνεχώς.
Έκλεισε όλα τα φώτα και κάθισε δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα φωτάκια που αναβόσβηναν, ακολουθούσαν τους παλμούς της καρδιάς της κι αυτό άρχισε να την ηρεμεί. Έμεινε έτσι καθισμένη για αρκετή ώρα, αδειάζοντας το κεφάλι της από τις σκέψεις, τα προβλήματα, τους εφιάλτες, που την κυνηγούσαν όλη την μέρα. Κρατήθηκε από το παρήγορο φως σαν ναυαγός από την σανίδα σωτηρίας, που ανέλπιστα βρίσκει μπροστά του. Κοίταξε το δέντρο κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
       Ποτέ δεν της άρεσαν τα στολισμένα με τάξη και σχέδιο χριστουγεννιάτικα δέντρα. Οι ομοιόμορφες μπάλες, ταχτοποιημένες κατά μέγεθος και σχήμα, αυστηρά και λιτά, ώστε να συμβαδίζουν με το πρότυπο, που έχουν αρκετοί στο μυαλό τους. Το δικό της δέντρο ήταν πάντα φορτωμένο σαν λατέρνα, με ετερόκλιτα στολίδια, που όμως όλα της θύμιζαν κάτι, ήταν δεμένα με στιγμές από τα παιδικά της χρόνια ως σήμερα. Παλιές γυάλινες μπάλες, ασημένιες κουκουνάρες, πήλινα αγγελάκια, καμπανούλες, φτηνά και ακριβά στολίδια, παλιά και καινούρια, σοκολατένιοι αι-βασίληδες, όλα χωρούσαν κι όλα έβρισκαν την θέση τους..
       Την μάγευε αυτό το πάντρεμα των ετερόκλιτων στολιδιών, που έκρυβαν και συμβόλιζαν τα Χριστούγεννα που είχε περάσει, αυτά που διένυε και της έδειχναν αυτά που θα έρθουν. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της σ' ένα δέντρο, με πολύχρωμα φωτάκια και ένα λαμπερό αστέρι στην κορυφή. Θα ήθελε να το άφηνε έτσι στολισμένο όλο τον χρόνο, να την περιμένει να γυρίσει από την δουλειά, να την παρηγορήσει και να της δίνει ελπίδα, αλλά ήξερε πως θα έχανε την λάμψη του, τσαλακωμένο από την καθημερινότητα και δεν τολμούσε να το διακινδυνέψει. Όχι ακόμα, όχι όσο ήταν μόνη..
      Τυλίχτηκε με την κουβέρτα, που είχε δίπλα της γι' αυτό τον σκοπό, έτσι όπως ήταν καθισμένη οκλαδόν μπροστά στο δέντρο κι ένιωσε την ζεστασιά και την απαλότητά της να την χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο. Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά κι έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κι αμέσως μετά ακόμα μία ,νιώθοντας τα μάγουλα της να καίνε. Έκλεισε τα μάτια, αισθανόμενη και κάτω από τα κλειστά της βλέφαρα τον παλμό από τα φωτάκια, πολύχρωμες λάμψεις στο σκοτάδι..
      Ξύπνησε, έχοντας στα χείλη της την γεύση του κρασιού και κάτι άλλο απροσδιόριστο, μα οικείο. Σκέπασε τα μάτια της και με τις παλάμες της, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί, για να προστατευτεί από τον ήλιο και το φως, έσυρε τα χέρια της μέχρι τα βάση του αυχένα, κάτω από τα μαλλιά, και τα τέντωσε μπροστά της ανοίγοντας τα μάτια. Ήταν στην κρεβατοκάμαρα της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς να έχει ιδέα πως βρέθηκε εκεί, νιώθοντας πως κάτι είχε αλλάξει, αλλά μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό..
      Άκουσε την ανάσα δίπλα της και γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Ο άντρας που κοιμόταν δίπλα της, άνοιξε εκείνη την στιγμή τα μάτια του και την κοίταξε τρυφερά. Γύρισε στο πλάι κι άπλωσε το χέρι του, χαϊδεύοντας το περίγραμμα του προσώπου της, ενώ πλησίασε κοντά της. Με την σιγουριά του εραστή, που ξέρει πως είναι ποθητός, κατέβασε το χέρι του προς το στήθος της και της χαμογέλασε. Το κορμί της ρίγησε κι άπλωσε το χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όταν τα χείλη τους ενώθηκαν, τον αναγνώρισε από το φιλί..
      Απαλό και τρυφερό στην αρχή, με την οικειότητα των συζύγων, που μοιράζονται καιρό το ίδιο κρεβάτι, διερευνητικό και παθιασμένο στην συνέχεια, με τον πόθο των εραστών, που η συνήθεια επέκτεινε το πάθος αντί να το σβήσει, κατακτητικό και παραδομένο στο τέλος, με τον τρόπο που αλληλεπικαλύπτονται, όσοι αγαπούν και αγαπιούνται, χωρίς να φοβούνται να δώσουν και να πάρουν. Αυτό το φιλί, μόνο ένας άντρας μπορούσε να της το δώσει. Κι ήταν δίπλα της σκεπάζοντάς την με την αγάπη του..
      «Καλημέρα, αγάπη μου» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα, καθώς κοιτούσε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. Η Δήμητρα άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά, έσκυψε και φίλησε τις ρυτίδες στα μάτια του και στο πρόσωπό της άστραψε το χαμόγελο, που επί σαράντα χρόνια κρατούσε μόνο γι’ αυτόν..
     «Εξακολουθείς να είσαι το αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μας» είπε ο Παναγιώτης και σκούπισε με τα χείλη του τα δάκρυα, που κυλούσαν από τα μάτια της. «Σου είχα υποσχεθεί εκείνα τα Χριστούγεννα, που περάσαμε χώρια, πως θα είναι τα τελευταία που θα είμαστε μόνοι και πως θα καθόμαστε πάντα αγκαλιά δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσα χρόνια κι αν περάσουν.».
     Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και την βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν δίπλα στο σαλόνι, όπου το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο έπιανε δυσανάλογα πολύ χώρο. Κάθισαν με μεγάλη προσοχή στην μικρή κόκκινη φλοκάτη , που βρισκόταν μπροστά του κι αγκαλιαστήκανε κοιτάζοντας τα φωτάκια, που αναβόσβηναν..
     Η Δήμητρα είδε τα στολίδια, που είχαν προσθέσει στα χρόνια που πέρασαν. Καθένα τους κι ένας χρόνος της κοινής τους ζωής, ένας σταθμός για τις μικρές ανάσες τους, ένα βήμα προς το κοινό τους όνειρο..
     Είδε τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τις στιγμές ευτυχίας και τους μικρούς καυγάδες, τις καθημερινές νίκες και ήττες τους, αλλά πάνω απ’ όλα την αγάπη τους, που έμενε αναλλοίωτη. Έσφιξε το χέρι του, ξέροντας πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος..
     «Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου» του είπε τελικά, μόλις κατόρθωσε να διώξει την συγκίνηση , που έκανε την φωνή της να τρέμει. «Για όλα τα Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί και όσα μας απομένουν. Και γι’ αυτά που θα περάσουμε στην επόμενη ζωή, κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που θα μένει στολισμένο όλο τον χρόνο. Το δικό μας δέντρο.»

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Η καταιγίδα



Η Χρύσα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου περιμένοντας τον Πέτρο να έρθει. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν φαινόταν πουθενά. Την ώρα που πήγε στο πάρκο, ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό και αν και ήταν αρχές Δεκέμβρη , δεν είχε καθόλου κρύο. Τώρα, τρεις ώρες μετά, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό φόρεμα, που φορούσε.
Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της και ψάχνοντας ζεστασιά, σκεφτόμενη πως ήταν τα δικά του χέρια που την αγκάλιαζαν κι αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Κοίταξε το βιβλίο, που είχε ακουμπισμένο μπροστά στα πόδια της και συνέχισε να διαβάζει, αδιάφορη για τον καιρό, που χειροτέρευε, αδιάφορη για το κρύο και τον έξω κόσμο.
Διάβαζε τις περιπέτειες της Ηλιαχτίδας και του Φεγγαρένιου, που αν και γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο ουρανό, χωρίστηκαν από την Μέρα και την Νύχτα κι απέμειναν ο καθένας μόνος . Στα χρόνια που έζησαν χώρια, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να ξεχάσουν την μοναξιά και τους πόθους της ψυχής. Όταν αντάμωσαν τυχαία ξανά, είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη φευγαλέα ματιά, με το πρώτο δειλό άγγιγμα κι αποφάσισαν πως δεν θα αφήσουν τίποτα να τους χωρίσει.
Η Χρύσα σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το βιβλίο με το παραμύθι και κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Είχε αργήσει να έρθει και δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Στην αρχή δεν ανησύχησε , γιατί δεν κυνηγούσαν τους λεπτοδείχτες , όταν ήταν να βρεθούν. Ήξεραν κι οι δυο πως η αγάπη τους είναι αμοιβαία ,όπως κι η ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας, που με το ζόρι τους κάλυπτε. Για να μην εμφανιστεί μέχρι τώρα, σίγουρα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.
Αναστέναξε κοιτάζοντας το βιβλίο μ’ ένα περίεργο σκοτεινό βλέμμα. Όλα τα βιβλία που διάβαζε , τα τραγούδια που άκουγε, οι ταινίες που έβλεπε, όλα μιλούσαν για αυτήν και τον Πέτρο. Η ιστορία τους γραμμένη, τραγουδισμένη, σκηνοθετημένη, κάτω από μια άλλη ματιά, ήταν η ίδια ιστορία. Ο έρωτας ήταν ο καλλιτέχνης, που ζωγράφιζε στον άδειο καμβά της ψυχής της και όλα γύρω της τον υμνούσαν και τον προσκυνούσαν. Ο εγωισμός του έρωτα την έκανε να φαντάζεται, πως όλα μιλούσαν γι’ αυτούς.
Έσκυψε πάλι πάνω στο βιβλίο, συνεχίζοντας να διαβάζει το παραμύθι. Η Ηλιαχτίδα μάλωνε με τον Ήλιο και τις υπόλοιπες Αχτίδες, έδινε μάχη με τα σύννεφα και το σκοτάδι, προσπαθώντας να ξεκλέψει μια μικρή στιγμή για να είναι μαζί με τον Φεγγαρένιο. Κι αυτός από την πλευρά του, παραμέριζε τα αστέρια, έτρεχε βιαστικός, πριν έρθει ακόμα η Νύχτα, έκλεβε τον χρόνο της Μέρας, για να βρεθεί κοντά της. Κι αυτές οι στιγμές, που ήταν μαζί, αν και σύντομες τις περισσότερες φορές, τους γέμιζαν δύναμη για την επόμενη μάχη, για την επόμενη συνάντηση, για την επόμενη στιγμή, που θα γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
Κάθε συνάντηση, αντί να καθησυχάζει τον πόθο και την ανάγκη τους, την μεγάλωνε. Ψάχνανε απελπισμένα τρόπο, να ενωθούν για πάντα και να μείνουν μαζί αγκαλιά, μ’ ενωμένα τα χείλια τους σ’ ένα ατέλειωτο φιλί, που θα είχε την ζεστασιά της Ηλιαχτίδας παρήγορο φως του Φεγγαρένιου. Γι’ αυτό το φιλί , που ακόμα δεν είχαν δώσει, γι’ αυτό το μοναδικό φιλί, που θα σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής, παρέμεναν μαχόμενοι, έκρυβαν την απελπισία τους με καμώματα τρελά, μιλούσαν με τις ώρες μέσω της Πούλιας και του Αυγερινού, που κάνανε τους αγγελιοφόρους. Αλλά η λύτρωση αργούσε να έρθει.
Η Χρύσα δεν σήκωσε το κεφάλι, όταν έπεσαν επάνω της οι πρώτες στάλες της βροχής. Δεν προφυλάχτηκε , όταν άρχισε ο αέρας να λυσσομανά γύρω της. Πήρε μόνο στην αγκαλιά της το βιβλίο για να το προστατέψει από την καταιγίδα και τυλιγμένη σαν μικρή μπάλα γύρω του, συνέχισε να διαβάζει. Με πείσμα και με πάθος, αγνοώντας την βροχή, τα μουσκεμένα ρούχα και μαλλιά, το κρύο και τα δόντια της, που χτυπούσαν δυνατά, συνέχισε να διαβάζει.
Είχε πια νυχτώσει για τα καλά, όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι της. Έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν θα ερχόταν σήμερα. Έπρεπε να προσπαθήσει να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, που άφησε η απουσία του και να συνεχίσει. Γιατί αύριο, θα τον έβλεπε σίγουρα. Γιατί αύριο, θα ερχόταν να την συναντήσει. Κι αυτή έπρεπε να είναι εκεί. Και να τον περιμένει.
Κοίταξε με τρυφερότητα το βιβλίο, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Λίγο πριν το τέλος, η Ηλιαχτίδα και ο Φεγγαρένιος, ένωναν τα χείλη τους επιτέλους, στο δικό τους μοναδικό φιλί κι έδιναν στο παραμύθι, το τέλος που του ταίριαζε. Ο αέρας είχε πια κοπάσει κι η βροχή είχε σταματήσει, όταν σηκώθηκε από το παγκάκι. Έκοψε ένα μουσκεμένο τριαντάφυλλο και το έβαλε σελιδοδείχτη στην τελευταία σελίδα του παραμυθιού. Άφησε το βιβλίο στην θέση, που καθόταν τόση ώρα κι έφυγε.
Ο νεαρός άντρας, έφτασε ξέπνοος στο πάρκο, λίγα λεπτά μετά. Κοίταξε με απελπισία το άδειο παγκάκι κι έκατσε, κρατώντας το κεφάλι του με τα χέρια του. Είχε χλομιάσει και τα χέρια του έτρεμαν, όταν έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από το τσαντάκι του. Άναψε το τσιγάρο και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά , κοιτώντας με θολά μάτια μπροστά του. Δεν την πρόλαβε. Κι ήξερε πόσο της κόστισε. Ένιωσε τον πόνο στο στήθος του να μεγαλώνει, καθώς για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκε πως ίσως την έχασε για πάντα.
Τότε πρόσεξε το βιβλίο και τον αυτοσχέδιο σελιδοδείχτη του. Το σήκωσε με προσοχή και διάβασε το τέλος του παραμυθιού. Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του, καθώς το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Έβγαλε ένα στυλό από το τσαντάκι του κι έγραψε κάτι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Πήρε το τριαντάφυλλο και το έβαλε στην τσέπη του. Το άφησε πάλι προσεχτικά στην προηγούμενη θέση του και έφυγε τρέχοντας. Είχε ακόμα ελπίδες να την προλάβει, είχαν ακόμα ελπίδες.
Την επόμενη μέρα , ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τίποτα δεν θύμιζε την καταιγίδα , που πέρασε από το πάρκο, εκτός από κάποιες ξεχασμένες σταγόνες στα λουλούδια και τα μαζεμένα σε σωρούς κιτρινισμένα φύλλα . Ένα νεαρό κορίτσι σταμάτησε μπροστά στο παγκάκι, που βρίσκονταν ακόμα αφημένο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με περιέργεια. Ήταν στεγνό και μύριζε τριαντάφυλλο. Το ξεφύλλισε με προσοχή κι ανακάλυψε με έκπληξη πως όλες οι σελίδες του ήταν λευκές. Ξανακοίταξε το εξώφυλλο, που είχε ζωγραφισμένο έναν κύκλο και στην μέση του μία μόνο λέξη γραμμένη με στυλό. Αυτό το «Εμείς» δεν την βοήθησε να καταλάβει τίποτα, ούτε όταν μια λαμπερή ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του και το φώτισε..

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Η απέναντι όχθη




Βάδιζε πολύ ώρα με την ματιά της να σκαλώνει αφηρημένα στα σημάδια  που έβαζε πάντα όταν πήγαινε βόλτα στο δάσος για να μην χαθεί. Περπατούσε γρήγορα, με τον ρυθμό που έδιναν οι σκέψεις χτυπώντας στο κεφάλι της και το βούισμα στα αυτιά της την έκανε να συνειδητοποιήσει  πως ήταν η ώρα να αρχίσει να τρέχει.
Έτρεχε μέχρι που ένιωσε πως η ανάσα της σώθηκε κι αλμυρές στάλες ιδρώτα έτσουζαν στα μάτια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη, με την καρδιά της να προσπαθεί να βγει από το στήθος της, ενώ το γνωστό κάψιμο στα πνευμόνια την έκανε να πεθυμίσει το δηλητήριο της νικοτίνης σαν τιμωρία για την αδυναμία της να ξεφύγει.
Κοίταξε γύρω της ξαφνιασμένη, ενώ έβγαζε το τσιγάρο από το πακέτο με τρεμάμενα δάχτυλα, προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Σήμερα είχε μπει πιο βαθειά στο δάσος, από κάθε άλλη φορά και το σημείο, που στεκόταν, της ήταν άγνωστο.
Μπροστά της ακριβώς βρισκόταν ένα ποτάμι, που το αντικαθρέφτισμα των δέντρων το έκαναν να φαντάζει σαν ένα δεύτερο δάσος κάτω από το νερό. Άναψε το τσιγάρο, πήρε μια βαθειά ρουφηξιά και βήχοντας πλησίασε στην όχθη του. Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που καθρεφτίστηκε στα νερά του, ήταν μια άγνωστη.
Κοίταξε έκπληκτη το είδωλό της  ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Στον ελαφρύ κυματισμό του νερού , το κόκκινο φουστάνι φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα ανάμεσα στα δέντρα που φώτιζε το δάσος. Η φλόγα ,που είχε ανάψει εκείνος μέσα της, τρεμόπαιζε κι αυτή, πυγολαμπίδα που η φωτισμένη της ουρά τον καλούσε κοντά της.
Μέσα στην σιγαλιά του δάσους, άκουσε το θόρυβο των βημάτων από μακριά. Ήξερε πριν σηκώσει το κεφάλι της, τι θα αντίκριζε στην απέναντι όχθη. Τον ένιωθε να έρχεται πριν τον ανταμώσει, τον έβλεπε πριν τον αντικρίσει, άκουγε το κάλεσμα του πριν να ακούσει την φωνή του. Δίστασε για μια στιγμή , έσβησε το τσιγάρο που της έκαιγε τα δάχτυλα και σηκώθηκε.
Κοιτάχτηκαν από μακριά με ένταση και πάθος, όπως κάθε φορά που συναντιόντουσαν. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σαν ξίφη ανάμεσα σε μονομάχους κι οι αστραπές του πόθου τους φώτισαν το ποτάμι και το υδάτινο δάσος του. Ήταν τόσο κοντά, αλλά το ποτάμι που τους χώριζε ήταν βαθύ και το πέρασμά του επικίνδυνο. Απέμειναν όπως και τόσες άλλες φορές να κοιτάζονται με απελπισία.
«Έλα κοντά μου» είπαν κι οι δύο ταυτόχρονα και κοιτάχτηκαν με λαχτάρα και πόνο. Ο έρωτας, χωρισμένος στα δυο από το ποτάμι, δεν είχε καταφέρει να γίνει ακόμα γέφυρα. Κάθε φορά ένας από τους δυο τους περνούσε στην απέναντι όχθη, για να κλέψουν λίγες στιγμές ευτυχίας, αλλά πάντα γυρνούσε πίσω, εκεί στην δική του πλευρά, στα μικρά κεκτημένα, στον μικρό θάνατο.
Δεν κοιτούσαν πίσω, όταν ξαναπερνούσαν το ποτάμι. Ήταν παράξενο, αλλά αυτό που τους φόβιζε δεν ήταν να το διασχίσουν, να κολυμπήσουν κόντρα στο ρέμα, να διακινδυνέψουν τον πνιγμό μέσα του, αλλά η παραμονή απέναντι.
Δεν το είχαν συζητήσει ποτέ, αλλά ήξεραν πως έπρεπε να βρουν κάποια άλλη λύση, πριν να κουραστούνε, πριν παραιτηθούνε, πριν βολευτούνε, πριν ξεχάσουν την γεύση του φιλιού, την παρηγοριά αγκαλιάς, την μυρωδιά του έρωτα.
Γονάτισε κι έβαλε το χέρι της στο νερό χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Έβγαλε το χέρι που έσταζε το νερό του ποταμού και το ακούμπησε στο μέτωπο, στις παρειές, στο λαιμό της. Τον άκουσε να αναστενάζει, ενώ άρχισε να ξεντύνεται. Σήμερα θα περνούσε αυτός.
Έμεινε να τον κοιτάει θαμπωμένη καθώς πετούσε με μανία από πάνω του τα ρούχα, τα παπούτσια , τον δισταγμό. Σαν αστραπή κατάλαβε τι κάνανε λάθος τόσο καιρό. Με μία μόνο κίνηση έβγαλε το φόρεμά της κι έβαλε το γυμνό της πόδι στο κρύο νερό.
Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας και βούτηξαν ταυτόχρονα κι οι δυο. Κολύμπησαν με δυνατές απλωτές, σηκώνοντας το κεφάλι για να βλέπουν ο ένας τον άλλο. Αντάμωσαν στην μέση του ποταμού και το χαμόγελο τους μεγάλωσε.
Άπλωσε το χέρι του και κράτησε το δικό της σφιχτά. Ένιωσε όλη την δύναμη της αγάπης του να της ζεσταίνει το σώμα και την καρδιά. Ξάπλωσαν ανάσκελα στο νερό σαν να ήταν το νυφικό κρεβάτι, που περίμεναν τόσο καιρό. Με τα χέρια ενωμένα , άφησαν να τους παρασύρει το ρέμα.
Ο αέρας που φύσηξε έριξε το κόκκινο φόρεμα στο ποτάμι. Βούλιαξε αργά στο βυθό του, σκεπάζοντας το καθρέφτισμα των δέντρων, κόκκινη φωτιά, που απλώθηκε στο υδάτινο δάσος του ποταμού.